Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γνωρίστε-Ιερές Μονές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γνωρίστε-Ιερές Μονές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014

Ο Ταξιάρχης του Μανταμάδου


Στην ανάρτηση αυτή θα αναφερθούμε στο «Ποιητικό ιστορικό και τα θαύματα των αρ- χαγγέλων Μανταμάδου», μέσα από τον Δ’ τόμο του ομωνύμου βιβλίου του πρωτοπρε- σβυτέρου Ευστρατίου Δήσσου, Ιερατικού Προϊσταμένου του Ιερού Ναού Παμεγίστων Ταξιαρχών, Μυτιλήνη 2007.



Γύρω στο 10ο με 11ο αιώνα, όταν το Βυζαντινό κράτος μεσουρανούσε, οι Σαρακηνοί πειρατές βρίσκονταν κι αυτοί στις δόξες τους. Λυμαίνονταν τα νησιά του Αιγαίου, λήστευαν, έκαιγαν κι αιχμαλώτιζαν ανθρώπους, που τους προόριζαν για τα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής.

Η Λέσβος, πλούσια κι ελκυστική, είχε γίνει διαλεχτή λεία των κουρσάρων. Στην τοποθεσία Λεσβάδος, κοντά στο Μανταμάδο, υπήρχε μια αρχαία πολιτεία, ο Στένακας, και όχι πολύ μακριά της ένα μοναστήρι των Ταξιαρχών, που η ίδρυσή του χάνεται στα βάθη των αιώνων.

Το ιστορικό του το μαθαίνουμε από τη ζωντανή τοπική παράδοση, που έφτασε ως τις μέρες μας.

Ήταν οχυρωμένο σαν κάστρο με τείχη και πύργο, κι από νωρίς είχε προκαλέσει το ενδιαφέρον των πειρατών, που το 'χαν βάλει πείσμα να το πατήσουν.

Έτσι κάποια άνοιξη, ο αρχιπειρατής Σιρχάν, ένας άγριος και μελαψός γίγαντας, ζωσμένος το μπαλτά και τη σπάθα, κάλεσε το τσούρμο του και τους είπε:

- Αυτή τη φορά, το δίχως άλλο, θα μπούμε στο μοναστήρι. Εγώ θέλω μόνο το χρυσό ποτήρι, που λειτουργάνε οι καλόγεροι, για να πίνω το κρασί μου. Όλα τ' αλλά δικά σας.

Ο ίδιος δε θα 'παιρνε μέρος στην επιχείρηση. Δεν καταδεχόταν τέτοιες μικροδουλειές. Έβαλαν πλώρη για τη Λέσβο. Πλησίασαν το μοναστήρι μεσάνυχτα και κρύφτηκαν στα δέντρα.

Στο μεταξύ οι καλόγεροι, ανέμελοι από την ησυχία του χειμώνα, δεν φύλαγαν το μοναστήρι όπως έπρεπε. Κάποια στιγμή χτύπησε το σήμαντρο, που καλούσε τους μοναχούς στην ορθρινή ακολουθία. Τα βήματα τους ακούστηκαν ρυθμικά στον ξύλινο εξώστη, καθώς κατέβαιναν στην εκκλησία. Σε λίγο όλα ησύχασαν.

Τότε o αρχηγός έδωσε το σύνθημα. Ένας πειρατής έριξε το γάντζο, σκαρφάλωσε στα τείχη, πήδηξε στην αυλή και άνοιξε τη μεγάλη καστρόπορτα. Οι κουρσάροι όρμησαν με αλαλαγμούς στην εκκλησία. Πριν συνέλθουν οι μοναχοί από τον αιφνιδιασμό, περνούσαν από τη ζωή στο θάνατο...

Ένα δόκιμο καλογέρι, ο Γαβριήλ, βρισκόταν στο ιερό. Γρήγορος κι ευκίνητος, σκαρφάλωσε στη στέγη του ναού. Οι πειρατές τον ακολούθησαν. Τότε όμως ακούστηκε μια δυνατή βουή, και η σκεπή μετατράπηκε θαυματουργικά σε φουρτουνιασμένο πέλαγος. Πάνω στ' αφρισμένα κύματα ένας πελώριος και αγριωπός Στρατιώτης, με σπάθα που έβγαζε φωτιές, όρμησε εναντίον τους. Εκείνοι παράτησαν αμέσως όπλα και κλοπιμαία κι έφυγαν πανικόβλητοι.

Ο Γαβριήλ, ο μόνος που απέμεινε ζωντανός από την τραγωδία, συγκλονισμένος από το θαύμα του αρχαγγέλου πλησίασε και πρόσπεσε στο εικονοστάσι του. Όταν συνήλθε από την ταραχή, σήκωσε τα μάτια. Αλλά τι πρόσωπο ήταν αυτό; Αν και ζωγραφισμένο, φαινόταν ζωντανό κι είχε μια θεϊκή γλυκύτητα. Ο δόκιμος επιθύμησε να το ζωγραφίσει.

- Ταξιάρχη μου, παρακάλεσε, μεσίτευσε στον Κύριο ν' αναπαύσει τους αδελφούς μου. Κι έμενα αξίωσε με ν' απεικονίσω την εξαίσια μορφή σου.

Αμέσως, σαν να φωτίστηκε από τον αρχάγγελο, πήρε ένα σφουγγάρι, μάζεψε μ' αυτό ευλαβικά το αίμα των μοναχών σε μια λεκάνη, το ανακάτεψε με ασπρόχωμα και άρχισε να πλάθει την εικόνα του.

Από την αρχή της εργασίας ένιωσε αισθητή τη βοήθεια του Ταξιάρχη. Τα χέρια του, σαν να τα οδηγούσε αόρατη δύναμη, σχημάτιζαν γρήγορα και σταθερά με τον πηλό το πρόσωπο του αρχαγγέλου Μιχαήλ. Το πρόσωπο εκείνο που είδε στη σκεπή του ναού, το αγριωπό, αλλά με τη θεϊκή χάρη.

Ενώ στο μοναστήρι του Ταξιάρχη παιζόταν αυτό το δράμα, η ζωή στους γύρω συνοικισμούς συνεχιζόταν ήσυχη. Μόνο ένα τσοπανόπουλο, καθώς αγνάντευε τη θάλασσα από μια κορυφή, είδε κουρσάρικα καράβια λίγο πιο μέσα απ’ την ακτή.

Πήδηξε στ' άλογό του και κάλπασε προς τη μονή για να ειδοποιήσει τους μοναχούς να φυλαχθούν. Το θέαμα όμως που αντίκρισε, τον έριξε κάτω λιπόθυμο.

Όταν συνήλθε, έτρεξε και ειδοποίησε τον Αλέξη, τον άρχοντα του Στένακα, για τα συμβάντα. Εκείνος ξεκίνησε αμέσως για το μοναστήρι μ' άλλους πενήντα καβαλάρηδες.

Όταν μπήκε στο ναό τα’ χασε. Είδε τους μοναχούς σφαγμένους και βαμμένους στο αίμα και τον ηγούμενο νεκρό μπροστά στην αγία Τράπεζα! Έσφιξε τα δόντια και βγήκε έξω με διάθεση να εκδικηθεί.

Πήδηξαν όλοι στ' άλογα τους κι ακολουθώντας τ' άχνάρια των πειρατών, πλησίασαν σ' ένα πλάτωμα. Απότομα σταμάτησαν. Το θέαμα που αντίκρισαν τους έκανε κι ανατρίχιασαν. Είδαν αυτούς που καταδίωκαν, νεκρούς και σκορπισμένους σ' όλο το πλάτωμα. Μια σπαθιά, που άρχιζε απ’ το μέτωπο κι έφτανε ως την κοιλιά, ήταν χαραγμένη στο σώμα του καθενός και τ' άνοιγε στα δύο. Η μαχαιριά σε κάθε σώμα ήταν ακριβώς η ίδια.

Κανείς απ’ τους καβαλάρηδες δεν ρώτησε ποιος το 'κανε. Όλοι μάντευαν τον τιμωρό. Δεν είχαν αμφιβολία.

- Μεγάλη η χάρη κι η δύναμή σου, αρχάγγελε, ψέλλισαν και σταυροκοπήθηκαν.

Στο μεταξύ, δυο πειρατές, που είχαν μείνει στην παραλία περιμένοντας τους συντρόφους τους, ανησύχησαν από την αργοπορία και ανηφόρισαν για να τους συναντήσουν.

Όταν αντίκρισαν στο πλάτωμα το μακάβριο θέαμα, γύρισαν γρήγορα στα καράβια, οπού περίμενε με αγωνία ο αρχηγός τους, και του διηγήθηκαν την τραγωδία. Μόλις τ’ ακούσε εκείνος, χτύπησε τη γροθιά του στο τραπέζι και ορκίστηκε εκδίκηση.

Τον άλλο χρόνο έβαλε σ’ εφαρμογή το σχέδιό του για την κατάληψη του Στένακα. Μια νύχτα οι πειρατές αποβιβάστηκαν αθόρυβα στην παραλία και ετοιμάζονταν να επιτεθούν τα χαράματα στη μικρή πολιτεία, που κοιμόταν ανυποψίαστη.

Αυτή την κρίσιμη ώρα επεμβαίνει και πάλι ο Ταξιάρχης. Ο Στέφανος, ο γιος του άρχοντα Αλέξη, που μόλις είχε πέσει να κοιμηθεί, βλέπει μπροστά του τον αρχάγγελο. Ήταν πανώριος μες στην ολόχρυση πανοπλία του. Τα ξανθά μαλλιά του χύνονταν στους ώμους κι έδιναν στα κάτασπρα φτερά του χρυσή ανταύγεια. Στο δεξί χέρι κρατούσε πύρινη ρομφαία, ενώ τ’ αριστερό ήταν σηκωμένο με τεντωμένο το δείκτη. Χαμογέλασε στο νέο και με γλυκεία φωνή του είπε:

- Σήκω πάνω, Στέφανε. Πήγαινε γρήγορα με τον πατέρα σου να ετοιμάσετε την άμυνα της πόλης. Έρχονται οι Σαρακηνοί να σας αφανίσουν. Μη φοβηθείτε! Στο πλευρό σας θα είμαστε εγώ κι ο προστάτης σου Άγιος. Θα σας προστατεύουμε και θα σας καθοδηγούμε. Οι πειρατές έχουν αράξει στον όρμο, κάτω από την πόλη σας. Λίγοι απ’ αυτούς θ' αναρριχηθούν στο κάστρο, για να εξουδετερώσουν το σκοπό της πύλης και ν' ανοίξουν την καστρόπορτα. Θα σας επιτεθούν την ώρα που ή νύχτα παλεύει με τη μέρα. Προσοχή στην πύλη!

Τα γεγονότα εξελίχθηκαν όπως τα είπε ο Ταξιάρχης. Όταν οι κουρσάροι επιτέθηκαν, βρήκαν τους υπερασπιστές στις επάλξεις. Την ίδια ώρα ένα απόσπασμα με αρχηγό το Στέφανο, που είχε κατηφορίσει αθόρυβα στην παραλία, έβαζε φωτιά στα πειρατικά καράβια. Οι πειρατές είδαν τη φωτεινή ανταύγεια της φωτιάς και τα ‘χασαν. Ό πανικός που ακολούθησε ήταν απερίγραπτος. Ενώ έτρεχαν προς τη θάλασσα, τους καταδίωκαν έφιπποι οι Στενακιώτες και τους αποδεκάτιζαν.

