Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εορτές Μαΐου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εορτές Μαΐου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 27 Μαΐου 2015

Άγιος Ανδρέας, ο δια Χριστόν Σαλός



Σε αυτή την ανάρτηση θα αναφερθούμε στον Άγιο Ανδρέα, τον διά Χριστόν Σαλόν, του οποίου τη μνήμη η Εκκλησία μας τιμά στις 28 Μαΐου, ενώ θα δούμε και την αρπαγή του, μέσα από το βιβλίο των Εκδόσεων της Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού Αττικής (1995), - «Όσιος Ανδρέας ο δια Χριστόν σαλός».





Βίος και νεανική ηλικία


Ο Άγιος Ανδρέας, ο διά Χριστόν σαλός, καταγόταν από την Σκυθία και έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Λέοντος ΣΤ’ του Σοφού (886 – 912 μ.Χ.). Από παιδική ηλικία είχε πουληθεί ως δούλος σε κάποιον πρωτοσπαθάριο και στρατηλάτη της Ανατολής, ονομαζόμενο Θεόγνωστο, άνδρα ενάρετο και ευσεβή, ο οποίος τόσο αγάπησε τον μικρό Ανδρέα, ώστε τον μεταχειρίστηκε ως υιό του, φροντίζοντας για την επιμελή και θεοσεβή μόρφωση αυτού.

Τον Ανδρέα προσείλκυαν περισσότερο από κάθε άλλο τα ιερά γράμματα και ιδιαίτερα οι Βίοι και τα Μαρτύρια των αγωνιστών της Χριστιανικής πίστεως. Τέτοιος υπήρξε ο ζήλος του προς αυτά, ώστε αποκλήθηκε «σαλός» (μωρός), διότι ο ζήλος του αυτός τον ωθούσε πολλές φορές στο να υπομένει εμπαιγμούς, ταπεινώσεις και βαριές ύβρεις και να προβαίνει σε διαβήματα που κρίνονται ως ανισόρροπα και εκκεντρικά. Αλλά εκείνος υπέμενε τους εξευτελισμούς, παρηγορούμενος από το ότι πολλές φορές πετύχαινε να επαναφέρει στην ευθεία οδό παραστρατημένες υπάρξεις.

Ο Άγιος Ανδρέας διακρινόταν και για την φιλανθρωπία και την αγαθοποιία του. Όχι μόνο μοιραζόταν τα υπάρχοντά του με τους φτωχούς, αλλά προσέφερε ότι είχε και ο ίδιος έμενε νηστικός και γυμνός. Σε εκείνους που τον παρατηρούσαν για τις υπερβολικές αγαθοεργίες του, τους έλεγε ότι στο πρόσωπο κάθε ανθρώπου, και μάλιστα του πάσχοντος αδελφού, έβλεπε τον Χριστό.

Ηρπάγην έως τρίτου ουρανού

Έχουμε ακούσει όλοι τον χαρακτηρισμό ''δια Χριστόν σαλοί. Η εκκλησία μας τιμά αρκετούς. Είναι εκείνοι, οι οποίο για τον μεγάλο θείο έρωτα κάνουν τον σαλό, δηλαδή τον τρελό. περιφρονούν διακαώς τους επαίνους τις τιμές και τις δόξες και προσφέρονται σφόδρα στον δρόμο της αυταπάρνησης της ανυποληψίας και της μηδαμινότητας. Ζητούν επιμόνως την καταφρόνηση του κόσμου, και η αυτογνωσία τους πολύ σκληρή.. «εγώ ειμί σκώληξ και ουκ άνθρωπος, όνειδος ανθρώπων και εξουθένημα λαού» (Ψαλμ. κα' στίχ 7).Ο απόλυτος αυτοεξευτελισμός στα μάτια των ανθρώπων, ο θαυμασμός και η έκπληξη στα μάτια των αγγέλων. Η ταπείνωση είναι το ένδυμά τους και με ταυτόχρονη ολοκληρωτική εξουδένωση του ''εγώ τους'' οι δαίμονες τους τρέμουν βρίσκουν αντιπάλους σκληρούς χωρίς προηγούμενο και πραγματικά λυσσάνε, νικώνται και απομακρύνονται ηττημένοι.

Από τους σπουδαιότερους αγίους ''δια χριστόν σαλούς ''που τιμά η εκκλησία μας είναι ο Όσιος Ανδρέας. Είχε καλό χαρακτήρα δι’ αυτό του δόθηκε άνωθεν αυτή η κλήση για να παίξει ρόλο σκληρό επίπονο στην μεγάλη αυτή άσκηση της σαλότητας. Ο λόγος που αναφερόμαστε σε αυτόν σήμερα στην εγγραφή μας έχει να κάνει με την σπανιότητα του φαινομένου της θείας επισκέψεως ανθρώπου στα άνω στερεώματα του ουρανού και στο αντίκρισμα του θρόνου του Θεού. Ο απόστολος Παύλος βεβαίως ήταν ένας ακόμα θνητός που έφτασε μέχρι έβδομο ουρανό, πριν τον όσιο. Ο Παύλος μας διηγείται αυτή την εμπειρία κατά το ανθρώπινον λέγοντας μεταξύ άλλων ''...κανένα αυτί και μάτι ανθρώπου δεν μπορεί να συλλάβει το κάλλος και τα αθάνατα αγαθά που περιμένουν τους δικαίους..'' Στην περίπτωση του Οσίου Ανδρέα όπως θα δούμε παρακάτω υπάρχει ενδιαφέρον και όποιος έχει μελετήσει και τις δυο περιπτώσεις θα έχει προσέξει ότι υπάρχουν αρκετές ομοιότητες.

Στον ουρανό του ουρανού…

Ξαφνικά έπεσα σε έκσταση. Ένοιωθα πως πατούσα πάνω στον ουρανό, πως με οδηγούσε κάποιος νέος φορώντας μανδύα, με πρόσωπο λαμπρό σαν τον ήλιο. Νόμιζα πώς ήταν εκείνος που με χτύπησε στο πρόσωπο με το ανθισμένο κλαδί την ώρα που ξεψυχούσα από το κρύο, και διέταξε τους υπηρέτες του να με σηκώσουν.

Καθώς με οδηγούσε, βλέπω ξαφνικά έναν ωραίο και μεγάλο σταυρό. Τριγύρω του υπήρχαν τέσσερα ανάερα πέπλα, που έμοιαζαν με φωτεινή νεφέλη. Τα δύο απ' αυτά έλαμπαν σαν αστραπή, ενώ τα άλλα δύο ήσαν λευκά σαν χιόνι. Κυκλικά είχαν σταθεί λευκοί μελωδισταί, ψηλοί και ωραίοι. Τα μάτια τους άστραφταν με πύρινες ακτίνες. Έψαλλαν μάλιστα χαμηλόφωνα ένα γλυκό μέλος για τον Σταυρωθέντα. Ο οδηγός μου περνώντας μπροστά από τον σταυρό τον κατεφίλησε και μου έκανε νόημα να κάνω τα ίδιο. Έσκυψα λοιπόν με τη σειρά μου και τον προσκύνησα. Μόλις ασπάσθηκα εκείνο το κοκκινωπό Τίμιο ξύλο, γέμισα από ευωδία μέλιτος, που δεν οσφράνθηκα παρόμοια στον παράδεισο. Καθώς ανασήκωσα τα μάτια μου από τον σταυρό, τι να δω! Κάτω από μας η άβυσσος της θαλάσσης. Με κυρίευσε τρόμος. Φοβήθηκα μήπως γλιστρήσω, και φώναξα στον οδηγό μου: «Κύριε μου, περπατώ στο κενό, νομίζω πως βαδίζω πάνω σε σύννεφο, φοβάμαι μήπως δεν με βαστάξει και πέσω στη θάλασσα». «Μη φοβάσαι. Πρέπει να ανέβουμε ψηλότερα», μου λέει και μου δίνει το χέρι. Βρεθήκαμε αμέσως στο δεύτερο στερέωμα, που ήταν λευκό σαν χιόνι. Εκεί βλέπω δύο σταυρούς όμοιους με του κάτω στερεώματος. Γύρω τους παράστεκε μεγαλειώδης ακολουθία, όπως και στον πρώτο σταυρό. Ο αέρας εκεί ήταν πύρινος και ξεκούραζε πολύ τους όμορφους νέους. Ασπάσθηκα κι εκείνους τους τίμιους σταυρούς με πόθο και έρωτα θεικό. Η ευωδία τους, ακατάληπτη και ανερμήνευτη, προκαλούσε ευφροσύνη και τερπνότητα μεγαλύτερη από του πρώτου σταυρού.

Ξαφνικά βλέπω εκεί μια φωτιά που κατέφλεγε τα πάντα. Φοβήθηκα και ζήτησα πάλι βοήθεια από τον οδηγό μου. «Δώσε το χέρι, μου λέει, θα ανέβουμε ακόμη ψηλότερα». Κι αμέσως βρεθήκαμε στον τρίτο ουρανό. Ο ουρανός αυτός δεν έμοιαζε καθόλου με τον ουρανό που βλέπουμε από τη γη. Απλωνόταν σαν χρυσαφένιο δέρμα σε σχήμα πετάλου. Στα πρόθυρα του συναντήσαμε άλλους τρεις σταυρούς, πιο μεγάλους και επιβλητικούς, που είχαν τη λάμψη της αστραπής. Ο οδηγός μου πήρε θάρρος, μπήκε μέσα στη φωτιά και τους προσκύνησε. Εγώ δεν τόλμησα να κάνω το ϊδιο. Προσκύνησα από μακριά και προσπέρασα.

Προχωρήσαμε αρκετά και φθάσαμε στο δεύτερο παραπέτασμα. Εκεί είδα κάτι σαν αστραπή απλωμένη στον αέρα. Ανεβήκαμε και περάσαμε μέσα. Ουράνια στρατιά από πλήθος αγγέλων αινούσαν και δοξολογούσαν τον θεό. Προσπεράσαμε κι αυτό και βρεθήκαμε σε άλλο χώρισμα από βύσσο και πορφύρα ανέκφραστη.

Φθάσαμε σε μια λαμπρή τοποθεσία. Υπήρχε εκεί ένα άλλο θαυμαστό παραπέτασμα, που έμοιαζε με πολύ λαμπρό και καθαρό ήλεκτρο. Κάποιο χέρι το παραμέρισε και μας έδειξε να περάσουμε. Μέσα σ' αυτά συναντήσαμε
αναρίθμητο πλήθος αγίων αγγέλων. Τα πρόσωπα τους φλογερά, έλαμπαν από μακριά πιο πολύ από τον ήλιο. Είχαν σταθεί με ταξί και πολλή κοσμιότητα με τα άυλα αναστήματα τους, μετέωροι σ' εκείνο το τρομερό ύψος. Στα χέρια κρατούσαν φοβερά σκήπτρα. Σχημάτιζαν αναρίθμητες λεγεώνες παρατεταγμένες δεξιά και αριστερά.

«Όταν σηκωθεί κι αυτό το παραπέτασμα, μου είπε ο οδηγός μου δείχνοντας το, θα δεις τον Υιό του ανθρώπου να κάθεται στα δεξιά του Πατρός. Να πέσεις να τον προσκυνήσεις. Ο νους σου να είναι όλος προσηλωμένος σ' Εκείνον, για ν' ακούσεις τι θα σου πει».

Ενώ άκουγα τις συμβουλές του, κοιτάζω το παραπέτασμα και βλέπω ένα μεγαλόπρεπο περιστέρι να κατεβαίνει και να κάθεται πάνω σ' αυτά. Το κεφάλι του ήταν σαν από χρυσάφι, το στήθος πορφυρό, τα φτερά λαμπερά σαν φλόγα, τα πόδια λευκά, ενώ τα μάτια τόξευαν φωτεινές ακτίνες. Καθώς απελάμβανα την ομορφιά του, ξαφνικά πέταξε στα ύψη.

«Ενώπιος ενωπίω»

Παραμερίσθηκε κι αυτά το παραπέτασμα και βλέπω τότε στο αχανές εκείνο ύψος, που καταπλήττει κάθε νου και διάνοια, θρόνο φοβερό, υπερυψωμένο. Κανείς δεν τον κρατούσε, κρεμόταν μετέωρος. Από μέσα έβγαιναν φλόγες πιο λευκές κι από το χιόνι. Επάνω στον θρόνο άστραφτε ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός. Φορούσε βαθυκόκκινα και ολόλευκα ενδύματα. Η λαμπρότης του όμως από συγκατάβαση στη δική μου αδυναμία ήταν περιορισμένη. Είδα λοιπόν την θεανθρώπινη ευπρέπεια και ωραιότητα Του. Ήταν σαν να βλέπει κανείς τον ήλιο να σκορπίζει χαρούμενα τις πρώτες ακτίνες της ανατολής. Έπεσα και τον προσκύνησα τρεις φορές. Προσπάθησα ν' ανασηκωθώ και ν' αντικρίσω πάλι την ωραιότητά Του, την πύρινη λαμπρότητα της δυνάμεως Του, αλλά δεν μπόρεσα. Με είχε κυριεύσει ανέκφραστος φόβος, φρίκη και χαρά. Μέσα απ' αυτό το φως ακούσθηκε μια φωνή, που με τον δυνατό της ήχο έσχιζε τον αέρα. Ήταν μελιστάλακτη, ήμερη και γλυκειά. Μου είπε τρεις λέξεις. Το νόημά τους το κατάλαβα και δοκίμασα πρωτόγνωρη πνευματική ηδονή. Σε λίγο μου είπε άλλες τρεις λέξεις, που μόλις τις άκουσα γέμισε η καρδιά μου από θεϊκή χαρά. Κατόπιν μου είπε για τρίτη φορά άλλες τρεις και ξαφνικά ακούσθηκε ισχυρή δοξολογική κραυγή από τα αγγελικά στρατεύματα: Άγιος, Άγιος, Άγιος. Κατάλαβα ότι αυτό έγινε για μένα. Η δοξολογία τους βέβαια είναι ακατάπαυστη. Εκείνη όμως η εξαίσια μελωδική κραυγή ήταν για την εύνοια, που τόσο πλούσια έδειξε σ' εμένα ο Δεσπότης Χριστός. Μόλις άκουσα αυτές τις ανέκφραστες και θεϊκές λέξεις, κατέβηκα αμέσως με τον ίδιο τρόπο που ανέβηκα. Ήρθα πάλι στον εαυτό μου και είδα πως βρέθηκα στον κήπο, απ' όπου είχε γίνει η αρπαγή μου. Αναλογιζόμουν με απορία τα όσα μου συνέβησαν. Που ήμουν και που βρέθηκα! Δεν μπορούσα να καταλάβω πως πήγα σ' εκείνον τον θεϊκό τόπο. Φέρνοντας στον νου μου όσα είδα εκεί και άκουσα, μονολογούσα: «Άραγε έχει έρθει και άλλος εδώ ή μόνο εγώ;».

Η τελευταία γεύση του Παραδείσου

Αυτά σκεπτόμουν και ξαφνικά βλέπω ν' απλώνεται μπροστά μου μια πεδιάδα. Δεν είχε δένδρα αλλά ήταν ωραία χλοερή και ανθηρή, ασφυκτικά γεμάτη με κρίνα και τριαντάφυλλα. Είχε πηγές που ανέβλυζαν μέλι και γάλα. Αναδιδόταν μάλιστα θαυμάσια ευωδία. Αυτό το απαλό τοπίο, αυτή η αναπαυτική χλόη με έκαναν να απορώ και να εκπλήττομαι για τα θαυμάσια του θεού, που συναγωνίζονταν το ένα το άλλο σε λαμπρότητα.

Και να! Βλέπω έναν άνδρα αστραφτερό. Φορούσε χιτώνα σαν φωτεινή νεφέλη και κρατούσε στο χέρι σταυρό. Με πλησιάζει και μου λέει: «Η χάρις του σταυρωθέντος Κυρίου μας ας είναι μαζί σου. Μακάριοι οι σαλοί, γιατί έχουν μεγάλη φρόνηση. Ο θεός εδώ σ' έχει κατατάξει. Πήγαινε όμως πρώτα στο καμίνι του κόσμου, εκεί που βρίσκονται συναγμένα τα τριβόλια και οι οχιές, τα φίδια και οι δράκοντες. Πάντως η παρουσία σου σ' αυτόν τον χώρο είναι κάτι ασυνήθιστο και παράδοξο. Κανείς δεν ήρθε εδώ παρά μόνο εκείνος που κοπίασε περισσότερο απ' όλους για το Ευαγγέλιο του Χριστού. Δεύτερος είσαι εσύ, επειδή άδραξες την ταπείνωση στην πιο τέλεια μορφή της. Ξέρω όμως πως την απέκτησες! Με την τέλεια πτωχεία, με το «φύγε απ' εδώ σκύλε», με την εξουδένωση. Την απέκτησες, γιατί μπήκες γυμνός και κάνοντας τον σαλό στο στάδιο του κοσμοκράτορος γιατί μονομάχησες μαζί του, τον νίκησες και έριξες τον θρόνο του στη γη. Είδες τα εδώ μυστήρια; Κατάλαβες την αληθινή ανταπόδοση των δικαίων; Γνώρισες τον παράδεισο του Χριστού; Αντιλαμβάνομαι βέβαια ότι είδες και έφριξες. Πως σου φάνηκε ο μάταιος κόσμος συγκριτικά με τούτον; Τι λες, είδες λαμπρότητα; Είδες από ποια χαρά θέλουν να στερήσουν τον εαυτό τους οι αμαρτωλοί;»Ενώ μου έλεγε αυτά ο λαμπροφόρος άνδρας με κοίταζε χαρούμενος και ευχαριστημένος. «Η κυρία Θεοτόκος, συνέχισε να μου λέει, η υπέρλαμπρη βασίλισσα των επουρανίων δυνάμεων δεν είναι εδώ. Περιέρχεται τον μάταιο κόσμο και βοηθεί όσους επικαλούνται τον μονογενή Υιό και Λόγο του θεού και το πανάγιο όνομά της. Καλά θα ήταν να σου έδειχνα την υπέρλαμπρη κατοικία της, αλλά τώρα πρέπει να επιστρέψεις στον τόπο σου. Έτσι διέταξε ο Δεσπότης Χριστός».Ενώ μιλούσε, μου φάνηκε πως έπεσα σε ύπνο γλυκό και σαν να κοιμήθηκα από το βράδυ ως το πρωί, βρέθηκα όπως με βλέπεις εδώ. Τώρα λοιπόν να ευφρανθείς αγαπημένε μου φίλε, και ας αγωνισθούμε για τη σωτηρία μας και την κληρονομία των αιωνίων αγαθών.

Ο αγώνας συνεχίζεται εντονώτερος

Όση ώρα μου μιλούσε ο μακάριος Ανδρέας, βρισκόμουν εκτός εαυτού. Συγχρόνως παρατηρούσα κάτι θαυμαστό: Γύρω μας ξεχυνόταν μια ευωδία σαν από κρίνα και τριαντάφυλλα. Νόμιζα πως, όση ώρα διαρκούσε η θεϊκή ομιλία του δικαίου, παρευρίσκονταν άγιοι άγγελοι που θύμιαζαν αοράτως. Πολύ τον παρεκάλεσα να μου αναφέρει μία λέξη απ' αυτές που του είπε ο Κύριος, αλλά δεν τον έπεισα. Αυτό θα αφορά τον Κύριο και τη μακαρία ψυχή του.

Όλη τη νύχτα απολαμβάναμε αυτά τα πνευματικά αγαθά. Τα ξημερώματα έφυγε. Περνούσε από τις στοές κι έκανε τα συνηθισμένα του καμώματα ή καλύτερα ενέπαιζε τα πονηρά πνεύματα και τα εξαπατούσε. Από τότε έμενε κάθε νύχτα άυπνος, δοξολογώντας ακαταπαύστως τον θεό. Όλη την ημέρα κυκλοφορούσε μέσα στον θόρυβο, ή καλύτερα, δοκιμαζόταν μέσα στο καμίνι του κόσμου. Έκανε τον μεθυσμένο, έσπρωχνε, τον έσπρωχναν και γινόταν εμπόδιο στους περαστικούς. Μερικοί τον χτυπούσαν και τον κλωτσούσαν, άλλοι τον ράβδιζαν στο κεφάλι αγέρωχα, ενώ άλλοι τον τραβούσαν απ' τα μαλλιά και τον χτυπούσαν στον τράχηλο. Μερικοί τον έριχναν στη γη, έδεναν τα πόδια του με σχοινί και τον έσερναν μέσα στην αγορά, κι ούτε τον θεό φοβούνταν ούτε σαν χριστιανοί συμπαθούσαν τον συνάνθρωπο, και μάλιστα σε εορτάσιμες ημέρες. Όλα αυτά τα υπέμενε ο όσιος με την ελπίδα των αιωνίων αγαθών, που προορίζονται για τους δικαίους.