Μια ομάδα με τον αρχιληστή κατάφερε να ξεφύγει, ακολουθώντας πορεία μέσα από το δάσος. Έπεσε όμως πάνω στο απόσπασμα που είχε πριν λίγο κάψει τα καράβια, και βρέθηκε κυκλωμένη. Σε λίγο κι αυτοί οι πειρατές, μαζί με τον αρχιληστή, είχαν εξολοθρευτεί.

Πέρασαν αιώνες. Το μοναστήρι ερειπώθηκε από τις αλλεπάλληλες επιδρομές των Αγαρηνών. Τον 18ο αιώνα ο μικρός παλαιός ναός αντικαταστάθηκε με νέο και μεγαλύτερο, μα η ανάγλυφη θαυματουργή εικόνα του αρχαγγέλου διασώθηκε ως τις μέρες μας, όπως ακριβώς τη φιλοτέχνησε ο δόκιμος Γαβριήλ. Διατηρεί την πρώτη ζωντάνια της και παραμένει άφθορη από το χρόνο κι από τους ασπασμούς χιλιάδων προσκυνητών. Στο μέτωπο και στα μάγουλά του οι πιστοί κολλάνε μεταλλικά νομίσματα, που αφήνουν σημάδια στο πρόσωπο του, αλλά γρήγορα εξαλείφονται. Κάθε τόσο τα μάτια του αρχαγγέλου βουρκώνουν, και οι χριστιανοί σκουπίζουν με μπαμπάκι τα δάκρυά του. Το ίδιο κάνουν με τον ίδρωτα, όταν συμβαίνει το πρόσωπο του να ιδρώνει.


Συγκλονιστικά θαύματα επιτε- λεί η χάρη του σε όσους προ- στρέχουν με πίστη κοντά του. Αλλά και το χτίσιμο του νέου ναού του άρχισε και τελείωσε με θαύμα:

Η επιτροπή που συγκροτήθηκε για την ανέγερσή του, αποφά- σισε να τον χτίσει λίγο μακρύ- τερα από το μοναστήρι.



Οι εργάτες άρχισαν να σκάβουν τα θεμέλια, αλλά το πρωί τα βρήκαν σκεπασμένα με χώμα, ενώ τα εργαλεία τους ήταν στην αυλή του παλιού ναού. Ξαναέσκαψαν τα θεμέλια από την αρχή. Κι όταν βράδιασε, άφησαν επίτηδες τα εργαλεία τους εκτεθειμένα, ενώ μερικοί άνδρες κρύφτηκαν στους θάμνους για να δουν τι θα συμβεί.

Τα μεσάνυχτα λοιπόν είδαν κάτι ανέλπιστο: Ένα δυνατό φως σηκώθηκε από τον παλιό ναό, σχημάτισε καμπύλη και στάθηκε πάνω από τα θεμέλια. Ύστερα ακολούθησε την αντίστροφη πορεία και χάθηκε. Οι φύλακες έμειναν εκστατικοί. Συγχρόνως ένιωσαν μυρωδιά από φρεσκοσκαμμένο χώμα. Πλησιάζουν στα θεμέλια και τα βρίσκουν πάλι σκεπασμένα. Τρέχουν στο δέντρο που ήταν κρεμασμένα τα εργαλεία, αλλά εκείνα έλειπαν.

Ξεκίνησαν ζαλισμένοι για τον παλιό ναό, στο μοναστήρι του Ταξιάρχη. Είχε αρχίσει να χαράζει, όταν ακούστηκε ξαφνικά η καμπάνα της μονής. Σταμάτησε για λίγο κι άρχισε πάλι να χτυπάει σιγά και ρυθμικά. Κι όμως, καθώς αργότερα έμαθαν, δεν τη χτυπούσε ανθρώπινο χέρι. Έφτασαν, τέλος, στο μοναστήρι και μπήκαν στην αυλή. Εκεί είδαν ακουμπισμένα στον τοίχο με τάξη τα εργαλεία, στο ίδιο σημείο που τα είχαν βρει και την προηγούμενη μέρα. Κατάλαβαν πια πως ήταν θέλημα του αρχαγγέλου να χτιστεί ο καινούργιος ναός στη θέση του παλιού.

Η κατασκευή ξεκίνησε. Όλοι βοηθούσαν στις εργασίες, ακόμα και οι Τούρκοι. Τον σέβονταν από παλιά και τον φοβόντουσαν. Μερικοί απ’ αυτούς είχαν τολμήσει να προσβάλουν το ναό του ή να μπουν στο προαύλιο καβάλα στ' άλογο τους, και τότε τον είδαν άγριο να τους κυνηγάει και να τους διώχνει.

Όταν ήρθε η ώρα να μετακινηθεί η ανάγλυφη εικόνα, στάθηκε αδύνατο. Ό Ταξιάρχης εμπόδισε κάθε προσπάθεια για μετακίνησή της. Ήθελε η εικόνα του να παραμείνει εκεί που την τοποθέτησε ο Γαβριήλ, ο κατασκευαστής της.

Οι εργασίες προχώρησαν γοργά και πλησίαζαν στο τέλος. Τα χρήματα όμως ήταν λιγοστά. Δεν έφταναν ούτε για τα μεροκάματα των εργατών. Συγκεντρώθηκαν τότε τα μέλη της επιτροπής ανεγέρσεως του ναού στο σπίτι του ταμία. Έμειναν μέχρι αργά το βράδυ προσπαθώντας να βρουν κάποια λύση. Μα έφυγαν άπρακτοι.

Ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Ο ταμίας καθόταν σε μια πολυθρόνα βαρύθυμος και σκεπτικός, όταν ξαφνικά άνοιξε η πόρτα. Ένας άγνωστος πέρασε μέσα, ανέβηκε τη σκάλα και προχώρησε στο δωμάτιο, όπου βρισκόταν το μπαούλο με τα λιγοστά χρήματα της επιτροπής.

Ο ταμίας προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά δεν μπόρεσε. Ένιωθε τα πόδια του καρφωμένα. Άκουσε το μπαούλο ν’ ανοίγει κι ύστερα από λίγο να κλείνει. Μετά είδε τον ξένο να επιστρέφει με βήματα αργά και βαριά.

Ήταν ένας νέος με σγουρά μαλλιά και ματιά φωτεινή σαν αστραπή. Φορούσε ρόδινο σακάκι και μαύρες μπότες, που ανέβαιναν μέχρι τους μηρούς. Χαμογέλασε στο νοικοκύρη και είπε:

- Τα χρήματα για τις πληρωμές βρίσκονται μέσα στο μπαούλο. Ύστερα κούνησε το χέρι, σαν να τον χαιρετούσε, άνοιξε την εξώπορτα και χάθηκε στο σκοτάδι.

Ο ταμίας έτρεξε στο μπαούλο. Ήταν κλειδωμένο. Το άνοιξε και τι να δει! Τρεις σειρές από φλουριά, μητζίτια και λίρες. Τα έπιασε στη χούφτα του για να βεβαιωθεί, και τ’ άφησε πάλι να πέσουν.

Τα χρυσά αυτά νομίσματα, που πρόσφερε για το ναό του ο ίδιος ο αρχάγγελος Μιχαήλ, ήταν ακριβώς όσα χρειάζονταν για να πληρωθούν τα έξοδα, μέχρι και το τελευταίο γρόσι.


Η ανέλπιστη σωτηρία

Στα 1963, το πρωινό εκείνο της επιθέσεως των Τουρκοκυπρίων στη μαρτυρική Κύπρο, όταν μπήκε ο νεωκόρος στο ιερό προσκύνημα του Μανταμάδου για ν’ ανάψει το καντήλι του Ταξιάρχη, είδε κατάπληκτος πως η ολόσωμη εικόνα του έλειπε!

Αυτή η απροσδόκητη εξαφάνιση προκάλεσε σύγχυση στον ευσεβή λαό και κράτησε μια βδομάδα. Ξαφνικά, η εικόνα βρέθηκε πάλι στη θέση της, όπως είχε εξαφανιστεί.

Πέρασε καιρός. Ένα χειμωνιάτικο πρωινό ο νεωκόρος του Μανταμάδου άκουσε ποδοβολητό αλόγου. Βγαίνει έξω και βλέπει ένα νέο, που μόλις είχε ξεπεζέψει, να σηκώνει στους ώμους του ένα κριάρι.

Μπήκαν μαζί στο ναό, κι ο νέος προχώρησε στην εικόνα του Ταξιάρχη, απίθωσε εκεί το κριάρι και άναψε λαμπάδα ίση με το μπόι του. Ύστερα γονάτισε, προσκύνησε την εικόνα και χάιδεψε με βουρκωμένα μάτια και τρεμάμενα χείλη το ανάγλυφο πρόσωπο του αρχαγγέλου.

- Είναι ο σωτήρας μου, γυρίζει και λέει συγκινημένος στο νεωκόρο. Αυτός μ’ έσωσε από τους Τούρκους.

- Πες μου, παιδί μου, τι σου συνέβη; ρώτησε μ' ενδιαφέρον εκείνος, καθώς έβγαιναν από το ναό.

- Στα τελευταία γεγονότα με τους Τούρκους, άρχισε ο νέος, υπηρετούσα τη στρατιωτική μου θητεία στην Κύπρο. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα της 12ης Αυγούστου, όταν μας ξάφνιασαν τα πυρά των Τουρκοκυπρίων. Ήμασταν πάντα σ’ επιφυλακή, γιατί ξέραμε τι ύπουλος εχθρός ήταν απέναντό μας. Μας δυσκόλευαν λίγο οι βολές του πολεμικού τους ναυτικού, αλλά δεν μας έβλαψε καθόλου η αεροπορία τους. Σε λίγες ώρες ελέγχαμε την κατάσταση και προχωρήσαμε στην αντεπίθεση. Λες κι είχαμε στα πόδια μας φτερά. Τους πήραμε φαλάγγι και τους κυνηγήσαμε. Λίγο ακόμα και θα τους ρίχναμε στη θάλασσα.

Ενώ τρέχαμε ακράτητοι από ενθουσιασμό και σχεδόν ακάλυπτοι, βλέπω ξαφνικά μπροστά μου, σε πέντε μέτρα απόσταση, να ξεπροβάλλει ένας ακανόνιστος όγκος. Σταμάτησα απότομα, και τότε... μέσα στο σύθαμπο της αυγής διέκρινα ένα τουρκικό πολυβολείο. Είδα την κάννη του πολυβόλου να στρέφεται πάνω μου, και, μη έχοντας που να καλυφθώ, έπεσα με το πρόσωπο στη γη, σκεπάζοντας καλά με το κράνος το κεφάλι μου. "Ταξιάρχη μου, σώσε με!", είπα μέσα μου, κι αμέσως ήρθε στο νου μου ο πατέρας μου, που σώθηκε θαυματουργικά από βέβαιο θάνατο στο αλβανικό μέτωπο, τάζοντας στον Ταξιάρχη ένα κριάρι. "Ταξιάρχη μου σώσε με!", μουρμούρισα πάλι, κάνοντας κι εγώ το ίδιο τάμα.