Η μνήμη του τιμάται στις 28 Μαίου.
Περισσότερα...

Παρασκευή 22 Μαΐου 2015

Άγιοι Κωνσταντίνος και Ελένη


Στην ανάρτηση αυτή θα αναφερθούμε στον Μεγάλο Κωνσταντίνο και τη μητέρα του Αγία Ελένη, τη μνήμη των οποίων η Εκκλησία μας τιμά κάθε χρόνο στις 21 Μαΐου.

Ὡς γενέτειρα πόλη του Μεγάλου Κωνσταντίνου αναφέ- ρεται τόσο ἡ Ταρσὸς τῆς Κιλικίας ὅσο καὶ τὸ Δρέπανο τῆς Βιθυνίας. Ὡστόσο ἡ ἅποψη ποὺ ἐπικρατεῖ φέρει τὸν Μέγα Κωνσταντίνο νὰ ἔχει γεννηθεῖ στὴ Ναϊσὸ τῆς Ἄνω Μοισίας. Τὸ ἀκριβὲς ἔτος τῆς γεννήσεώς του δὲν εἶναι γνωστὸ, θεωρεῖται ὅμως ὅτι γεννήθηκε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 274 – 288 μ.Χ.


Πατέρας του ἦταν ὁ Κωνστάντιος, ποὺ λόγῳ τῆς χλωμότητος τοῦ προσώπου του ὀνομάσθηκε Χλωρὸς, καὶ ἦταν συγγενὴς τοῦ αὐτοκράτορος Κλαυδίου. Μητέρα του ἦταν ἡ Ἁγία Ἑλένη, θυγατέρα ἑνὸς πανδοχέως ἀπό τὸ Δρέπανο τῆς Βιθυνίας.

Τὸ 305 μ.Χ. ὁ Κωνσταντίνος εὑρίσκεται στὴν αὐλὴ τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ στὴ Νικομήδεια μὲ τὸ ἀξίωμα τοῦ χιλίαρχου. Τὸ ἴδιο ἔτος οἱ δύο Αὔγουστοι, Διοκλητιανὸς καὶ Μαξιμιανὸς, παραιτοῦνται ἀπὸ τὰ ἀξιώματά τους καὶ ἀποσύρονται. Στὸ ὕπατο ἀξίωμα τοῦ Αὐγούστου προάγονται ὁ Κωνστάντιος ὁ Χλωρὸς στὴ Δύση καὶ ὁ Γαλέριος στὴν Ἀνατολή. Ὁ Κωνστάντιος ὁ Χλωρὸς πέθανε στὶς 25 Ἰουλίου 306 μ.Χ. καὶ ὁ στρατὸς ἀνακήρυξε Αὔγουστο τὸν Μέγα Κωνσταντίνο, κάτι ὅμως ποὺ δὲν ἀποδέχθηκε ὁ Γαλέριος. Μετὰ ἀπὸ μιὰ σειρὰ διαφόρων ἱστορικῶν γεγονότων ὁ Μέγας Κωνσταντίνος συγκρούεται μὲ τὸν Μαξέντιο, υἱὸ τοῦ Μαξιμιανοῦ, ὁ ὁποῖος πλεονεκτοῦσε στρατηγικὰ, ἐπειδὴ διέθετε τετραπλάσιο στράτευμα καὶ ὁ στρατὸς τοῦ Κωνσταντίνου ἦταν ἤδη καταπονημένος.

Ἀπὸ τὴν πλευρά του ὁ Μέγας Κωνσταντίνος εἶχε κάθε λόγο νὰ αἰσθάνεται συγκρατημένος. Δὲν εἶχε καμία ἄλλη ἐπιλογὴ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐπίκληση τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ. Ἤθελε νὰ προσευχηθεῖ, νὰ ζητήσει βοήθεια, ἀλλὰ καθὼς διηγεῖται ὁ ἱστορικὸς Εὐσέβιος, δὲν ἤξερε σὲ ποιὸν Θεὸ νὰ ἀπευθυνθεῖ. Τότε ἔφερε νοερὰ στὴ σκέψη του ὅλους αὐτοὺς ποὺ μαζὶ τους συνδιοικοῦσε τὴν αὐτοκρατορία. Ὅλοι τους, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν πατέρα του, πίστευαν σὲ πολλοὺς θεοὺς καὶ ὅλοι τους εἶχαν τραγικὸ τέλος. Ἄρχισε, λοιπόν, νὰ προσεύχεται στὸν Θεό, ὑψώνοντας τὸ δεξί του χέρι καὶ ἱκετεύοντάς Τον νὰ τοῦ ἀποκαλυφθεῖ. Ἐνῶ προσευχόταν, διαγράφεται στὸν οὐρανὸ μία πρωτόγνωρη θεοσημία. Περὶ τὶς μεσημβρινὲς ὧρες τοῦ ἡλίου, κατὰ τὸ δειλινὸ δηλαδή, εἶδε στὸν οὐρανὸ τὸ τρόπαιο τοῦ Σταυροῦ, ποὺ ἔγραφε «τούτῳ νίκα». Καὶ ἐνῶ προσπαθοῦσε νὰ κατανοήσει τὴ σημασία αὐτοῦ τοῦ μυστηριακοῦ θεάματος, τὸν κατέλαβε ἡ νύχτα. Τότε ἐμφανίζεται ὁ Κύριος στὸν ὕπνο του μαζὶ μὲ τὸ σύμβολο τοῦ Σταυροῦ καὶ τὸν προέτρεψε νὰ κατασκευάσει ἀπομίμηση αὐτοῦ καὶ νὰ τὸ χρησιμοποιεῖ ὡς φυλακτήριο στοὺς πολέμους.
Ἔχοντας ὡς σημαία του τὸ Χριστιανικὸ λάβαρο, ἀρχίζει νὰ προελαύνει πρὸς τὴν Ρώμη ἐκμηδενίζοντας κάθε ἀντίσταση. Ὅταν φθάνει στὴ Ρώμη ἐνδιαφέρεται γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς τῆς πόλεως. Ὅμως τὸ ἐνδιαφέρον του δὲν περιορίζεται μόνο σὲ αὐτούς. Πολὺ σύντομα πληροφορεῖται γιὰ τὴν πενιχρὴ κατάσταση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀφρικῆς καὶ ἐνισχύει ἀπὸ τὸ δημόσιο ταμεῖο τὰ ἔργα διακονίας αὐτῆς.

Τὸ Φεβρουάριο τοῦ 313 μ.Χ., στὰ Μεδιόλανα, ὅπου γίνεται ὁ γάμος τοῦ Λικινίου μὲ τὴν Κωνσταντία, ἀδελφὴ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ἐπέρχεται μιὰ ἱστορικὴ συμφωνία μεταξὺ τῶν δύο ἀνδρῶν ποὺ καθιερώνει τὴν ἀρχὴ τῆς ἀνεξιθρησκείας.

Τὰ προβλήματα ποὺ εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει ὁ Μέγας Κωνσταντίνος ἦσαν πολλά. Ἡ αἱρετικὴ διδασκαλία τοῦ Ἀρείου, πρεσβυτέρου τῆς Ἀλεξανδρινῆς Ἐκκλησίας, ἦλθε νὰ ταράξει τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ διδασκαλία αὐτή, ποὺ ὀνομάσθηκε ἀρειανισμός, κατέλυε οὐσιαστικὰ τὸ δόγμα τῆς Τριαδικότητας τοῦ Θεοῦ.

Μόλις ὁ Μέγας Κωνσταντίνος πληροφορήθηκε τὰ ὅσα θλιβερὰ συνέβαιναν στὴν Ἀλεξάνδρεια, ἀπέστειλε μὲ τὸν πνευματικό του σύμβουλο Ὅσιο, Ἐπίσκοπο Κορδούης τῆς Ἰσπανίας, ἐπιστολὴ στὸν Ἐπίσκοπο Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρο (313 – 328 μ.Χ.) καὶ τὸν Ἄρειο. Ἡ προσπάθεια ἐπιλύσεως τοῦ θέματος δὲν εὐδοκίμησε. Ἔτσι ἀποφασίσθηκε ἡ σύγκλιση τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας τὸ 325 μ.Χ.

Ἡ περιγραφὴ τῆς ἐναρκτήριας τελετῆς ἀπὸ τὸν ἱστορικὸ Εὐσέβιο εἶναι ὁμολογουμένως ἐνδιαφέρουσα. Στὸ μεσαῖο οἶκο τῶν ἀνακτόρων εἶχαν προσέλθει ὅλοι οἱ σύνεδροι. Ἐπικρατοῦσε ἀπόλυτη σιγὴ καὶ ὅλοι περίμεναν τὴν εἴσοδο τοῦ αὐτοκράτορος, τὸν ὁποῖο οἱ περισσότεροι θὰ ἔβλεπαν γιὰ πρώτη φορά. Ὁ Κωνσταντίνος εἰσῆλθε ταπεινά, μὲ σεμνότητα καὶ πραότητα. Στὴν ὁμιλία του πρὸς τὴ Σύνοδο χαρακτηρίζει τὶς ἐνδοεκκλησιαστικὲς συγκρούσεις ὡς τὸ μεγαλύτερο δεινὸ καὶ ἀπὸ τοὺς πολέμους. Ὁ λόγος του ὑπῆρξε εὐθὺς καὶ σαφής. Δὲν ἤθελε νὰ ἀσχοληθεῖ παρὰ μονάχα μὲ θέματα ποὺ ἀφοροῦσαν στὴν ὀρθοτόμηση τῆς πίστεως. Ἡ κρίσιμη φράση του, «περὶ τῆς πίστεως σπουδάσωμεν», διασώζεται σχεδὸν ἀπὸ ὅλους τοὺς ἱστορικοὺς συγγραφεῖς.

Μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου ὁ αὐτοκράτορας ἀνέλαβε πρωτοβουλίες γιὰ τὴν ἑδραίωση τῶν ἀποφάσεών της. Ἀπέστειλε ἐγκύκλιο ἐπιστολὴ πρὸς τὴν Ἐκκλησία τῆς Αἰγύπτου, Λιβύης, Πενταπόλεως, Ἀλεξανδρείας, στὴν ὁποία γνωστοποιεῖ τὶς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου. Ὁ ἴδιος γνωστοποιεῖ πρὸς ὅλη τὴν ἐπικράτεια τῆς αὐτοκρατορίας τὴν καταδίκη τοῦ Ἀρείου καὶ ἀπαγορεύει τὴν ἀπόκτηση καὶ τὴν ἀπόκρυψη τῶν συγγραμμάτων του. Ἡ πιὸ ἐντυπωσιακή του ὅμως ἐνέργεια εἶναι ἡ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Ἄρειο. Ἐπιτιμᾶ τὸν αἱρεσιάρχη καὶ τὸν καταδικάζει μὲ αὐστηρότητα γιὰ τὶς κακοδοξίες του.

Ὅμως περὶ τὰ τέλη του 327 μ.Χ. ὁ Μέγας Κωνσταντίνος καλεῖ τὸν Ἄρειο στὰ ἀνάκτορα. Ὁ αἱρεσιάρχης φυσικὰ δὲν χάνει τὴν εὐκαιρία καὶ ὑποβάλλει μία ὁμολογία γεμάτη ἀπὸ ἔντεχνες θεολογικὲς ἀνακρίβειες, πείθοντας μάλιστα τὸν Μέγα Κωνσταντίνο ὅτι αὐτὴ δὲν διαφέρει οὐσιαστικὰ ἀπὸ ὅσα εἶχε ἀποφασίσει ἡ Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Τελικὰ ὁ αὐτοκράτορας συγκαλεῖ νέα Σύνοδο, τὸ Νοέμβριο τοῦ 327 μ.Χ., ἡ ὁποία ἀνακαλεῖ τὸν Ἄρειο ἀπὸ τὴν ἐξορία καὶ ἀποκαθιστᾶ τοὺς ἐξόριστους Ἐπισκόπους Νικομηδείας Εὐσέβιο καὶ Νικαίας Θεόγνιο. Ἡ ἀνάκληση τοῦ Ἀρείου καὶ ἡ ἀποκατάσταση τῶν περὶ αὐτῶν πυροδότησε νέες ἔριδες στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ἐπίσκοπος Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρος καὶ στὴν συνέχεια ὁ διάδοχός του Μέγας Ἀθανάσιος ἀρνοῦνται νὰ δεχθοῦν τὸν Ἄρειο στὴν Ἀλεξάνδρεια. Ὁ Μέγας Κωνσταντίνος ἀπειλεῖ μὲ καθαίρεση τὸν Μέγα Ἀθανάσιο, ἐνῶ σὲ Σύνοδο ποὺ συνῆλθε στὴν Ἀντιόχεια τὸ 330 μ.Χ. καθαιρεῖται καὶ ἐξορίζεται ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς ὁ Ἅγιος Εὐστάθιος, Ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας († 21 Φεβρουαρίου). Ἡ Σύνοδος τῆς Τύρου τῆς Συρίας, ποὺ συνῆλθε τὸ 335 μ.Χ., καταδικάζει ἐρήμην μὲ τὴν ποινὴ τῆς καθαιρέσεως τὸν Μέγα Ἀθανάσιο, ὁ ὁποῖος φεύγει, γιὰ νὰ συναντήσει τὸν Μέγα Κωνσταντίνο.

Εἶναι γεγονὸς πὼς ὁ Μέγας Κωνσταντίνος δὲν ἔδειξε νὰ ἀποδέχεται τὸ αἴτημα τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου γιὰ ἀκρόαση. Πείσθηκε ὅμως νὰ τὸν ἀκούσει, ὅταν ὁ Μέγας Ἀθανάσιος τοῦ ἀπηύθυνε τὴν ρήση: «Δικάσει Κύριος ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ σοῦ». Ὁ Μέγας Κωνσταντίνος κατενόησε τὴν κατάφωρη ἀδικία καὶ τὶς ἄθλιες μεθοδεύσεις σὲ βάρος τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου καὶ ἔκανε δεκτὸ τὸ αἴτημά του νὰ προσκληθοῦν ὅλοι οἱ συνοδικοὶ τῆς Τύρου καὶ ἡ διαδικασία νὰ λάβει χώρα ἐνώπιόν του.

Ὁ Εὐσέβιος Νικομηδείας ἀγνόησε τὴν αὐτοκρατορικὴ ἐντολή. Πῆρε μόνο ἐλάχιστους ἀπὸ τοὺς συνοδικοὺς καὶ ἐμφανίσθηκε στὸν αὐτοκράτορα. Ξέχασε ὅλες τὶς ὑπόλοιπες κατηγορίες καὶ γιὰ πρώτη φορὰ ἔθεσε τὸ θέμα τῆς δῆθεν παρακωλύσεως τῆς ἀποστολῆς σιταριοῦ πρὸς τὴν Βασιλεύουσα. Ὁ αὐτοκράτορας ἐξοργίζεται καὶ ἐξορίζει τὸν Μέγα Ἀθανάσιο στὰ Τρέβιρα τῆς Γαλλίας. Παρὰ ταῦτα δὲν ἐπικυρώνει τὴν ἀπόφαση τῆς Συνόδου τῆς Τύρου γιὰ καθαίρεση καὶ οὔτε διατάσσει τὴν ἀναπλήρωση τοῦ ἐπισκοπικοῦ θρόνου τῆς Ἀλεξάνδρειας.

Ἡ τελευταία περίοδος τῆς ζωῆς τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου εἶναι αὐτὴ ποὺ τὸν καταξιώνει στὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση καὶ τὸν ὁδηγεῖ στὸ ἀπόγειο τῆς πνευματικῆς του πορείας. Ὁ Ἅγιος, κατὰ τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 337 μ.Χ., αἰσθάνεται τὰ πρῶτα σοβαρὰ συμπτώματα κάποιας ἀσθένειας. Οἱ πηγὲς μᾶς πληροφοροῦν πὼς ὁ Μέγας Κωνσταντίνος κατέφυγε σὲ ἰαματικὰ λουτρά. Βλέποντας ὅμως τὴν ὑγεία του νὰ ἐπιδεινώνεται θεώρησε σκόπιμο νὰ μεταβεῖ στὴν πόλη Ἑλενόπολη τῆς Βιθυνίας, ποὺ εἶχε ὀνομασθεῖ ἔτσι λόγῳ τῆς Ἁγίας μητέρας του. Ἐκεῖ παρέμεινε στὸ ναὸ τῶν Μαρτύρων, ὅπου ἀνέπεμπε ἱκετήριες εὐχὲς καὶ λιτανεῖες πρὸς τὸν Θεό. Ὁ Μέγας Κωνσταντίνος ἀντιλαμβάνεται πὼς ἡ ἐπίγεια ζωή του πλησιάζει στὸ τέλος της. Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου καλλιεργεῖται στὴν καρδιά του καὶ τὸν ὁδηγεῖ στὸ μυστήριο τῆς μετάνοιας καὶ τοῦ βαπτίσματος. Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ καταφεύγει σὲ κάποιο προάστιο τῆς Νικομήδειας, συγκαλεῖ τοὺς Ἐπισκόπους καὶ τοὺς ἀπευθύνει τὸν ἑξῆς λόγο: «Αὐτὸς ἦταν ὁ καιρὸς ποὺ προσδοκοῦσα ἀπὸ παλιὰ καὶ διψοῦσα καὶ εὐχόμουν νὰ καταξιωθῶ τῆς ἐν Θεῷ σωτηρίας. Ἦλθε ἡ ὥρα νὰ ἀπολαύσουμε καὶ ἐμεῖς τὴν ἀθανατοποιὸ σφραγίδα, ἦλθε ἡ ὥρα νὰ συμμετάσχουμε στὸ σωτήριο σφράγισμα, πρᾶγμα ποὺ κάποτε ἐπιθυμοῦσα νὰ κάνω στὰ ρεῖθρα τοῦ Ἰορδάνου, στὰ ὁποῖα, ὅπως παραδίδεται, ὁ Σωτήρας μας ἔλαβε τὸ βάπτισμα εἰς ἡμέτερον τύπον. Ὁ Θεὸς ὅμως, ποὺ γνωρίζει τὸ συμφέρον, μᾶς ἀξιώνει νὰ λάβουμε τὸ βάπτισμα ἐδῶ. Ἂς μὴν ὑπάρχει λοιπὸν καμία ἀμφιβολία. Γιατὶ καὶ ἐὰν ἀκόμη εἶναι θέλημα τοῦ Κυρίου τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου νὰ συνεχισθεῖ ἡ ἐπίγεια ζωή μας καὶ νὰ συνυπάρχω μὲ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ, θὰ πλαισιώσω τὴ ζωή μου μὲ ὅλους ἐκείνους τοὺς κανόνες ποὺ ἁρμόζουν στὸν Θεὸ».

Μετὰ τὸ βάπτισμα ὁ Ἅγιος Κωνσταντίνος δὲν ξαναφόρεσε τὸν αὐτοκρατορικὸ χιτώνα, ἀλλὰ παρέμεινε ἐνδεδυμένος μὲ τὸ λευκὸ ἔνδυμα τοῦ βαπτίσματος, μέχρι τὴν ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς του τὸ 337 μ.Χ. Ἦταν ἡ ἡμέρα ἑορτασμοῦ τῆς Πεντηκοστῆς, γράφει ὁ ἱστορικὸς Εὐσέβιος.

Εἶναι χαρακτηριστικὸς ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο περιγράφει ὁ Εὐσέβιος τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀκολούθησαν τὴν κοίμηση τοῦ Ἁγίου. Ὅλοι οἱ σωματοφύλακες τοῦ αὐτοκράτορα, ἀφοῦ ἔσχισαν τὰ ροῦχα τους καὶ ἔπεσαν στὸ ἔδαφος, ἔκλαιγαν καὶ φώναζαν δυνατά, σὰν νὰ μὴν ἔχαναν τὸ βασιλέα τους, ἀλλὰ τὸν πατέρα τους. Οἱ ταξίαρχοι καὶ οἱ λοχαγοὶ ἔκλαιγαν τὸν εὐεργέτη τους. Οἱ δῆμοι ἦσαν λυπημένοι καὶ κάθε κάτοικος τῆς Κωνσταντινουπόλεως πενθοῦσε, σὰν νὰ ἔχανε τὸ κοινὸ ἀγαθό.