Την ίδια στιγμή ένας εκκωφαντικός κρότος πήρε σχεδόν την ακοή μου. "Με χτύπησαν", σκέφτηκα, κι έφερα στο νου μου τ’ αγαπημένα μου πρόσωπα... Ύστερα ένιωσα να μ’ ακουμπούν, να με ψάχνουν, να με σηκώνουν. Ήταν οι δικοί μας. "Χτύπησες; Πώς είσαι;", άκουσα αμυδρά τη φωνή τους. Ψάχτηκα, μα δεν βρήκα τραύμα. Τότε θυμήθηκα το πολυβολείο. Κοίταξα προς τα κει, αλλά δεν είδα τίποτα.

"Εδώ ακριβώς", φώναξα, "υπήρχε τουρκικό πολυβολείο". Πήγαμε κοντά, ερευνήσαμε, μα δεν το βρήκαμε. Στη θέση που ορθωνόταν πριν το πολυβολείο, υπήρχαν τώρα μόνο συντρίμμια και μια τεράστια τρύπα. Φαίνεται πως στην κρίσιμη για μένα στιγμή, κάποια οβίδα πλοίου ή κάποιος όλμος έκανε συντρίμμια το επικίνδυνο πολυβολείο, ενώ συγχρόνως κάποια ανώτερη δύναμη με φύλαξε τελείως αβλαβή κι απ’ τα πυρά κι από την έκρηξη.

Ο νεωκόρος, που μέχρι τώρα παρακολουθούσε συγκινημένος, πήρε το λόγο:

- Ναι, παιδί μου, ήταν ο Ταξιάρχης. Αυτός σ’ έσωσε. Τότε, με τα επεισόδια της Κύπρου, είχε χαθεί από δω η εικόνα του για μια βδομάδα.

Ο νέος ταράχθηκε. Αγκάλιασε με το βλέμμα του την εικόνα του αρχαγγέλου και τα μάτια του βούρκωσαν. Ήταν ένα ακόμη "ευχαριστώ" για την ανέλπιστη σωτηρία του.


Επέμβαση του αρχαγγέλου Μιχαήλ σε εγχείρηση

Ένα από τα πολλά θαύματα του Ταξιάρχη στο Μανταμάδο της Λέσβου, με προσωπική παρουσία του, είναι και η θεραπεία ενός παιδιού, του Βασίλη Καραστήρη από την Αθήνα.

Ενώ έπαιζε ο μικρός, έπεσε και χτύπησε άσχημα στο κεφάλι. Τον μετέφεραν στο νοσοκομείο, όπου διαπίστωσαν πως είχε μείνει τυφλός και παράλυτος. Ο διευθυντής κάλεσε τους γονείς του παιδιού στο γραφείο του και τους είπε:

- Η κατάσταση είναι σοβαρή. Χρειάζεται άμεση επέμβαση, αλλά οι ελπίδες επιτυχίας είναι σχεδόν μηδαμινές, μία ως δύο στις εκατό. Πρέπει ν’ αποφασίσετε έγκαιρα, Πριν είναι αργά. Η μητέρα ένιωσε να χάνει τον κόσμο. Ό πατέρας ρώτησε:

- Δεν υπάρχει άλλη λύση, άλλη ελπίδα, γιατρέ μου;

- Δυστυχώς, όχι.

Έσκυψε τότε και υπέγραψε. Το παιδί οδηγήθηκε στο χειρουργείο. Ενώ το ετοίμαζαν για την εγχείρηση, καθώς διηγήθηκε αργότερα το ίδιο, το σκοτάδι των ματιών του διαλύθηκε, κι ένα φωτεινό όραμα πήρε τη θέση του:

Βρέθηκε μπροστά σ' ένα ναό με καμάρες, που η πρόσοψή του ήταν χτισμένη με κόκκινες πέτρες. Από την ανοιχτή του πόρτα έβγαινε ένα εκτυφλωτικό φως.

Ο Βασιλάκης πλησίασε στην πόρτα, και τι να δει! Ένα ωραίο παλικάρι, λουσμένο στο φως, είχε απλώσει τα χέρια και τον καλούσε: "Έλα Βασίλη, μη φοβάσαι, θα γίνεις καλά. Εγώ θα οδηγώ στην εγχείριση το χέρι του γιατρού."

Το παιδί πλησίασε, γονάτισε μπροστά του, αγκάλιασε τα πόδια του νέου κι ακούμπησε το κεφάλι του στον αριστερό του μηρό. Τότε εκείνος άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε το κεφάλι του μικρού.

Πριν χαθεί η οπτασία, τα παιδικά μάτια πρόλαβαν και είδαν στο βάθος του ναού μια εικόνα μαυριδερή με ασημένιες φτερούγες.

Η εγχείριση πέτυχε. Η δράση και οι κινήσεις των μελών επανήλθαν. Οι γιατροί απέδωσαν την επιτυχία σε θαύμα. Ήταν 8 Νοεμβρίου, εορτή των παμμεγίστων Ταξιαρχών.

Πέρασαν χρόνια. Έγιναν πολλές αλλά άκαρπες αναζητήσεις. Ώσπου μια μέρα, σε τηλεοπτική παρουσίαση, αναγνώρισε ανέλπιστα και με συγκίνηση ο Βασίλης το ναό της οπτασίας του. Και πήγε προσκυνητής στον Ταξιάρχη, για να προσφέρει τα δάκρυα της ευγνωμοσύνης του στο σωτήρα της ζωής του.


Η δύναμη της πίστεως

Ο Γιάννης Απήκος, από το Μανταμάδο της Λέσβου, ξε- νιτεμένος στη Γερμανία, ζού- σε ήσυχα και χριστιανικά με τη γυναίκα του Καλλιόπη.

Το Νοέμβριο του 1987 η Καλλιόπη αρρώστησε σο- βαρά με βαρύ εγκεφαλικό. Μεταφέρθηκε αμέσως σε γερμανικό νοσοκομείο, όπου παρέμεινε σε κωματώδη κα- τάσταση για πέντε βδομά- δες. Οι γιατροί δεν της έδι- ναν ζωή. Ώρα με την ώρα περίμεναν το μοιραίο. Στην οικογένεια επικρατούσαν πόνος και θλίψη. Να όμως που φάνηκε κάποια ελπίδα:

Ο προστάτης του Μανταμάδου, της ιδιαίτερης πατρίδας τους, ο Ταξιάρχης Μιχαήλ. Όλη η οικογένεια γονάτισε αυθόρμητα μπροστά στο εικονοστάσι και σήκωσε τα μάτια ικετευτικά στο εικόνισμα του αρχαγγέλου. Προσευχήθηκαν με πόνο, με πίστη, με δάκρυα. Ύστερα σηκώθηκαν γαληνεμένοι, με κάποια κρυφή ελπίδα.

Απ’ αυτήν όμως την ομαδική προσευχή απουσίασε ο αδελφός της άρρωστης, ο Ηρακλής. Ήταν μάρτυρας του Ιεχωβά, γι' αυτό είχε ανοίξει αθόρυβα την πόρτα κι είχε εξαφανιστεί.

Πρωί - πρωί ξεκίνησαν για το νοσοκομείο. Εκεί δοκίμασαν μια έκπληξη. Η άρρωστη, που μέχρι χθες βρισκόταν σε κώμα, είχε ανοιχτά τα μάτια και τους κοιτούσε.

- Τι συμβαίνει, Καλλιόπη; ρώτησε ο Γιάννης.

- Πού πήγατε την εικόνα του Ταξιάρχη που είχαμε στο σπίτι; ρώτησε εκείνη με δυσκολία.

- Εκεί είναι, στη θέση της.

Τότε φάνηκε η γυναίκα να ησυχάζει, και με πολύ κόπο συνέχισε.

- Χθες το βράδυ μ' επισκέφθηκε ο Ταξιάρχης και στάθηκε εδώ, δίπλα μου. Ήταν λίγο στενοχωρημένος. Με κοίταξε πονετικά και μου είπε: "Θέλω ν' απλώσω τις φτερούγες μου και να σας σκεπάσω, αλλά δυσκολεύομαι". Με κοίταξε λίγο ακόμα κι εξαφανίστηκε. Τι συμβαίνει Γιάννη; Γιατί διστάζει ο Ταξιάρχης;

Ο Γιάννης αμέσως κατάλαβε. Το εμπόδιο ήταν ο χιλιαστής αδελφός της. Το βράδυ τον συνάντησε, τον ενημέρωσε και, τελειώνοντας, τόνισε:

- Ο αρχάγγελος, Ηρακλή, δε θέλει μόνο τη σωματική θεραπεία της αδελφής σου, αλλά και τη δική σου την ψυχική. Θέλει τη σωτηρία σου. Θέλει την επιστροφή σου στην ορθόδοξη πίστη. Και μαζί μ’ αυτή, θέλει και την προσευχή σου για την αδελφή σου.

Σε λίγο άρχισε ένας αγώνας σκληρός. Πάλευε ο χιλιαστής με την ορθόδοξη χριστιανική του συνείδηση. Η τελευταία είχε σύμμαχο την αγάπη της αδελφής του. Τελικά υπέκυψε στη δύναμη του Χρίστου, γονάτισε μπροστά στο εικονοστάσι, προσευχήθηκε με δάκρυα, αναγεννήθηκε.

Το πρωί βιάστηκαν όλοι να πάνε στο νοσοκομείο. Μα τι να δουν! Η άρρωστη τους περίμενε όρθια. Ο θάλαμος ήταν γεμάτος από γιατρούς και νοσοκόμες. Τα είχαν όλοι χαμένα.

- Τη νύχτα, άρχισε να λέει χαρούμενη η Καλλιόπη, άκουσα μέσα στην ησυχία δυνατό φτερούγισμα. Κοιτάζω ξαφνιασμένη, και βλέπω πάλι τον Ταξιάρχη. Τώρα όμως ήταν χαρούμενος και γελαστός. "Θα γίνεις καλά", μου είπε. Σήκωσε το χέρι του, με σταύρωσε, μου χαμογέλασε και χάθηκε. Έκανα να σηκωθώ, και είδα πως μπορούσα. Στο θάλαμο νοσηλευόταν μια ακόμη άρρωστη. Με είδε που περπατούσα, ήρθε και μ’ αγκάλιασε. "Τα είδα όλα", μου είπε. "Είδα να σε πλησιάζει στο κρεβάτι σου κάποιος ψηλός, μαυριδερός και λευκοντυμένος άνδρας. Τον είδα να κουνάει τα χέρια του. Και ξαφνικά χάθηκε... Στην αρχή νόμισα πως ήταν γιατρός με την άσπρη μπλούζα. Αυτός όμως ήταν ασυνήθιστα ψηλός, πάνω από δύο μέτρα. Δεν πατούσε στη γη και δεν έκαναν θόρυβο τα πόδια του. Με την παρουσία του ξεχύθηκε μια ευωδιά στο δωμάτιο. Τρόμαξα και σκεπάστηκα περισσότερο."

- Τι θα κάνουμε τώρα; ρώτησε ο Γιάννης το γιατρό.