Ἀφοῦ οἱ στρατιωτικοὶ τοποθέτησαν τὸ σκήνωμα τοῦ Ἁγίου σὲ χρυσὴ λάρνακα, τὸ μετέφεραν στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὸ ἐναπέθεσαν σὲ βάθρο στὸν βασιλικὸ οἶκο. Τὸ ἱερὸ λείψανό του ἐνταφιάσθηκε στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Δίκαια ἡ ἱστορία τὸν ὀνόμασε Μέγα καὶ ἡ Ἐκκλησία Ἰσαπόστολο.

Ἡ Ἁγία Ἑλένη γεννήθηκε στὸ Δρέπανο τῆς Βιθυνίας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας περὶ τὸ 247 μ.Χ. Φαίνεται ὅτι ἦταν ταπεινῆς καταγωγῆς. Στὴν ἱστοριογραφία ὑπάρχει σχετικὴ διχογνωμία ὡς πρὸς τὸ ἂν ἡ μητέρα τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου ὑπῆρξε σύζυγος ἢ νόμιμη παλλακίδα τοῦ Κωνσταντίου τοῦ Χλωροῦ.

Μεταξὺ τῶν ἐτῶν 274 – 288 μ.Χ. γέννησε στὴ Ναϊσὸ τῆς Μοισίας τὸν Κωνσταντίνο. Ὅταν, πέντε ἔτη ἀργότερα, ὁ Κωνσταντίνος Χλωρὸς ἔγινε Καίσαρας ἀπὸ τὸν Διοκλητιανό, ἀναγκάσθηκε νὰ τὴν ἀπομακρύνει, γιὰ νὰ συζευχθεῖ τὴ Θεοδώρα, θετὴ κόρη τοῦ αὐτοκράτορος Μαξιμιανοῦ, καὶ νὰ ἔχει ἔτσι τὸ συγγενικὸ ἐκεῖνο δεσμὸ, ὁ ὁποῖος θὰ ἐξασφάλιζε τὴ στερεότητα τοῦ διοκλητιανοῦ τετραρχικοῦ συστήματος. Παρὰ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὁ Μέγας Κωνσταντίνος τιμοῦσε ἰδιαίτερα τὴ μητέρα του. Τῆς ἀπένειμε τὸν τίτλο τῆς αὐγούστης, ἔθεσε τὴ μορφή της ἐπὶ νομισμάτων καὶ ἔδωσε τὸ ὄνομά της σὲ μία πόλη τῆς Βιθυνίας.

Ἡ Ἁγία ἔδειξε τὴν εὐσέβειά της μὲ πολλὲς εὐεργεσίες καὶ τὴν ἀνοικοδόμηση νέων Ἐκκλησιῶν στὴ Ρώμη (Τιμίου Σταυροῦ), στὴν Κωνσταντινούπολη (Ἁγίων Ἀποστόλων), στὴ Βηθλεὲμ (βασιλικὴ τῆς Γεννήσεως) καὶ ἐπὶ τοῦ Ὄρους τῶν Ἐλαιῶν (βασιλικὴ τῆς Γεθσημανῆ). Ἡ Ἁγία Ἑλένη πῆγε τὸ 326 μ.Χ. στὴν Ἱερουσαλὴμ, ὅπου «μὲ μέγαν κόπον καὶ πολλὴν ἔξοδον καὶ φοβερίσματα ηὗρεν τὸν τίμιον σταυρὸν καὶ τοὺς ἄλλους δύο σταυροὺς τῶν ληστῶν», ὅπως γράφει ὁ Κύπριος Χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιρᾶς. Ἐπιστρέφοντας στὴν Κωνσταντινούπολη, ἕνα χρόνο μετὰ τὴν εὕρεση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τοῦ Κυρίου, ἡ Ἁγία Ἑλένη πέρασε καὶ ἀπὸ τὴν Κύπρο.

Ἡ Ἑγία Ἑλένη κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη μᾶλλον τὸ 327 μ.Χ. σὲ ἡλικία ὀγδόντα ἐτῶν. Ὁ ἱστορικὸς Εὐσέβιος γράφει ὅτι ἡ Ἁγία προαισθάνθηκε τὸ θάνατό της καὶ μὲ διαθήκη ἄφησε τὴν περιουσία της στὸν υἱό της καὶ τοὺς ἐγγονούς της.

Ὅπως ἦταν φυσικὸ ὁ υἱός της μετέφερε τὸ τίμιο λείψανό της στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὴν ἐνταφίασε στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.

Ἡ Σύναξη αὐτῶν ἐτελεῖτο στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία, στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ στὸν ἱερὸ ναὸ αὐτῶν στὴν κινστέρνα τοῦ Βώνου.

Οἱ Βυζαντινοὶ τιμοῦσαν ἰδιαίτερα τὸν Μέγα Κωνσταντίνο καὶ τὴν Ἑγία Ἑλένη. Ἀπόδειξη τούτου ἀποτελεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι κατὰ τὸ Μεσαίωνα ἦταν πολύ δημοφιλὴς στοὺς Βυζαντινοὺς ἡ ἀπεικόνιση τοῦ πρώτου Χριστιανοῦ βασιλέως μὲ τὴ μητέρα του, ποὺ κρατοῦσαν στὸ μέσον Σταυρὸ.

Ἡ παράδοση αὐτὴ διατηρεῖται μέχρι καὶ σήμερα μὲ τὰ κωνσταντινάτα.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ’.
Τοῦ Σταυροῦ σου τὸν τύπον ἐν οὐρανῷ θεασάμενος, καὶ ὡς ὁ Παῦλος τὴν κλῆσιν οὐκ ἐξ ἀνθρώπων δεξάμενος, ὁ ἐν Βασιλεῦσιν Ἀπόστολός σου Κύριε, Βασιλεύουσαν πόλιν τῇ χειρί σου παρέθετο· ἣν περίσωζε διὰ παντὸς ἐν εἰρήνῃ, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, μόνε Φιλάνθρωπε.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Πρῶτος πέφηνας, ἐν Βασιλεῦσι, θεῖον ἕδρασμα, τῆς εὐσεβείας, ἀπ’ οὐρανοῦ δεδεγμένος τὸ χάρισμα· ὅθεν Χριστοῦ τὸν Σταυρὸν ἐφανέρωσας, καὶ τὴν Ὀρθόδοξον πίστιν ἐφήπλωσας. Κωνσταντῖνε Ἰσαπόστολε, σὺν Μητρὶ Ἑλένῃ τῇ θεόφρονι, πρεσβεύσατε ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Κωνσταντῖνος σήμερον, σὺν τῇ μητρὶ τῇ Ἑλένῃ, τὸν Σταυρὸν ἐκφαίνουσι, τὸ πανσεβάσμιον ξύλον, πάντων μὲν, τῶν Ἰουδαίων αἰσχύνην ὄντα, ὅπλον δέ, πιστῶν ἀνάκτων κατ’ ἐναντίων· δι’ ἡμᾶς γὰρ ἀνεδείχθη, σημεῖον μέγα, καὶ ἐν πολέμοις φρικτόν.

Μεγαλυνάριον.
Τοὺς τῆς εὐσεβείας θείους πυρσούς, καὶ τῶν Ἀποστόλων, θιασώτας καὶ μιμητάς, σὺν τῷ Κωνσταντίνῳ, Ἑλένην τὴν Ἁγίαν, ὡς Βασιλέων δόξαν, ἀνευφημήσωμεν.


Αναδημοσίευση κειμένου από: synaxarion.gr
Περισσότερα...

Παρασκευή 15 Μαΐου 2015

Άγιος Αχίλλιος


Στην ανάρτηση αυτή θα αναφερθούμε στον Άγιο Αχίλλιο, πολιούχο Λαρίσης, τη μνήμη του οποίου η Εκκλησία μας τιμά κάθε χρόνο στις 15 Μαΐου.

Ο Άγιος γεννήθηκε το 270 μ.Χ. στην Καππαδοκία και έλαβε μεγάλη χριστιανική και «θύραθεν» μόρφωση.

Μετά το θάνατο των ευσεβών γονέων του, μοίρασε τη μεγάλη περιουσία τους στους φτωχούς και πήγε στους Αγίους Τόπους. Εκεί έζησε κοντά στον Πανάγιο Τάφο.


Κατόπιν επισκέφτηκε διάφορα ασκητήρια και ασκήθηκε στη νηστεία, στην προσευχή, την αγρυπνία και στις άλλες χριστιανικές αρετές.

Ύστερα πήγε στη Ρώμη και στη Θεσσαλία, όπου κήρυξε το Χριστό και έκανε πολλά θαύματα. Έτσι διαδόθηκε πολύ η φήμη του και όταν χήρευσε ο θρόνος της Λαρίσης, αναδείχτηκε Αρχιεπίσκοπός της.

Η φήμη του προέτρεξε και έφτασε στη Νίκαια της Βιθυνίας, πριν ακόμη πάει εκει ο Αγιος, για να λάβει μέρος στην Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο (325). Γι’ αυτό ο Μέγας Κωνσταντίνος και οι Πατέρες τον υποδέχτηκαν με μεγάλες τιμές. Τέλεσε μάλιστα στη Σύνοδο και θαύμα. Έκανε να αναβλύσει λάδι από μια πέτρα. Όπως αναφέρεται σε χειρόγραφο που βρίσκεται στη Μονή Βαρλαάμ Μετεώρων ο Άγιος «Τον Θεόν επικαλεσάμενος και έλαιον δι’ ευχής βλύσαι ποιεί». Με πολλή χαρά τότε ο αυτοκράτορας ζήτησε την ευλογία του Αγίου και τον προέπεμψε στη Λάρισα με πλούσια δώρα για ανεγέρσεις ναών και φιλανθρωπίες. Πιθανόν από την εποχή αυτή να ήταν και το Ευαγγέλιο της Κομνηνείου Μονής, που σωζόταν ως το 1853. Ήταν γραμμένο με χρυσά γράμματα σε περγαμηνή και είχε σημειώσεις του Αρχιεπισκόπου Λαρίσης Αχιλλίου Α’.

Το 355 μ.Χ., ύστερα από 35 χρόνια αρχιερατείας του Αγίου στη Λάρισα, ο Θεός του φανέρωσε πως ήρθε η ώρα της εξόδου του από το μάταιο αυτό κόσμο. Κάλεσε τότε όλο τον κλήρο και το λαό, τους το ανακοίνωσε και τους έδωσε παραινέσεις και συμβουλές.

Τον θρήνησαν πολύ και τον κήδεψαν με μεγαλοπρέπεια. Τοποθέτησαν δε το ιερό του λείψανο στη λάρνακα που ο ίδιος είχε κατασκευάσει.

Το χαριτόβρυτο λείψανο του ανέβλυζε μύρο κι έκανε πολλά θαύματα. Αλλά δεν έμεινε για πάντα στη Λάρισα. Το σύλησε το 985/6 ο αποστάτης από τους Βυζαντινούς τσάρος των Βουλγάρων Σαμουήλ και το μετέφερε στα ανάκτορά του, στο μικρό νησάκι των Πρεσπών, που σήμερα φέρει το όνομα του Αγίου Αχιλλίου. Εκεί ανήγειρε προς τιμήν του Αγίου μεγαλοπρεπή ναό ρυθμού Βασιλικής, του οποίου σώζονται τα ερείπια. Ήθελε με την ενέργεια του αυτή ο Σαμουήλ να στερεώσει την κυριαρχία του. Γιατί η κατοχή ιερών λειψάνων ονομαστών Αγίων ήταν ιδιαίτερη τιμή και ευλογία και αποτελούσε πόλο έλξης των χριστιανικών πληθυσμών. Σκόπευε μάλιστα ο Σαμουήλ να μεταφέρει εκεί την Αρχιεπισκοπή Οχρίδος και να την αναδείξει σε Πατριαρχείο. Είχε μεγαλεπήβολα σχέδια, που, αν πετύχαιναν, θα άλλαζαν τον ρουν της ιστορίας, στην περιοχή.

Οι Βυζαντινοί χρονογράφοι του 11ου αιώνα Ιωάννης Σκυλίτσης και Γεώργιος Κεδρηνός εξιστορούν τα σχετικά με την αρπαγή από το Σαμουήλ του ιερού λειψάνου του Αχίου Αχιλλίου. Ο δεύτερος αναφέρει συγκεκριμμένως: «Μετήγαγε δε ( ο Σαμουήλ) και το λείψανον του Αγίου Αχιλλίου επισκόπου Λαρίσης χρηματίσαντος επί Κωνσταντίνου του μεγάλου καν τη μεγάλη και πρώτη Συνόδω παρόντος συν Ρηγίνω Σκοπέλων και Διοδώρω Τρίκκης, και εις Πρέσπαν απέθετο, ένθα ήσαν αυτώ τα βασίλεια, οίκον κάλλιστον και μέγιστον επί τω ονόματι αυτού δομησάμενος».

Αλλά και μετά την αρπαγή του ιερού λειψάνου του Αγίου Αχιλλίου από το Σαμουήλ, ο χριστιανικός λαός της Λαρίσης δεν έπαψε να τιμά τον Πολιούχο του. Τον προστάτη του Άγιο. Και να διαλαλεί τις αριστείες του, τις υψηλές πνευματικές του επιδόσεις, όπως λέει το σχετικό επίγραμμα: «Λαλεί Λάρισα σας αριστείας ξένας, μνήμην έχουσα και θανόντος σου, Πάτερ».

Και είχε ως τόπο αγιάσματος και κέντρο της λατρείας του, ως σημείο αναφοράς του, τον τάφο του Αγίου και τον περικαλλή ναό του. Τον ναό, τον τόσο αγαπητό σε όλους, στον οποίο συναθροίζονταν συνήθως οι επίσκοποι, προκειμένου να εκλέξουν ιεράρχες για τις κενούμενες επισκοπές Θεσσαλίας, όπως αναφέρει ο Κώδικας 1472.

Ο Μητροπολιτικός αυτός ναός ήταν το ιδιαίτερο σέβασμα των Λαρισαίων. Το ιερό τους καθίδρυμα. Το κέντρο της θρησκευτικής τους ζωής, που επηρέαζε και την κοινωνική τους. Σ’ αυτόν συνέρχονταν για να λατρεύσουν το Σωτήρα Χριστό και να ζητήσουν τις πρεσβείες του Αγίου σε κάθε δυσκολία και ανάγκη τους. Στις πλημμύρες, στους πολέμους, στους συχνούς σεισμούς που τους ανάγκαζαν να μην υψώνουν μεγάλα οικοδομήματα, στις επιδημίες. Ήταν ιδιαίτερα απειλητική η πανούκλα του 1813 και του 1848, που είχε αναρίθμητα θύματα.

Ακολούθησε δε Ο ναός αυτός την πορεία της πόλης στην ιστορία. Γνώρισε δηλαδή λαμπρές μέρες δόξας και μεγαλείου, αλλά και λεηλασίες και καταστροφές. Και αποτελεί και σήμερα ο ναός αυτός με την τοξότη γέφυρα του «αργυροδίνη» Πηνειού ποταμού από κάτω του το χαρακτηριστικό έμβλημα της πόλης των Λαρισαίων με τη μακριά ιστορία των τεσσάρων χιλιετηρίδων.

Θα μάκραινε πολύ ο λόγος, αν επιχειρούσαμε λεπτομερή εξιστόρηση των περιπετειών του ναού τού Αγίου Αχιλλίου. Γι’ αυτό περιορίζομαι στα εξής: Την εποχή της Φραγκοκρατίας και συγκεκριμένως το 1204, επί Αλεξίου Γ’, εξαιτίας της συγκρούσεως των Φράγκων μεταξύ τους, η Λάρισα ερημώθηκε και μεταβλήθηκε σε ακατοίκητο χωριό, ο δε ναός του Αγίου Αχίλλειου μετατράπηκε σε ορμητήριο ληστών!

Την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας (τουρκοκρατίας) και συγκεκριμένως στις 12 Ιουνίου 1769 ο φανατισμένος τουρκικός όχλος έκαψε και γκρέμισε το Μητροπολιτικό ναό και οι Λαρισαίοι εκκλησιάζονταν επί 25 ολόκληρα χρόνια, ως το 1794, στα γύρω χωριά! Μάλιστα οι Τούρκοι είχαν αποφασίσει να μην ξανακτιστεί ο ναός. Αλλά ύστερα από ενέργειες του Μητροπολίτη Λαρίσης Διονυσίου Καλλιάρχου προς την Πύλη και με εισφορές μεγάλες των Λαρισαίων (40 πουγγιά, δηλ. 18 χιλιάδες γρόσια) εκδόθηκε, στις 26 Φεβρουαρίου 1794, φιρμάνι του Σουλτάνου Σελίμ, που έδινε την άδεια ν’ ανοικοδομηθεί ο ναός. Είναι ενδεικτική του θέματος η ενθύμηση (=σημείωμα), που υπάρχει στην περιήγηση η τοπογραφία της Θετταλίας και Θετταλομαγνησίας του Νικολάου Μάγνητος και έχει ληφθεί από τα χειρόγραφα του Αρχιμανδρίτου Ιακώβου Γυναϊτιδος Βαλβαμά: «1794 Φεβρουαρίου 4 ευγήκε φερμάνι διά την εκκλησίαν της Λαρίσης του Αγίου Αχιλλίου μέσα εις την ΚΠολιν. Και ήλθεν ο Τάταρης μέσα εις την Λάρισαν Φεβρουαρίου 26 ημέρα Δευτέρα και εδιαβάσθη την Πέμπτην εις τας 2 του Μαρτίου». Έτσι ξανακτίστηκε ο ναός. Και μάλιστα σε χρόνο ρεκόρ. Σε 36 ημέρες! Θεμελιώθηκε στις 5 Μαρτίου 1794 και τελείωσε στις 6 Απριλίου (ώρα 9.00 το βράδυ της Μεγ. Παρασκευής). Και το επόμενο βράδυ, του Μεγ. Σαββάτου τελέστηκε εντός του ναού η Λειτουργία της Αναστάσεως προεξάρχοντος του Μητροπολίτου Διονυσίου Καλλιάρχου. Αξίζει να σημειωθεί, πως για να τελειώσει τόσο γρήγορα ο ναός, εργάστηκαν περισσότεροι από διακόσιοι τεχνίτες βοηθούμενοι αφιλοκοκερδώς από όλους τους Λαρισαίους χριστιανούς. Είχε δε ο ναός και παρεκκλήσιο του Αγίου Βησσαρίωνος.

Στις 12 Ιουνίου 1822 οι Τούρκοι μετέτρεψαν το ναό σε οπλοστάσιο και οι Λαρισαίοι εκκλησιάζονταν στο εκκλησάκι της Αγίας Μαρίνας μέχρις ότου τους αποδόθηκε και πάλι ο ναός επί Μητροπολίτου Μελετίου Ε! Τότε μάλιστα ορίστηκε ημέρα εβδομαδιαίας αγοράς η Δευτέρα, αντί της Κυριακής. Έτσι ανανεώθηκε και ισχυροποιήθηκε η από του 1730 απόφαση των Λαρισαίων εμπόρων που όριζε η απόφαση «να φυλάττουν όλας τας Κυριακάς και τας δεσποτικάς εορτάς». Καθιέρωνε δηλαδή την αργία της Κυριακής. Στους μη συμμορφούμενους δε με το συμφωνητικό αυτό, επιβαλλόταν η ποινή να καταβάλλουν στο Ταμείο του ναού του Αγίου Αχιλλίου 50 ασλάνια. Έτσι έγινε πράξη ο λόγος του Απόστολου του σκλαβωμένου Γένους μας Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, για τον οποίο μάλιστα λόγο μαρτύρησε: Να μη γίνονται παζάρια την Κυριακή.

Τον Απρίλιο του 1827 οι Τούρκοι μετέβαλαν πάλι το ναό σε οπλοστάσιο. Αλλά γρήγορα οι χριστιανοί κατόρθωσαν να τους αποδοθεί για τη λατρεία τους, δίνοντας μεγάλες χρηματικές εισφορές στο δικαστή, στους πασάδες και στους μπέηδες.

Όλα αυτά μαρτυρούν την ευσέβεια των Λαρισαίων, οι οποίοι ευλαβούνταν και τιμούσαν ιδιαιτέρως τον Πολιούχο τους Άγιο Αχίλλιο και φρόντιζαν πολύ το ναό του. Και στα χρόνια που υπήρχε ο τάφος με το ιερό λείψανο του Αγίου μέσα του, αλλά και στα κατοπινά. Και διόριζαν ως επιτρόπους του εκπροσώπους των σύντεχνων (γουναράδων, μπακάληδων, ψωμάδων, ραπτάδων και άλλων), όπως συνέβη επί των ημερών του Μητροπολίτου Λαρίσης Μελετίου Ε’.