- Δεν ξέρω, κύριε. Μόνο ένα θαύμα μπορούσε να φέρει αυτό το αποτέλεσμα. Και το θαύμα έγινε!

Την άλλη μέρα ο Γιάννης βρισκόταν κιόλας στην πατρίδα του, μπροστά στον Ταξιάρχη, κι έβρεχε την ιερή εικόνα του ευεργέτη του με δάκρυα χαράς κι ευγνωμοσύνης.


Τεκνοποίηση

Θαυμαστές επεμβάσεις του Ταξιάρχη Μανταμάδου στη ζωή της αφηγήθηκε και η κ. Μιχαηλάρη από την Ελευσίνα.

Ήταν άτεκνη, καθώς και η αδελφή της, κι επειδή ποθούσαν ν’ αποκτήσουν παιδί, στράφηκαν με πίστη στο Θεό και στη μεσιτεία του αρχαγγέλου.

Σε μια αγρυπνία που έκαναν προς τιμήν του Ταξιάρχη, τον παρακάλεσε με θέρμη η κ. Μιχαηλάρη για το πρόβλημα της. Τα ξημερώματα την πήρε λίγο ο ύπνος. Είδε ότι βρισκόταν στο ναό του αρχαγγέλου με την αδελφή της, όταν ξαφνικά παρουσιάστηκε ο Ταξιάρχης με όλη του τη μεγαλοπρέπεια. Γονάτισε αμέσως και τον παρακάλεσε να τους χαρίσει από ένα παιδί. Κι εκείνος άπλωσε το χέρι του, σαν να ήθελε να τις καθησυχάσει, και είπε:

- Μην ανησυχείτε. Κι οι δυο σας θα κάνετε παιδιά. Να ευχαριστήσετε το Θεό γι’ αυτό Του το δώρο.

Σε τέσσερα χρόνια η αδελφή της απέκτησε παιδί, η ίδια όμως όχι. Πέρασαν εννέα χρόνια, οπότε άρχισε ν' απελπίζεται. Στράφηκε τότε στην επιστήμη. Ταλαιπωρήθηκε, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Πληροφορήθηκε ότι στην Αγγλία υπήρχε ένας γιατρός που μπορούσε με εγχείρηση να οδηγήσει στην τεκνοποίηση, με πιθανότητες μία στις εκατό. Το αποφάσισε και ετοιμάστηκε για το ταξίδι. Ένιωθε όμως έλεγχο συνειδήσεως. Την τελευταία στιγμή δίστασε. Σκέφτηκε να καταφύγει στον Ταξιάρχη για να τη φωτίσει τι να κάνει.

Πήγε στο ναό του, στο Μανταμάδο, και τον παρακάλεσε. Και το ίδιο βράδυ, ενώ προσευχόταν, τον είδε να βγαίνει ολοζώντανος απ’ το εικόνισμά του, μ’ ένα βλέμμα παραπονεμένο, σαν να της έλεγε: "Γιατί λιγοψύχησες; Γιατί έχασες την πίστη σου και την ελπίδα στο Θεό; Δεν πείστηκες απ’ το παράδειγμα της αδελφής σου;".

"Έπεσε αμέσως μετανοημένη και ζήτησε με δάκρυα συγχώρηση. Τότε τον άκουσε να της λέει:

- Δεν θα πας έξω. Εκεί δεν πρόκειται να κάνεις παιδί. Εδώ θα το αποκτήσεις.

Σ’ ένα μήνα ήταν έγκυος κι έφερε στον κόσμο ένα χαριτωμένο κοριτσάκι, τη Βαρβάρα. Όταν η μικρή ήταν έξι χρονών, πήγανε στο ναό του αρχαγγέλου για να κάνουν μια ευχαριστήρια αγρυπνία.

Η μητέρα άφησε το παιδί σ’ ένα κελλί για να κοιμηθεί και πήγε στην εκκλησία. Όταν τελείωσε η λειτουργία και γύρισε στο κελλί, η μικρή της είπε:

- Εσύ, μαμά, ήσουν στην εκκλησία, αλλά ο Ταξιάρχης ήταν μαζί μου όλη τη νύχτα και μου κρατούσε συντροφιά.

Αργότερα, η ευλαβής γυναίκα δοκίμασε άλλη μια θαυμαστή εκδήλωση της προστασίας του αρχαγγέλου. Ανήμερα των Ταξιαρχών το 1989, την έπιασε δυνατός πόνος στη μήτρα. Σε λίγο καιρό η κατάσταση επιδεινώθηκε. Έγιναν οι απαραίτητες εξετάσεις και οι γιατροί συνέστησαν να γίνει εγχείρηση. Εκείνη, μόλις το άκουσε, αρνήθηκε, κι άρχισε να κλαίει σαν μικρό παιδί. Κατέφυγε πάλι στον Ταξιάρχη, και ζητούσε με επιμονή και πίστη το θαύμα του.

Με την προσευχή ηρέμησε, κι όταν το βράδυ έπεσε να κοιμηθεί, βλέπει στον ύπνο της την Παναγία - βασίλισσα στο θρόνο - και πλάι της τον Ταξιάρχη. Της χαμογελούσαν.

Το πρωί ξεκίνησε για να εισαχθεί στο νοσοκομείο. Έκανε πολλές εξετάσεις και περίμενε τ’ αποτελέσματα. Κάποια στιγμή την κάλεσαν οι γιατροί και της είπαν:

- Δεν έχεις απολύτως τίποτα, κυρία μου. Μπορείς να πας στο σπίτι σου...

Από τότε είναι εντελώς υγιής και δοξάζει τον Κύριο και τη χάρη του αρχαγγέλου Του.
Περισσότερα...

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2013

Η Ιερά Μονή του Σινά



Στην ανάρτηση αυτή θα ξεναγηθούμε στο Θεοβά- διστο Όρος του Σινά, μέσα από το βιβλίο «Ιερά Μονή Σινά», εκδόσεων της Ιεράς Μονής, το 1976.



Α´ ΣΥΝΤΟΜΟΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

1. Σιναϊτική Χερσόνησος

Τό Σινᾶ εἶναι σημεῖον συναντήσεως δύο ἠπείρων καί διαχωριστική γραμμή δύο θαλασσῶν. ῾Η χερσόνησος, εἶναι ἡ πύλη μεταξύ ᾿Αφρικῆς καί ᾿Ασίας καί ἡ γέφυρα μεταξύ Μεσογείου καί ᾿Ερυθρᾶς θαλάσσης, δηλαδή τῆς συντομωτέρας ὁδοῦ ἀπό τήν Εὐρώπην πρός τόν ᾿Ινδικόν ὠκεανόν καί τήν ἄπω Ἀνατολήν. Ἀνέκαθεν τό Σινᾶ ἦτο ἕνα ἀπό τά σπουδαιότερα σταυροδρόμια τοῦ κόσμου.

Ἐκ πρώτης ὄψεως τό Σινᾶ φαίνεται δυσπρόσιτον, γεμάτο ἄγονα καί βραχώδη ὄρη. ῾Η γῆ εἶναι ἀκατάλληλη διά καλλιέργειαν καί οἱ βροχές πολύ ὀλίγες, πολλή ζέστη τήν ἡμέραν καί πολύ κρύο τήν νύκτα.

Τό νοτιώτερον τμῆμα ἐντός τῆς τριγωνικῆς ἀπολήξεως τῆς χερσονήσου καταλαμβάνεται ἀπό γρανιτώδη, ἀπόκρημνα ὄρη, ἐκ τῶν ὁποίων τά σημαντικώτερα εἶναι τό ὄρος Σινᾶ, τό ὄρος τῆς ῾Αγ. Αἰκατερίνης, τό ὄρος τῆς ῾Αγ. ᾿Επιστήμης, τό ὄρος Σερμπάλ καί τό Οὐμ Σωμάρ. Διά μέσου αὐτῆς τῆς περιοχῆς διῆλθε πρίν ἀπό 35 αἰῶνας ὁ λαός τοῦ ᾿Ισραήλ.

Τό ἐρημικόν μεγαλεῖον τοῦ Σινᾶ ἔχει μίαν σαγηνευτικήν ὡραιότητα, πού παρέμεινεν ἀμόλυντος ἀπό τόν σύγχρονον κόσμον. ᾿Ολίγοι ἄνθρωποι ζοῦν εἰς αὐτήν τήν ἔρημον. ᾿Εκτός τῶν παραλιακῶν πόλεων, ἡ χερσόνησος κατοικεῖται ἀπό ὀλίγους Βεδουΐνους, οἱ ὁποῖοι κατορθώνουν νά ζοῦν ἀπό τά μικρά κοπάδια τους, ὀλίγα κηπευτικά καί χουρμάδες, καθώς καί τούς Μοναχούς τῆς ῾Ι. Μ. Σινᾶ.


2. Ἡ πνευματική κληρονομιά τοῦ Σινᾶ

Εἰς τό Σινᾶ ἐλατρεύοντο πολλοί ἄλλοι θεοί, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ὁ ᾿Ελ ᾿Ελιόν (῞Υψιστος Θεός), τοῦ ὁποίου ἱερεύς εἰς τήν Μαδιάμ ἦτο ὁ ᾿Ιοθόρ (᾿Εξ. Β´, 16). Κατά τήν ἁγίαν Γραφήν, εἰς τήν ἡλικίαν τῶν σαράντα ἐτῶν, ὁ Μωϋσῆς ἐγκατέλειψε τήν Αἴγυπτον καί ἦλθε εἰς τό ὄρος Χωρήβ καί ἐδῶ εὑρῆκε τάς ἑπτά θυγατέρας τοῦ ᾿Ιοθόρ νά ποτίζουν τό κοπάδι τους εἰς τήν πηγήν, ἡ ὁποία ὑπάρχει μέχρι σήμερα εἰς τήν βορείαν πλευράν τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς.

Ὁ Μωϋσῆς ἐνυμφεύθη μίαν ἀπό τάς θυγατέρας τοῦ ᾿Ιοθόρ καί ἔζησε σαράντα ἔτη μέ τόν πενθερόν του, ποιμαίνοντας τά κοπάδια του καί καθαίροντας τήν ψυχήν του εἰς τήν ἡσυχίαν καί ἀπομόνωσιν τῆς ἐρήμου τοῦ Σινᾶ. ᾿Εδῶ ὁ Θεός ἀπεκαλύφθη εἰς τόν Μωϋσῆν εἰς τό θαῦμα τῆς φλεγομένης Βάτου καί τόν διέταξε νά ἐπιστρέψη εἰς τήν Αἴγυπτον καί νά φέρη τόν ᾿Ισραήλ εἰς τό ὄρος Χωρήβ διά νά Τόν λατρεύσουν.

Ὁ ᾿Ισραήλ διέσχισε τό Σινᾶ τόν 13ον αἰῶνα π.Χ. καθ’ ὁδόν ἀπό τήν δουλείαν τῶν Αἰγυπτίων πρός τήν Χαναάν, τήν γῆν τῆς ἐπαγγελίας. Μετά ἀπό πορείαν πενήντα ἡμερῶν ἔφθασεν εἰς τό ὄρος Χωρήβ, ὅπου ἔλαβαν ἀπό τόν Θεόν τόν Νόμον, τό θεμέλιον, ἐπί τοῦ ὁποίου ἐκλήθησαν νά οἰκοδομήσουν τήν θρησκευτικήν τους ὀργάνωσιν.