Το 1965 ανεσκάφη ο δασώδης χώρος πάνω από το ναό από τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ. Νικ. Μουτσόπουλο. Στο διακονικό (τμήμα Ιερού Βήματος), σε συνηθισμένο για ιερά λείψανα χώρο, βρέθηκε τάφος ο οποίος, όπως και ο ναός, κατασκευάσθηκε από Έλληνες τεχνίτες, ίσως τους Λαρισαίους αιχμαλώτους. Το απόγευμα της 14 Μαΐου του 1981, με ελικόπτερο του Στρατού επανακομίσθηκαν τα λείψανα του Αγίου στη λαρισαϊκή γη. Τα υποδέχθηκαν στο χώρο του σταδίου ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Σεραφείμ, πολλοί Μητροπολίτες της Εκκλησίας της Ελλάδος, όλο το ιερατείο της Μητροπόλεως, πλήθος Λαρισαίων και Θεσσαλών προσκυνητών και οι τοπικές αρχές.

Από τότε τα λείψανα του θαυματουργού Αγίου Αχιλλίου βρίσκονται στον ομώνυμο Μητροπολιτικό Ναό της πόλεως της Λάρισας και η μνήμη του γιορτάζεται με τη μεγαλύτερη επισημότητα κάθε χρόνο στις 15 Μαΐου.

Ἀπολυτίκιον - Ἦχος δ’ - Ταχὺ προκατάλαβε.

Λαρίσης σε πρόεδρον, καὶ πολιοῦχον λαμπρόν, ἡ χάρις ἀνέδειξεν, ὡς Ἱεράρχην σοφόν, παμμάκαρ Ἀχίλλιε• σὺ γὰρ τὸ τῆς Τριάδος, ὁμοούσιον κράτος, θαύμασί τε καὶ λόγοις, κατετράνωσας κόσμῳ. Ἣν Πάτερ ἐξευμενίζου, τοῖς σὲ γεραίρουσι.

Αναδημοσίευση κειμένου από: papaioannou.wordpress.com
Περισσότερα...

Τρίτη 5 Μαΐου 2015

Η Αγία Ειρήνη



Ἡ Ἁγία Μεγαλομάρτυς Εἰρήνη ἄθλησε κατὰ τὸν 4ο αἰῶνα μ.Χ. Ἦταν θυγατέρα τοῦ Λικινίου, ποὺ ἦταν βασιλιὰς κάποιου μικροῦ βασιλείου, καὶ τῆς Λικινίας. Καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη Μαγεδῶν καὶ ἀρχικὰ ὀνομαζόταν Πηνελόπη. Ὅταν ἡ Ἁγία ἔγινε ἕξι ἐτῶν, ὁ πατέρας της Λικίνιος τὴν ἔκλεισε σὲ ἕνα πύργο καὶ ἀνέθεσε τὴν διαπαιδαγώγησή της σὲ κάποιον γέροντα, ὀνόματι Ἀπελλιανό, ὁ ὁποῖος καὶ ἔγραψε τὰ ὑπομνήματα τοῦ μαρτυρίου αὐτῆς.



Μία νύχτα ἡ Εἰρήνη εἶδε τὸ ἑξῆς ὅραμα: μπῆκε στὸν πύργο ἕνα περιστέρι κρατώντας μὲ τὸ ράμφος του κλαδὶ ἐλιᾶς, τὸ ὁποῖο καὶ ἄφησε ἐπάνω στὸ τραπέζι. Ἐπίσης, μπῆκε καὶ ἕνας ἀετὸς μεταφέροντας στεφάνι ἀπὸ ἄνθη, τὸ ὁποῖο τοποθέτησε καὶ αὐτὸς ἐπάνω στὸ τραπέζι. Ἔπειτα μπῆκε ἀπὸ ἄλλο παράθυρο ἕνας κόρακας, ὁ ὁποῖος ἔβαλε ἐπάνω στὸ τραπέζι ἕνα φίδι. Τὸ πρωὶ ποὺ ξύπνησε ἀποροῦσε καὶ σκεπτόταν τί ἄραγε νὰ σημαίνουν αὐτὰ ποὺ εἶδε. Τὰ διηγήθηκε λοιπὸν στὸν γέροντα Ἀπελλιανὸ καὶ ἐκεῖνος τὰ ἑρμήνευσε ὡς προάγγελμα τῶν στεφάνων τῆς δόξας καὶ τοῦ μαρτυρικοῦ τέλους αὐτῆς μετὰ τὴ βάπτισή της.

Στὸ Χριστιανισμὸ ἑλκύσθηκε ἀπὸ κάποια κρυπτοχριστιανὴ νέα, ἡ ὁποία, λόγω τῆς τιμιότητας καὶ τῶν ἀρετῶν της, ἔχαιρε μεγάλης ἐκτιμήσεως ἀπὸ τοὺς γονεῖς τῆς Πηνελόπης καὶ εἶχε τοποθετηθεῖ ἀπὸ αὐτοὺς ὡς θεραπαίνιδα τῆς θυγατέρας τους. Ἕνας ἱερεύς, ὀνόματι Τιμόθεος, βάπτισε κρυφὰ τὴ νεαρὴ ἡγεμονίδα καὶ τὴ μετονόμασε Εἰρήνη.

Τὸ γεγονὸς δὲν ἄργησε νὰ πληροφορηθεῖ ὁ πατέρας της Λικίνιος, ὅταν μάλιστα ἡ Ἁγία Εἰρήνη συνέτριψε τὰ εἴδωλα τῆς πατρικῆς της οἰκίας ὀμολογώντας μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο τὴν πίστη της στὸν Χριστό. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἀνακρίθηκε καὶ καταδικάσθηκε πρῶτα ἀπὸ τὸν ἴδιο της τὸν πατέρα. Στὴ συνέχεια ἔπαθε πολλὰ ἀπὸ τοὺς Πέρσες καὶ τοὺς βασιλεῖς αὐτῶν Σεδεκία καὶ Σαπώριο Α’.

Ἔπειτα ἡ Ἁγία Εἰρήνη πῆγε στὴν Καλλίπολη τοῦ Ἑλλησπόντου, ὅπου βασίλευε ὁ Νουμεριανός. Ἐκεῖ παρουσιάσθηκε σὲ αὐτὸν καὶ ὁμολόγησε μὲ παρρησία τὴν πίστη της στὸν Χριστό. Οἱ εἰδωλολάτρες τὴν ἔκλεισαν διαδοχικὰ σὲ τρία πυρακτωμένα χάλκινα βόδια. Τὸ τρίτο ὅμως βόδι, τὴ στιγμὴ ποὺ βρισκόταν ἐντός του ἡ Μεγαλομάρτυς, ὅλως παραδόξως κινήθηκε, ἐνῷ ἦταν ἄψυχο ἀνθρώπινο κατασκεύασμα. Στὴ συνέχεια αὐτὸ σχίσθηκε καὶ βγῆκε ἀπὸ μέσα του ἡ Ἁγία ἐντελῶς ἀβλαβὴς ἀπὸ τὴν κόλαση τῆς πυρᾶς. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ προσέλθουν στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ χιλιάδες ψυχές. Στὴν πόλη Μεσημβρία τῆς Θρᾴκης ἡ Ἁγία Εἰρήνη θανατώθηκε, ἀλλὰ μὲ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ ἀναστήθηκε καὶ εἵλκυσε στὴν πίστη τὸ διοικητὴ καὶ ὁλόκληρο τὸ λαό. Τέλος, ἡ Ἁγία κατέφυγε μαζὶ μὲ τὸ δάσκαλό της Ἀπελλιανὸ στὴν Ἔφεσο τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ὅπου διέμεινε ἐπιτελώντας πολλὰ θαύματα καὶ τιμώμενη ὡς ἀληθινὴ ἰσαπόστολος. Ἐκεῖ ἀνέπτυξε μεγάλη δράση μέχρι τὴν ἡμέρα τῆς κοιμήσεως αὐτῆς, τὸ 315 μ.Χ.

Στὸ Συναξάρι της ἀναφέρεται ὅτι στὴν Ἔφεσο ἡ Ἁγία βρῆκε μία λάρνακα, στὴν ὁποία δὲν εἶχε ὡς τότε ἐνταφιασθεῖ κανένας, μπῆκε μέσα σὲ αὐτὴν καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. Πρὶν δὲ ἀπὸ τὴν κοίμησή της ἡ Ἁγία Εἰρήνη εἶχε δώσει ἐντολὴ νὰ μὴν μετακινήσει κανένας τὴν ταφόπετρα, μὲ τὴν ὁποία θὰ σκέπαζε τὴ λάρνακα ὁ δάσκαλός της Ἀπελλιανός, προτοῦ περάσουν τέσσερις ἡμέρες. Μετὰ ὅμως ἀπὸ δυὸ ἡμέρες ἐπισκέφθηκαν τὸν τάφο ὁ Ἀπελλιανὸς καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι εἶδαν ὅτι ἡ ταφόπετρα ἦταν σηκωμένη καὶ ἡ λάρνακα κενή.

Κατὰ τὰ δυτικὰ Μαρτυρολόγια ἡ Ἁγία Εἰρήνη μαρτύρησε στὴ Θεσσαλονίκη, ἀφοῦ ρίχθηκε στὴν πυρά. Πρέπει δὲ νὰ σημειώσουμε ὅτι, κατὰ τὸ Μηνολόγιον τοῦ αὐτοκράτορα Βασιλείου Β’, ἡ Ἁγία Εἰρήνη τελειώθηκε μαρτυρικὰ δι’ ἀποκεφαλισμοῦ.

Ἀπολυτίκιον Ἦχος α’ - Τοῦ λίθου σφραγισθέντος

Ὁ Χριστὸς ἡ εἰρήνη σὲ Εἰρήνην ἐκάλεσε. Σὺ γὰρ τὴν εἰρήνην βραβεύεις τοῖς τελοῦσι τὴν μνήμην σου, καὶ ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς, προστρέχουσι τῷ Θείῳ σου Ναῷ, καὶ πρεσβεύεις ὑπὲρ πάντων τῇ Τρισηλίῳ παρισταμένῃ θεότητι. Ἅπαντες οὖν χαρμονικῶς, τὴν μνήμην αὐτῆς τελέσωμεν, τὸν ἀντιδοξάσαντα αὐτὴν Χριστὸν μεγαλύνοντες.