Τετρακόσια χρόνια ἀργότερα ἕνας ἄλλος μεγάλος προφήτης τοῦ ᾿Ισραήλ, ὁ ᾿Ηλίας, ἦλθε εἰς αὐτόν τόν τόπον διά νά σωθῇ ἀπό τήν ὀργήν τῆς βασιλίσσης ᾿Ιεζάβελ. Σήμερα μέσα εἰς τό παρεκκλήσιον τοῦ προφήτου ᾿Ηλιοῦ, εἰς τό ὄρος Σινᾶ, μπορεῖ κανείς νά ἴδη τό σπήλαιον, ὅπου ὁ ᾿Ηλίας κατώκησε καί ἠξιώθη νά συνομιλήση μέ τόν Θεόν (Γ´ Βασιλ. ΙΘ´ 9-15).


3. Οἱ πρῶτοι Μοναχοί εἰς τό Σινᾶ

Ὁ πόθος νά εὑρίσκονται κοντά εἰς τόν Θεόν καί μακρυά ἀπό τούς διωγμούς τῆς εἰδωλολατρικῆς Ρώμης ἔφερε εἰς τό Σινᾶ πολλούς ἀπό τούς πρώτους Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσαν ἡσυχίαν, σιωπήν, ἀπομόνωσιν καί ἁγιότητα. ᾿Από τόν 3ον αἰῶνα μ.Χ. καί ἑξῆς ἐδημιουργήθησαν μικρές μοναστικές κοινότητες εἰς ἱερούς τόπους περί τό ὄρος Χωρήβ, ὅπως ὁ τόπος τῆς φλεγομένης Βάτου, εἰς τήν Φαράν καί ἄλλα μέρη τοῦ νοτίου Σινᾶ. (῾Η ἀκριβής τοποθεσία αὐτῶν τῶν ἱερῶν τόπων διετηρήθη εἰς τήν μνήμην τοῦ ἐντοπίου πληθυσμοῦ διά μέσου τῶν αἰώνων). ῏Ητο ὁ ἴδιος μυστικός πόθος, πού ἔφερε ἄλλους εἰς τούς ῾Αγίους Τόπους, εἰς τά ἄγονα ὄρη τῆς ἐρήμου τῆς ᾿Ιουδαίας, εἰς ἀναζήτησιν τῆς βαθυτέρας κατά Χριστόν ζωῆς.

Οἱ πρῶτοι μοναχοί ὑπέφεραν μονίμως στερήσεις, ἡ φύσις ἦτο ἐχθρική πρός τόν ἄνθρωπον καί πολλοί ἔπεσαν θύματα τῶν ἐπιδρομέων ληστῶν. Παρά ταῦτα συνέχισαν νά κατοικοῦν εἰς τό Σινᾶ. Οἱ πρῶτοι αὐτοί μοναχοί ἦσαν αὐτάρκεις ἐρημῖται, οἱ ὁποῖοι ἐζοῦσαν μόνοι μέσα εἰς σπήλαια μέ ἄκραν πτωχείαν, προσευχόμενοι μόνοι. Συνήρχοντο ὅμως ὅλοι κατά τάς Κυριακάς εἰς τόν τόπον τῆς φλεγομένης Βάτου, εἰς τό Κυριακόν, διά νά ἀκούσουν πνευματικόν λόγον ἀπό τόν ἡγούμενόν τους καί νά λάβουν τήν θείαν Κοινωνίαν.

Ἐξ αἰτίας τοῦ ἁγίου βίου των οἱ Χριστιανοί ἐρημῖται ἦσαν φυσικοί ἱεραπόστολοι μεταξύ τῶν εἰδωλολατρικῶν φυλῶν τοῦ Σινᾶ.

Οἱ μοναχοί τοῦ Σινᾶ ἐζήτησαν ἀπό τήν μητέρα τοῦ ἁγ. Κων/νου, τήν αὐτοκράτειραν ἁγίαν ῾Ελένην, νά τούς προστατεύση. Πράγματι, τό 330 μ.Χ. ἡ ἁγία ῾Ελένη ἔκτισε εἰς τόν τόπον τῆς φλεγομένης Βάτου ἕνα μικρόν ναόν, ἀφιερωμένον εἰς τήν Θεοτόκον καί ἕνα πύργον διά νά χρησιμεύη ὡς καταφύγιον τῶν μοναχῶν. Προσκυνηταί τοῦ τέλους τοῦ 4ου αἰῶνος ἀναφέρουν, ὅτι ὑπῆρχε σημαντική καί ἀνθοῦσα κοινότης μοναχῶν εἰς τό Σινᾶ. Περίφημος μεταξύ αὐτῶν ἦταν ἕνας πρώην ἀνώτατος ἀξιωματοῦχος τοῦ αὐτοκράτορος εἰς τήν Κων/πολιν, ὁ ῞Αγιος Νεῖλος, τοῦ ὁποίου τά συγγράμματα ἀποτελοῦν θαυμάσιον πνευματικόν ἐντρύφημα.


4. Ἰστορικά δεδομένα

α) ῾Ιδρυτής, ὁ αὐτοκράτωρ ᾿Ιουστινιανός

Μιά νέα περίοδος τοῦ μοναχισμοῦ εἰς τό Σινᾶ ἀρχίζει τόν 6ον αἰῶνα, ὅταν ὁ αὐτοκράτωρ Ἰουστινιανός (527-565 μ.Χ.) διέταξε τήν κατασκευήν ἑνός μεγάλου καί ἰσχυροῦ φρουρίου, πού νά περικλείη τά κτίσματα τῆς ἁγ. ῾Ελένης, ἑνός μεγάλου ναοῦ καί κελλιῶν διά τούς μοναχούς, καθώς καί διά ἐπαρκῆ σιτηρέσια ἀπό τήν Αἴγυπτον. ῾Ελληνικές ἐπιγραφές εἰς τούς δοκούς τῆς στέγης τοῦ ναοῦ μνημονεύουν τά ὀνόματα τοῦ ᾿Ιουστινιανοῦ, τῆς συζύγου του Θεοδώρας καί τοῦ ἀρχιτέκτονος Στεφάνου.

β) Ἀφιέρωσις

Ὄπως ἡ ἁγία ῾Ελένη, ἔτσι καί ὁ ᾿Ιουστινιανός ἀφιέρωσε τόν ναόν καί τήν Μονήν εἰς τήν Θεοτόκον, διότι κατά τήν ἑρμηνείαν τῶν Πατέρων τῆς ᾿Εκκλησίας, ἡ φλεγόμενη Βάτος εἶναι ἕνα σύμβολον τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, καί ὅπως ἡ Βάτος ἐφλέγετο, ἀλλά δέν κατεκαίετο, ἔτσι καί ἡ Παναγία, πού ἦτο ἕνα ἀνθρώπινο πλάσμα, συνέλαβε εἰς τά σπλάχνα της τό πῦρ τῆς θεότητος καί δέν κατεκάη, ἀλλά ἐγέννησε τόν Κύριο καί παρέμεινε παρθένος.

γ) Μωσαϊκόν κόγχης Ἱεροῦ Ναοῦ

Περί τό τέλος τοῦ 6ου αἰῶνος, μετά τόν θάνατον τοῦ ᾿Ιουστινιανοῦ καί μερικές δεκαετίες μετά τήν ἀνέγερσιν τοῦ Ναοῦ, ἔγινε ἕνα περίφημον ἔργον τέχνης, μερίμνῃ τῶν Πατέρων τῆς Μονῆς· τό μωσαϊκόν τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ (Ματθ. ΙΖ´ 1-3, Λουκ. Θ´ 28-36). ῾Η θεωρία τῆς δόξης τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ καί ἡ εὐφροσύνη τοῦ Πέτρου, πού τόν κάνει νά ἀναφωνήση· «᾿Επιστάτα, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι» (Λουκ. Θ´ 33) εἶναι τό ἀπώτατον τέλος, εἰς τό ὁποῖον ἠξιώθησαν νά προσεγγίσουν μερικοί ἀπό τούς ἁγίους πατέρας ἀκόμη καί εἰς αὐτήν τήν πρόσκαιρον ζωήν. ῎Ετσι, ἡ σημασία τοῦ μωσαϊκοῦ διά τούς πατέρας τῆς Μονῆς εἶναι προφανής, καί μάλιστα ὅταν σκεφθῆ κανείς, ὅτι καί οἱ δύο Προφῆται πού ὡμίλησαν μέ τόν Κύριον κατά τήν θείαν Μεταμόρφωσιν, ὁ Μωϋσῆς καί ὁ ᾿Ηλίας, εἶχαν ἀκούσει τήν φωνήν του καί εἶχαν ἀξιωθῆ νά Τόν ἴδουν μέσα εἰς σύμβολα πρίν ἀπό αἰῶνας ἐπάνω εἰς αὐτό ἐδῶ τό ὄρος Χωρήβ. ῎Ετσι, ὁ Ναός ὠνομάσθη ἀργότερα «Ναός τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ» καί ἡ ὀνομασία αὐτή εἶναι καί σήμερα ἡ ἐπίσημος.

δ) Τό Ἱερόν Λείψανον τῆς Ἁγ. Αἰκατερίνης

Περί τό τέλος αὐτῆς τῆς περιόδου ὁ Θεός ἔκαμε ἕνα ἀξιοζήλευτο δῶρον εἰς τήν Μονήν· Τά ἅγια λείψανα τῆς ῾Αγίας Αἰκατερίνης, τά ὁποῖα εὑρέθησαν ἐπί τοῦ ὄρους, πού φέρει σήμερα τό ὄνομά της.

ε) Μωάμεθ

Σύμφωνα μέ τήν παράδοσιν οἱ Πατέρες τῆς Μονῆς ἔστειλαν μίαν πρεσβείαν εἰς τήν Μεδίναν τό 625 μ.Χ. διά νά ζητήσουν ἀπό τόν Μωάμεθ πολιτικήν προστασίαν. ῾Ο Μωάμεθ ἐνέκρινε τά αἰτήματα καί ὑπέγραψε μέ τήν παλάμην του «εἰς βοήθειαν τῶν Χριστιανῶν» τόν περίφημον ᾿Αχτιναμέ, μέ τόν ὁποῖον κήρυσσε, ὅτι οἱ Μουσουλμάνοι ὀφείλουν νά ὑπερασπίζωνται τούς μοναχούς καί νά μήν εἰσπράττουν ἀπ’ αὐτούς φόρους.

στ) Ἄραβες

Ἔτσι ὅταν ἡ χερσόνησος Σινᾶ περιῆλθε εἰς τήν κυριαρχίαν τῶν ᾿Αράβων τό 641 μ.Χ. ἡ Μονή συνέχισε τόν βίον της ἀνενόχλητος, ὅμως ὁ ἀριθμός τῶν μοναχῶν ἤρχισε νά ἐλαττοῦται· εἰς τήν ἀρχήν τοῦ 9ου αἰῶνος εἶχαν μείνει μόνον τριάντα.

ζ) Ὀθωμανοί.

Μετά ἀπό μίαν δύσκολον περίοδον ὑπό τούς Μαμελούκους, ἡ ᾿Οθωμανική κατάκτησις τῆς Αἰγύπτου καί τοῦ Σινᾶ ἀπό τόν σουλτάνον Σελήμ τόν Α´ τό 1571 μ.Χ. ἔφερε εἰς τήν Μονήν ἕναν νέον προστάτην. ῾Η Τουρκική ἐξουσία ἐσεβάσθη τά δικαιώματα τῆς Μονῆς, ὁ δέ ᾿Αρχιεπίσκοπός της ἀπέλαυε ἰδιαιτέρας τιμῆς.

η) Βασιλεῖς τῆς Εὐρώπης

Οἱ Χριστιανοί βασιλεῖς τῆς Εὐρώπης ἠκολούθησαν τό παράδειγμα τοῦ Σουλτάνου καί ἔδειξαν ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον διά τήν Μονήν, συνεισφέροντας χρηματικά ποσά καί συμβάλλοντας εἰς τήν διατήρησιν τῶν κτημάτων τῆς Μονῆς εἰς διαφόρους χώρας τοῦ κόσμου. Κατά τόν 17ον αἰῶνα ἡ Μονή εἶχε ἐκτεταμένην πολιτιστικήν καί ἐκπαιδευτικήν δρᾶσιν καί ἐκτός τῆς Σιναϊτικῆς χερσονήσου εἰς τήν Τουρκοκρατουμένην ῾Ελλάδα π.χ. περίφημος ἦταν ἡ Σχολή Γραμμάτων καί Ζωγραφικῆς εἰς τό ῾Ηράκλειον Κρήτης, ὅπου ἐξεπαιδεύθησαν μερικοί ἀπό τούς μεγαλυτέρους ἄνδρας τῆς ἐποχῆς. ᾿Αλλά καί εἰς ἄλλας χώρας (Αἴγυπτον, Τουρκίαν, Παλαιστίνην, Ρουμανίαν, Ρωσσίαν, ᾿Ινδίαν κ.λπ.) ὅπου εὑρίσκοντο Σιναϊτικά μετόχια, ἐξελίσσοντο εἰς ἀληθινά πνευματικά κέντρα.

θ) Μέγας Ναπολέων

Ὅταν ὁ Ναπολέων κατέκτησε τήν Αἴγυπτον (1797 - 1804) ἔλαβε καί αὐτός τήν Μονήν ὑπό τήν προστασίαν του καί ἐχορήγησε τό «᾿Ασφαλιστήριον ῎Εγγραφον», τό ὁποῖον ἐκτίθεται σήμερα εἰς τήν Πινακοθήκην τῆς Μονῆς. ᾿Ανέλαβε ἐπίσης καί τήν ἀνοικοδόμησιν τοῦ βορείου τείχους τῆς Μονῆς, τό ὁποῖον εἶχε καταπέσει τό 1798 μετά ἀπό καταρρακτώδη βροχήν.

ι) 19ος καί 20ός αἰῶνας

Τό δεύτερον ἥμισυ τοῦ 19ου αἰῶνος καί τό πρῶτον τοῦ 20οῦ δέν ἦσαν περίοδοι εὐνοϊκοί διά τήν Μονήν, διότι ἔχασε ὅλην τήν περιουσίαν της εἰς τήν Ρωσσίαν, τήν Ρουμανίαν, τήν Τουρκίαν, τήν Κύπρον καί ἀλλαχοῦ. ᾿Εν τούτοις, κατορθώνει νά διατηρῆ τήν φιλανθρωπικήν καί πνευματικήν της δρᾶσιν. Τό 1966 ἑώρτασε τήν 1400ήν ἐπέτειον τῆς ἱδρύσεώς της, παρουσίᾳ ἀντιπροσώπων ὅλων τῶν ᾿Ορθοδόξων ᾿Εκκλησιῶν ὡς καί τοῦ Βασιλέως τῆς ῾Ελλάδος Κωνσταντίνου.


5. Ἡ Ἁγία Αἰκατερίνη

α) Γέννησις - καταγωγή


Ἐγεννήθη εἰς τήν ᾿Αλεξάνδρειαν τό 294 μ.Χ. ἀπό ἀριστοκρατικήν εἰδω- λολατρικήν οἰκογένειαν καί ὠνομά- σθη Δωροθέα.

β) Μόρφωσις

Ἐσπούδασε εἰς τάς ἐθνικάς σχο- λάς τῆς ἐποχῆς φιλοσοφίαν, ρητο- ρικήν, ποίησιν, μουσικήν, φυσικήν, μαθηματικά, ἀστρονομίαν καί ἰατρι- κήν. Τό ἀπαράμιλλον σωματικόν κάλλος της, ἡ ἐκπληκτική της μόρ- φωσις, ἡ ἀριστοκρατική της κατα- γωγή καί ἡ ἀρετή μέ τήν ὁποίαν ἐστολίζετο, τήν ἔκαμαν περιζήτητον νύμφην.

γ) Μεταστροφή

Ἐκείνη ὅμως ἠρνεῖτο κάθε παρομοίαν πρότασιν, ἕως ὅτου κάποιος μοναχός τῆς ἐγνώρισε τόν ἀληθινόν Νυμφίον τῶν ψυχῶν, τόν ᾿Ιησοῦν Χριστόν. ᾿Εβαπτίσθη καί ὠνομάσθη Αἰκατερίνα, πού σημαίνει Στεφανία ἤ Πολυστεφανία.

δ) Όμολογία Πίστεως

Κατά τήν διάρκειαν τῶν διωγμῶν τοῦ αὐτοκράτορος Μαξιμίνου, εἰς τήν ἀρχήν τοῦ 4ου αἰῶνος, ὡμολόγησε τήν πίστιν της εἰς τόν ᾿Ιησοῦν Χριστόν καί δημοσίως κατηγόρησε τόν αὐτοκράτορα διά τάς θυσίας του πρός τά εἴδωλα. ᾿Εκεῖνος διέταξε πενήντα ρήτορας ἀπό ὅλην τήν αὐτοκρατορίαν νά τήν μεταπείσουν, ἀλλά ἀντιθέτως αὐτοί ἐπείσθησαν ἀπό τά ρητά τῶν ἀρχαίων ῾Ελλήνων φιλοσόφων, τά σχετικά μέ τόν ἀληθινόν Θεόν, τά ὁποῖα ὑπενθύμισε εἰς αὐτούς ἡ ἁγία καί ἐπίστευσαν εἰς τόν ᾿Ιησοῦν Χριστόν.

ε) Μαρτύριον καί Θάνατος

Μετά ἀπό αὐτό ἐβασανίσθη σκληρά, ἀλλά ἀντί νά καμφθῇ, κατώρθωσε μέ τό ἔνθεον παράδειγμά της νά προσελκύσῃ εἰς τήν Χριστιανικήν πίστιν τήν σύζυγον τοῦ αὐτοκράτορος καί ἄλλα μέλη τῆς ἀριστοκρατίας. Μετά ἀπό τόν ἀποκεφαλισμόν της, ῎Αγγελοι παρέλαβαν τό σῶμα της καί τό μετέφεραν εἰς τήν κορυφήν τοῦ ὑψηλοτέρου ὄρους τῆς χερσονήσου τοῦ Σινᾶ, τό ὁποῖον σήμερα ἔχει τό ὄνομά της.

στ) Τό Ἁγιον Λείψανόν της

Μετά ἀπό τρεῖς περίπου αἰῶνες ἡ ὕπαρξις τοῦ ἁγίου λειψάνου ἀπεκαλύφθη μέ ὄνειρον εἰς μοναχούς τῆς Μονῆς, πού ἤδη εἶχε ἀνεγείρει ὁ ᾿Ιουστινιανός. Τό ἅγιον λείψανον ἀνεκομίσθη καί ἐτοποθετήθη εἰς τό ἅγιον Βῆμα τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς, μέσα εἰς μίαν μαρμαρίνην λάρνακα. Τό μύρον, πού ἀναβλύζει ἀπό τήν ἁγίαν κάραν εἶναι καί σήμερα ἕνα συνεχές θαῦμα.

ζ) Τιμή καί εὐλάβεια

Ἡ εὐλάβεια πρός τήν ἁγίαν Αἰκατερίνην διεδόθη εἰς τήν Δύσιν ἀπό τούς Σταυροφόρους καί ἐτιμήθη ὡς μεγάλη ῾Αγία. ῎Ετσι ἀπό τόν 11ον αἰῶνα ἡ Μονή τῆς Μεταμορφώσεως γίνεται γνωστή καί ὡς Μονή τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης.



Β´ ΣΥΝΤΟΜΟΣ ΞΕΝΑΓΗΣΙΣ

1. Τό τεῖχος

Τό τεῖχος τῆς Μονῆς ἐκτίσθη ἀπό τόν ἀρχιτέκτονα τοῦ ᾿Ιουστινιανοῦ Στέφανον ᾿Αϊλίσιον, διά νά προστατεύσῃ τούς μοναχούς, πού κατοικοῦσαν γύρω ἀπό τήν φλεγομένην Βάτο ἀπό τίς ἐπιδρομές βαρβάρων καί ληστῶν. Τό τεῖχος ἀπό τήν βορείαν πλευράν ἐπανειλημμένως ἔπαθε ζημίας ἀπό τήν ὑγρασίαν, κατά δέ τό 1798 κατέπεσε τελείως τό ἐξωτερικόν μέρος αὐτοῦ ἀπό καταρρακτώδη βροχήν καί ἀνηγέρθη πάλιν ἐκ νέου τό 1801 ἀπό τάς δυνάμεις κατοχῆς τοῦ Ναπολέοντος. Τό ὕψος τοῦ τείχους ποικίλλει ἀπό 10 μέχρι 20 μέτρα καί τό πάχος φθάνει εἰς ὡρισμένα σημεῖα τά 2 ἕως 3 μέτρα.


2. Ἱερός Ναός

Συγχρόνως μέ τά τείχη τῆς Μονῆς ἐκτίσθη καί ὁ Ναός εἰς τήν βορειοανατολικήν γωνίαν τοῦ φρουρίου ἀπό τόν ἴδιον ἀρχιτέκτονα, τόν Στέφανον ᾿Αϊλίσιον. ᾿Εθεμελιώδη τό 542 μ.Χ. καί ἐπερατώθη μετά ἀπό ἐννέα χρόνια. ῾Ο ναός τῆς ἁγίας Βάτου ἐνεσωματώθη εἰς τό κτήριον. Τό Καθολικόν εἶναι ἕνα γρανιτένιο οἰκοδόμημα, εἰς ρυθμόν τρικλίτου Βασιλικῆς, μέ Νάρθηκα, κυρίως Ναόν καί ἱερόν Βῆμα. Οἱ τοῖχοι, οἱ κίονες, ἡ ξυλίνη στέγη, τό Μωσαϊκόν καί οἱ ἐπιγραφές εἶναι ἀπό τήν ἐποχήν τοῦ ᾿Ιουστινιανοῦ. ῾Η ἀρχαία στέγη καλύπτεται σήμερα ἀπό ἕνα ξύλινον ὁριζόντιον φάτνωμα τοῦ 18ου αἰῶνος. Οἱ ἅγιες εἰκόνες χρονολογοῦνται ἀπό τόν 6ον αἰῶνα καί ἑξῆς. ῾Ο ἐσωτερικός διάκοσμος τοῦ ῾Ιεροῦ Βήματος καί τοῦ κυρίως Ναοῦ, τό Εἰκονοστάσι καί τό δάπεδον εἶναι τοῦ 17ου καί τοῦ 18ου αἰῶνος.


3. Τό «Μωσαϊκόν» τοῦ Ἱ. Ναοῦ

Εἰς τήν ἁψίδα τοῦ ἱεροῦ Βήματος τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς ὑπάρχει καί σώζεται εἰς ἀρίστην κατάστασιν τό περίφημον μωσαϊκόν τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. ῾Η τεχνοτροπία του ὁμοιάζει μέ ἐκείνη τῶν μωσαϊκῶν τοῦ ἁγίου Βιταλίου τῆς Ραβέννης καί τῆς ῾Αγίας Σοφίας τῆς Κων/πόλεως. Τό θέμα του εἶναι εἰλημμένον ἀπό τό κατά Ματθαῖον ΙΖ´ 2-8. ῾Ο Κύριος εὑρίσκεται εἰς τό κέντρον μέ τόν προφήτην ᾿Ηλίαν εἰς τά δεξιά καί τόν προφήτην Μωϋσῆν εἰς τά ἀριστερά Του καί τούς τρεῖς μαθητάς Πέτρον, ᾿Ιάκωβον καί ᾿Ιωάννην εἰς τά πόδια Του. Τό πρωΐ, τό φῶς τοῦ ἡλίου πού εἰσέρχεται ἀπό τά ἀνατολικά παράθυρα, ἔντονα ὑπενθυμίζει τό σχετικόν χωρίον τοῦ Εὐαγγελίου· «ἔλαμψε τό πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος τά δέ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένοντο λευκά ὡς τό φῶς» (Ματθ. ΙΖ´, 2).

Εἰς τό ἴδιον μωσαϊκόν βλέπει κανείς εἰς τά χείλη τῆς ἁψίδος τούς δώδεκα ᾿Αποστόλους, τούς δώδεκα Προφήτας, τόν Πρεσβύτερον Λογγῖνον (ἡγούμενον τῆς Μονῆς κατά τόν χρόνον τῆς κατασκευῆς τοῦ μωσαϊκοῦ) καί τόν διάκονον ᾿Ιωάννην (πιθανῶς τόν ᾿Ιωάννην τῆς Κλίμακος). ᾿Επάνω εἰς τήν ἁψίδα ὑπάρχουν εἰκόνες πού δείχνουν τόν Μωϋσῆν ἐμπρός εἰς τήν φλεγομένην Βάτον νά λύη «τό ὑπόδημα τῶν ποδῶν του» καί ἄλλη νά λαμβάνη τάς πλάκας τοῦ Δεκαλόγου, ἐπίσης δύο πρόσωπα μέ φωτοστέφανον (πιθανῶς ὁ ᾿Ιωάννης ὁ Βαπτιστής καί ἡ Θεοτόκος), καθώς καί δύο ῎Αγγελοι, προσφέροντες δῶρον εἰς τόν ᾿Αμνόν (συμβολισμός τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ).


4. Ἡ «Φλεγόμενη» ἁγία Βάτος

«῏Ηταν περαιτέρω ἀναγκαῖον νά προχωρήσωμε εἰς τό βάθος τῆς κοιλάδος, διότι ἐκεῖ εὑρίσκοντο πολλά κελλία ἐρημιτῶν καί ἕνας ναός εἰς τόν τόπον τῆς Βάτου· ἡ Βάτος αὐτή ζῆ μέχρι σήμερα καί θάλλει. Εἶναι ἡ Βάτος, ἀπό τήν ὁποίαν ὁ Θεός ὡμίλησε εἰς τόν Μωϋσῆν ἐν πυρί. ῾Η Βάτος εὑρίσκεται εἰς ἕνα πολύ ὄμορφον κῆπον ἐμπρός ἀπό τόν ναόν». Αὐτή εἶναι ἡ περιγραφή, πού ἔδωσε μία γυναῖκα, προσκυνήτρια ἀπό τήν ῾Ισπανίαν, ὀνόματι Αἰθερία, ἡ ὁποία ἐπεσκέφθη αὐτόν τόν τόπον περί τό τέλος τοῦ 4ου αἰῶνος.

Μέχρι σήμερα ὁ τόπος τῆς φλεγομένης Βάτου διατηρεῖ τά κύρια χαρακτηριστικά αὐτῆς τῆς περιγραφῆς. Τό παρεκκλήσιον τῆς ἁγίας Βάτου τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς. ῾Ο προσκυνητής εἰσέρχεται εἰς αὐτόν τόν ἁγιώτατον τόπον ἀνυπόδητος, εἰς ἀνάμνησιν τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ πρός τόν Μωϋσῆν· «λῦσαι τό ὑπόδημα τῶν ποδῶν σου· ὁ γάρ τόπος ἐν ᾧ σύ ἕστηκας, γῆ ἁγία ἐστί» (᾿Εξ. Γ´, 5). Τό παρεκκλήσιον εἶναι ἀφιερωμένον εἰς τόν Εὐαγγελισμόν τῆς Θεοτόκου. ῾Η εἰκών τοῦ τιμωμένου προσώπου, ἀριστερά τῆς ἁγίας Τραπέζης, εἶναι μοναδική καί δεικνύει τήν Θεοτόκον μέ τόν Χριστόν εἰς τήν ἀγκάλην Της νά κάθηται ἐν μέσῳ τῆς φλεγομένης Βάτου, ἐνῶ ἀριστερά ὁ Μωϋσῆς προσκυνεῖ ἀνυπόδητος.


5. Τράπεζα

Ἡ Τράπεζα τῶν μοναχῶν εἶναι ἕνα ἀπό τά πλέον ἐνδιαφέροντα κτήρια τῆς Μονῆς. ῾Ομοιάζει μέ τετράπλευρον ναόν, μέ τόξα αἰχμηρά εἰς τήν κορυφήν γοτθικοῦ ρυθμοῦ, ἐπί τῶν ὁποίων ὑπάρχουν φραγκικές ἐπιγραφές καί οἰκόσημα. Εἰς τήν κόγχην τῆς Τραπέζης ὑπάρχει θαυμάσια τοιχογραφία τοῦ 16ου αἰῶνος, πού παριστᾶ τήν ἐπίσκεψιν τοῦ Κυρίου πρός τόν ᾿Αβραάμ ὑπό μορφήν τριῶν ᾿Αγγέλων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν σύμβολον τῆς ἁγίας Τριάδος (Γεν. ΙΗ´, 2)· ἄνωθεν εἰκονίζεται ἡ Δευτέρα Παρουσία. Οἱ περισσότερες ἀπό τίς ὑπόλοιπες τοιχογραφίες ἔχουν γίνει προσφάτως ἀπό τόν μοναχόν Παχώμιον (1958).

Εἰς τό κέντρον ὑπάρχει ξυλόγλυπτος Τράπεζα, εἰς ρυθμόν ᾿Αναγεννήσεως (ροκοκό).᾿Εδῶ παλαιότερον ἔτρωγαν οἱ μοναχοί μέ ἐπικεφαλῆς τόν ᾿Αρχιεπίσκοπον ἤ τόν Δικαῖο τῆς Μονῆς, ἐνῶ ἀπό τόν ἄμβωνα, ὡς εἴθισται εἰς τάς Μονάς, ἐγίνετο ἡ ψυχωφελής ἀνάγνωσις ἀπό πατερικά συγγράμματα.


6. Τό κωδωνοστάσιον

Ἐκτίσθη τό 1871 ἀπό τόν Τήνιο ἀρχιτέκτονα ᾿Ιάκωβον Βαρούτην μέ δαπάνην τοῦ σκευοφύλακος τῆς Μονῆς Γρηγορίου. ῎Εχει ἐννέα κώδωνας διαφόρων μεγεθῶν, δῶρον τῶν Τσάρων τῆς Ρωσίας, καί ἕνα τάλαντον. ῾Ως γνωστόν, τό τάλαντον εἶναι ξύλινον σήμαντρον πολύ ἀρχαιότερον τῶν μεταλλικῶν κωδώνων. Σήμερα χρησιμοποιεῖται διά νά σημαίνη τόν ῾Εσπερινόν καί τόν ῎Ορθρον κατά τίς καθημερινές, ἐνῶ οἱ κώδωνες τήν Θείαν Λειτουργίαν κατά τήν Κυριακήν καί τίς ἑορτές.


7. Πινακοθήκη

Εἰς τήν Πινακοθήκην ἐκτίθενται 150 ἐκλεκτές εἰκόνες ἀπό μίαν συλλογήν 2000 περίπου εἰκόνων ἀνεκτιμήτου πνευματικῆς, ἱστορικῆς καί καλλιτεχνικῆς ἀξίας. ῾Υπάρχουν πολλές σπανιώτατες καί ἀρχαιότατες, κηρόχυτες εἰκόνες τοῦ 6ου αἰῶνος. Τμῆμα τῆς συλλογῆς ἀνήκει εἰς τήν πρώϊμον Βυζαντινήν περίοδον (6ος-10ος αἰών) μέ τεχνοτροπίαν ῾Ελληνιστικήν, Γεωργιανήν, Συριακήν καί Κοπτικήν. Μεγάλο μέρος τῆς συλλογῆς χρονολογεῖται ἀπό τόν 11ον μέχρι τόν 15ον αἰῶνα. ῾Η Κρητική Σχολή τοῦ 16ου αἰῶνος, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη ἀπό τό Σιναϊτικόν Μετόχιον τοῦ ῾Ηρακλείου, ἀντιπροσωπεύεται ἐπίσης μέ μεγάλον ἀριθμόν εἰκόνων. Δυτικῆς προελεύσεως εἰκόνες εἶναι σπάνιες· μία ῾Ισπανική εἰκών τῆς Ἁγ. Αἰκατερίνης, γοτθικῆς τεχνοτροπίας τοῦ 14ου αἰῶνος, εὑρίσκεται εἰς τό Καθολικόν τῆς Μονῆς.


8. Ἡ Βιβλιοθήκη

Ἡ Βιβλιοθήκη τῆς Μονῆς εἶναι ἡ δευτέρα εἰς σπουδαιότητα τοῦ κόσμου μετά τήν βιβλιοθήκην τοῦ Βατικανοῦ, τόσον εἰς ἀριθμόν, ὅ- σον καί εἰς ἀξίαν χειρογράφων. Ὑπάρχουν 3.000 χειρόγραφα, ἀπό αὐτά τά δύο τρίτα ῾Ελληνικά καί τά ὑπόλοιπα Ἀραβικά, Σλα- βικά, Κοπτικά, ᾿Ιβηρικά (Γεωργι- ανά), Ἀρμενικά καί Αἰθιοπικά. Τά περισσότερα εἶναι Χριστιανι- κοῦ περιεχομένου. ῾Υπάρχουν ὅ- μως καί ἱστορικῆς ἀξίας ἔγγραφα Αὐτοκρατόρων, Πατριαρχῶν, Ἀρ- χιερέων, ῾Ηγουμένων ὅπως ἐπί- σης φιρμάνια Σουλτάνων, Ἀραβι- κά καί Τουρκικά.

9. Ὁ Σιναϊτικός Κῶδιξ

Εἰς τό παρελθόν ὑπῆρχε ὁ Σιναϊτικός Κῶδιξ, τό πολυτιμώτερον χειρόγραφον εἰς τόν κόσμον, περιέχον τό ῾Ελληνικόν κείμενον τῆς ῾Αγίας Γραφῆς (Παλαιᾶς καί Καινῆς), χρονολογούμενον ἀπό τά μέσα τοῦ 4ου αἰῶνος. Τό 1865 τό ἐδανείσθη ὁ Γερμανός μελετητής Τίσσερντορφ διά λογαριασμόν τοῦ Ρώσου αὐτοκράτορος, ἀλλά οὐδέποτε ἐπεστράφη. Τό 1933 τό «ἀγόρασε» τό Βρεττανικόν Μουσεῖον ἀντί 100.000 λιρῶν, ὅπου καί εὑρίσκεται σήμερα. Εἰς τά νέα εὑρήματα ἀνεκαλύφθησαν 12 φύλλα καί 18 σπαράγματα, τά ὁποῖα θά ἐνσωματωθοῦν εἰς τό κύριον σῶμα τοῦ Κώδικος ὅταν οὗτος ἐπιστραφῆ εἰς τήν νόμιμον ἰδιοκτήτριαν ῾Ι. Μονή Σινᾶ. ῾Ο σπουδαιότερος θησαυρός σήμερα τῆς βιβλιοθήκης εἶναι ὁ παλίμψηστος Συριακός κῶδιξ τοῦ 400 μ.Χ. περίπου μέ δευτέραν γραφήν τοῦ 7ου ἤ 8ου αἰῶνος.


10. Ὁ κῆπος

Ὁ κῆπος τῆς Μονῆς ἐκτείνεται σάν ἕνα μακρύ τρίγωνον μέσα εἰς τήν ἔρημον καί εἶναι μία πραγματική ὄασις ἀνάμεσα εἰς τά γρανιτένια ὄρη. Εἶναι ἔργον τῶν μοναχῶν, πού ἀκούραστα ἔφεραν χῶμα ἀπό μακρυά καί κατεσκεύασαν δεξαμενές διά νά συγκεντρώνουν τά νερά τῆς βροχῆς καί τῶν χιόνων. ῾Η σωματική ἐργασία ἦταν πάντοτε ἕνα οὐσιῶδες μέρος τῆς ζωῆς τοῦ ᾿Ορθοδόξου μοναχοῦ. Εἰς τόν κῆπον φύονται καλλωπιστικά καί ὀπωροφόρα δένδρα καθώς καί λαχανικά.


11. Τό κοιμητήριον

Εἰς τόν κῆπον μέσα, εὑρίσκεται τό κοιμητήρι τῆς Μονῆς μέ τό παρεκκλήσιον τοῦ ἁγίου Τρύφωνος καί ἀπό κάτω τό ὀστεοφυλάκιον. Οἱ κεκοιμημένοι θάπτονται εἰς τό μικρόν κοιμητήρι καί ἀργότερα τά ὀστᾶ των (καί πολλές φορές ἀκέραια τά σώματα) ἐναποτίθενται εἰς τό ὀστεοφυλάκιον.

Μέσα εἰς ἕνα ἰδιαίτερο κουβούκλιον εὑρίσκεται ἀκέραιον, ἐνδεδυμένον τό μοναχικόν σχῆμα, τό λείψανον τοῦ ἐρημίτου Στεφάνου, ἑνός Σιναΐτου μοναχοῦ, διά τόν ὁποῖον ἀναφέρει ἅγιος ᾿Ιωάννης εἰς τήν Κλίμακα. ῎Εζησε τόν 6ον αἰῶνα καί θεωρεῖται τοπικός ὅσιος.


12. Τό Ὄρος τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης

- Λόφος Ἰοθόρ

Ἀνατολικῶς τῆς Μονῆς ὑπάρχει ἕνας λόφος, τό ὄρος τοῦ ᾿Ιοθόρ, ὅπου ἐζοῦσε ὁ ᾿Ιοθόρ μέ τίς ἑπτά θυγατέρες του (᾿Εξ. Β´, 15-32). Εἰς τήν κορυφήν του ὑπάρχει τό παρεκκλήσιον τῶν ῾Αγ. Θεοδώρων καί ἀπό ἐκεῖ ἀντικρύζει κανείς τά δύο περίφημα ὄρη, τό Σινᾶ καί τό ὄρος τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης.

- Κορυφή Ἁγ. Αἰκατερίνης

Τό ὄρος τῆς ῾Αγ. Αἰκατερίνης, εἶναι τό ὑψηλότερον τῆς χερσονήσου τοῦ Σινᾶ καί φθάνει τά 2.646 μέτρα. ᾿Απέχει πέντε ὧρες μέ τά πόδια ἀπό τήν Μονήν καί ὑπάρχει ὁμαλός δρόμος κατασκευασμένος ἀπό τόν μοναχόν Μωϋσῆν.

- Παρεκκλήσιον Ἁγ. Αἰκατερίνης

Εἰς τήν κορυφήν τοῦ ὄρους ὑπάρχει τό παρεκκλήσιον τῆς ῾Αγίας. ῾Ο τόπος ὅπου εὑρέθη τό ἅγιον λείψανον εἶναι ἀκριβῶς κάτω ἀπό τήν Ἁγίαν Τράπεζαν. Δίπλα εἰς τόν ναόν ὑπάρχουν δύο δωμάτια διά τούς προσκυνητάς καί ὀλίγον μακρύτερα ὑπῆρχε ἕνα παρατηρητήριον τοῦ Μετεωρολογικοῦ ᾿Ινστιτούτου Καλλιφόρνιας. ῾Η θέα ἀπό δῶ εἶναι θαυμάσια. ῾Ο παρατηρητής ἠμπορεῖ νά ἴδη τήν ᾿Ερυθράν Θάλασσαν νοτίως καί τόν κόλπον τοῦ ᾿Εϊλάτ ἀνατολικῶς.


13. Τό ὄρος Χωρήβ

- Κορυφή Μωϋσέως ἤ Δεκαλόγου

Ἡ ἁγία Κορυφή ἤ τό ὄρος τοῦ Μωϋσέως, ὅπως λέγεται ἀπό τούς ἐντοπίους, ἔχει ὕψος 2.240 μέτρα καί ἀπέχει ἀπό τήν Μονήν δύο ὧρες μέ τά πόδια. Αὐτός εἶναι ὁ ἱερός τόπος ὅπου ὁ Μωϋσῆς ἔλαβε ἀπό τόν Θεόν τόν Νόμον καί συνωμίλησε ἐπανειλημμένως μέ Αὐτόν.

- Ἄνοδος

Ὑπάρχουν δύο δρόμοι πρός τήν ἁγίαν Κορυφήν· ὁ ἕνας ἀποτελεῖται ἀπό 3.750 πέτρινα σκαλοπάτια, φτιαγμένα ἀπό τούς μοναχούς. ῾Ο ἄλλος εἶναι ὁμαλός, περιφερειακός δρόμος, φτιαγμένος τόν 19ον αἰῶνα ἀπό τόν ἀντιβασιλέα τῆς Αἰγύπτου ᾿Αμπᾶ Πασᾶ Α´.

- Παρεκκλήσιον Ἁγ. Τριάδος

Εἰς τήν ἁγίαν Κορυφήν ὑπάρχει ναός τῆς Ἁγίας Τριάδος, κτισμένος προσφάτως μέ τίς πέτρες μεγάλου καί ἀρχαίου Ναοῦ, τόν ὁποῖον εἶχε κτίσει ὁ ᾿Ιουστινιανός. Εἰς τήν βόρειαν πλευράν τοῦ Ναοῦ εὑρίσκεται μικρόν σπήλαιον, ὅπου ὁ θεόπτης Μωϋσῆς «εἰσῆλθε καί ἦν ἐκεῖ ἐν τῷ ὄρει τεσσαράκοντα ἡμέρας καί τεσσαράκοντα νύκτας» (᾿Εξ. ΚΔ´, 18), καί ἀπό ὅπου ἠξιώθη νά ἴδη τόν Θεόν, ὄχι ὅμως κατά πρόσωπον... «θήσω σε εἰς ὀπήν τῆς πέτρας καί σκεπάσω τῇ χειρί μου ἐπί σέ ἕως ἄν παρέλθῳ... τό δέ πρόσωπόν μου, οὐκ ἀφθήσεταί σοι...» (᾿Εξ. ΛΓ´, 21-23).


14. Οἱ Βεδουΐνοι

Ὄπως ἀναφέρει ὁ Πατριάρχης ᾿Αλεξανδρείας Εὐτύχιος (9ος αἰ.) ὅταν ὁ ᾿Ιουστινιανός ἔκτισε τήν Μονήν ἐγκατέστησε κοντά εἰς αὐτήν διακόσιες οἰκογένειες ἀπό τόν Πόντον καί τήν ᾿Αλεξάνδρειαν διά νά ὑπερασπίζωνται καί νά ὑπηρετοῦν τούς μοναχούς.

Οἱ σημερινοί ὑπηρέται τῆς Μονῆς εἶναι ἀπόγονοι αὐτῶν τῶν οἰκογενειῶν καί ἀποτελοῦν μίαν ἀπό τίς Ἀραβικές φυλές τῶν Βεδουΐνων τοῦ Σινᾶ, τήν φυλήν Γκεμπελία (= ᾿Ορεινοί). Ἑν τούτοις, θεωροῦν τούς ἑαυτούς των «Ρωμηούς» καί καυχῶνται διά τήν ὀνομασίαν αὐτήν, ἀναγνωρίζοντας τήν καταγωγήν τους. Εἰς τήν Μονήν ἔχουν ἰδιαίτερα καθήκοντα καί δικαιώματα. Σήμερα εἶναι Μουσουλμάνοι, διατηροῦν ὅμως μερικά κατάλοιπα τῆς παλαιᾶς χριστιανικῆς πίστεώς των. ῎Ετσι, ἑορτάζουν τόν προφήτην Μωϋσῆν εἰς τήν ἁγίαν Κορυφήν καί τιμοῦν τόν προφήτην ᾿Ααρών, τόν Ἅγιον Γεώργιον καί τήν Ἁγίαν Αἰκατερίνην. Ἡ Μονή εἶναι ἀναπόσπαστον τμῆμα τῆς ζωῆς των. Εἶναι φιλειρηνικοί καί εὐγενεῖς, εὔθυμοι, ὀλιγαρκεῖς καί φιλόξενοι, παρά τήν πτωχείαν των. Θεωροῦν τήν Μονήν καί τόν Ἀρχιεπίσκοπον Σινᾶ ὡς τήν ἀνωτάτην διοικητικήν καί δικαστικήν ἀρχήν τῆς φυλῆς των καί εἶναι ἀφοσιωμένοι εἰς αὐτήν.

Αναδημοσίευση κειμένου από: impantokratoros.gr
Περισσότερα...