Ἀναδημοσίευση κειμένου ἀπό: eisagios.blogspot.com

Περισσότερα...

Παρασκευή 1 Μαΐου 2015

Ο Προφήτης Ιερεμίας


Στην ανάρτηση αυτή θα αναφερθούμε στον προφήτη Ιερεμία, τη μνήμη του οποίου η Εκκλησία μας τιμά κάθε χρόνο την 1η Μαΐου.

Ο Προφήτης Ιερεμίας γεννήθηκε πιθανώς κατά το 650 π.Χ., στην μικρή πόλη της φυλής Βενιαμίν Αναθώθ, βορειοανατολικά της Ιερουσαλήμ. Ο πατέρας του ήταν ιερέας και ονομαζόταν Χελκίας. Ανατράφηκε στην ιερατική αυτή οικογένεια με αυστηρότητα. Μελετούσε τους προ αυτού Προφήτες Ησαΐα και Ωσηέ.


Νεότατος στην ηλικία, περίπου 23 - 25 ετών, περί το 627 - 625 π.Χ., καλείται από τον Θεό στο προφητικό αξίωμα. Ανταποκρίνεται στο θέλημα του Κυρίου και έτσι το όνομά του (Ιερεμίας), που σημαίνει ο Θεός ανυψώνει ή καθιστά, εκφράζει και την αποστολή του.

Κατάπληκτος από την τιμή αυτή ο Ιερεμίας, αρνείται την υψηλή τιμητική κλήση, προβάλλοντας τις ασθενείς νεανικές του δυνάμεις. Ο Θεός όμως ενισχύει αυτόν υποσχόμενος, όχι υλικές αμοιβές και τιμές, αλλά το πολυτιμότερο όλων: τη βοήθειά Του. Ο Ιερεμίας υπακούει.


Ο Προφήτης Ιερεμίας καθαγιάσθηκε πριν από τη γέννησή του, όπως γράφει ο Άγιος Ιερώνυμος. Πράγματι, στην αρχή του προφητικού του βιβλίου ο Ίδιος ο Θεός του λέγει: «Προ του με πλάσαι σε εν κοιλία επίσταμεί σε και προ του σε εξελθείν εκ μήτρας ηγίακά σε, προφήτην εις έθνη τέθεικά σε».

Σε τέσσερις περιόδους δυνάμεθα να διαιρέσουμε την δημόσια δράση του. Πρώτον, επί του βασιλέως Ιωσίου προ της μετερρυθμίσεως (627 - 621 π.Χ.), δεύτερον, επί του βασιλέως Ιωακείμ μέχρι του Σεδεκίου (609 - 598 π.Χ.), τρίτον, επί Σεδεκίου (598 - 586 π.Χ.) και τέταρτον, μετά την άλωση της Ιερουσαλήμ και την αιχμαλωσία του Σεδεκίου.

Μετά την καταστροφή του βασιλείου του Ισραήλ, το βασίλειο του Ιούδα, όπου βρισκόταν ο Προφήτης Ιερεμίας, τελούσε υπό την επίδραση των Ασσυρίων, όχι μόνο πολιτικά αλλά και θρησκευτικά. Η πολυθεΐα των Ασσυρίων είχε εισχωρήσει στους Ιουδαίους, διότι ο βασιλέας Μανασσής (693 - 639 π.Χ.) ήταν υποτελής των Ασσυρίων και είχε παραδοθεί σε θρησκευτικό συγκρητισμό και σε ειδωλολατρία. Όσες πόλεις υπήρχαν στην Ιουδαία, τόσοι ήταν και οι θεοί, όσοι οι δρόμοι της Ιερουσαλήμ, τόσα θυσιαστήρια του Βαάλ. Υπήρχε η ειδωλολατρία του Μολώχ με τα ανθρώπινα θύματα. Στις αυλές του ναού ήταν θυσιαστήρια των Ασσυρίων θεών και το είδωλο της Αστάρτης. Ο Ιερεμίας, επί της βασιλείας του Ιωσίου, από το 627 π.Χ., επέρχεται κατά της πολυθεΐας κηρύσσοντας τον Ένα και Μόνο Αληθινό Θεό και στηλιτεύοντας τη διαφθορά. Εκτός της ειδωλολατρίας και ανηθικότητας, ο Ιερεμίας πολεμάει κατά την περίοδο αυτή και τους ψευδοπροφήτες, οι οποίοι παραπλανούσαν τον λαό με ψευδείς προφητείες. Ο Προφήτης διαισθάνεται κάποια μεταβολή του λαού, κάποια μετάνοια, διότι στην πρόσκληση του Θεού, ο λαός απαντά: «Ὁδοῦ, πρὸς Σὲ ἔρχομαι». Η μετάνοια όμως αυτή ήταν πρόσκαιρη λόγω της ανομβρίας. Ο Προφήτης πονάει, υποφέρει. Περιέρχεται σε απόγνωση. Όμως η μακροθυμία του Θεού δεν εξαντλείται. Ο Θεός συμβουλεύει τον Προφήτη να ερευνήσει την υπό του κακού τρυγηθείσα άμπελο, το λαό Του, μήπως εύρει ρώγα σταφυλιού, κάποιον άνθρωπο ευσεβή, ατρύγητο από το κακό. Έτσι τονίζεται η μεγάλη αξία του ανθρώπου. Ο Προφήτης δεν βρίσκει δυστυχώς καμία ρώγα σταφυλιού ατρύγητη από το κακό. Στην άκαρπη αυτή προσπάθεια του Προφήτη, ο Θεός συνιστά σε αυτόν και πάλι να συνεχίσει την εργασία του, για να πεισθεί και ο ίδιος ο Προφήτης για το αδιόρθωτο του λαού και τη δίκαιη τιμωρία του. Ο Θεός παρομοιάζει τον Προφήτη με μεταλλουργό που δοκιμάζει τα μέταλλα και φροντίζει από το μείγμα να εξαγάγει αυτά που είναι ευγενή, δηλαδή το χρυσό και τον άργυρο. Μάταια όμως.

Εδώ τερματίζεται η πρώτη περίοδος της δράσεως του Προφήτη Ιερεμία. Κατόπιν έρχεται η κατάλυση του Ασσυριακού βασιλείου διά της πίστεως της Νινευή το 621 π.Χ. Ο ευσεβής βασιλέας Ιωσίας, επωφελούμενος από την κατάρρευση αυτή, ανέλαβε πολιτική εξωτερικής ανεξαρτησίας και προέβη σε εσωτερικές μεταρρυθμίσεις, για να ορθώσει την πίστη στον Θεό. Ο Ιερεμίας, κατά το χρονικό διάστημα 621 - 608 π.Χ., αποσύρθηκε πιθανότατα σε μόνωση. Χαρακτηριστικό της ασκητικής του ζωής ήταν ότι αυτός «λινοῦν περίζωμα εἶχε μόνον. Ὡς δὲ τὰ εὐτραφῆ τῶν σωμάτων γυμνούμενα φανερωτέραν δείκνυσι τὴν ἀκμήν, οὕτω καὶ τῶν ἠθῶν τὸ κάλλος, μὴ ἀνειλούμενον ἀπειροκάλοις φλυαρίαις, τὸ μεγαλοπρεπὲς ἐνδείκνυται».

Κατά την δεύτερη περίοδο της δράσης του, επί της εποχής του βασιλέως Ιωακείμ (609 - 598 π.Χ.), ο Προφήτης Ιερεμίας στρέφεται κατά των ατόπων της Ισραηλιτικής θρησκείας. Ο μαγικός χαρακτήρας, τον οποίο απέδιδαν οι Ιουδαίοι στο ναό και στις τελετές, τον ενοχλούσε. Έλεγε δε, ότι «ο ναός, ο οποίος χρησιμεύει να καλύπτει τα κακουργήματα, είναι όχι ναός Θεού, αλλά σπήλαιο ληστών».

Κατά το πρώτο έτος της βασιλείας του Ιωακείμ, σε κάποια μεγάλη εορτή, εμφανίζεται ο Προφήτης Ιερεμίας στην αυλή του ναού και μέσα στο ενθουσιώδες από τη θέα του ναού πλήθος, προσβάλλει την εσφαλμένη αυτή πίστη, την οποία είχε ο λαός περί του ναού και κηρύσσει την επερχόμενη καταστροφή του ναού. Όλος ο λαός εξεγείρεται και ζητεί τον θάνατό του. Σώζεται με την επέμβαση του Αχικάμ. Μεταβαίνει στο εργαστήριο του κεραμέως και παρατηρεί ότι ο κεραμέας μεταπλάσσει όσα από τα πήλινα δοχεία δεν αρέσουν σε αυτόν. Έτσι, λέγει ο Προφήτης, θα κάνει ο Θεός σε έθνη και ανθρώπους, τα οποία δεν αρέσουν σε Αυτόν. Για την αποφυγή της καταστροφής συνιστά την εσωτερική μετάνοια του ανθρώπου. Άρχοντες και λαός αντιδρούν. Κουρασμένος ο Προφήτης από τους άκαρπους αγώνες του ζητεί τη μόνωση και προβλέποντας την αμετανοησία του λαού του Θεού, προλέγει την καταστροφή του.

Κάποιοι άνθρωποι αποφασίζουν να τον δηλητηριάσουν στην Αναθώθ. Συνωμοτούν εναντίον του και συγγενείς του. Ο Ιερεμίας αποδίδει την σωτηρία του στον Θεό. Στρέφεται κατά των αρχόντων, του βασιλέως Ιωακείμ και των ανακτόρων, των οποίων κηρύσσει την καταστροφή. Όλος ο κόσμος είναι εναντίον του. Προς στιγμήν κάμπτεται, διότι νομίζει ότι έχει εγκαταλειφθεί από τον Θεό και παραπονείται. Συνέρχεται όμως και συνεχίζει το έργο του. Στην αυλή του ναού κηρύσσει και πάλι την καταστροφή του ναού. Το κήρυγμα αυτό προκαλεί αναταραχή. Γι' αυτό ο στρατηγός του ιερού χώρου του ναού Πασχώρ τον ραβδίζει και τον ρίχνει στη φυλακή. Τα κηρύγματά του γίνονται δεκτά με ειρωνείες. Του απαγορεύουν να επισκέπτεται το ναό. Ο Προφήτης σκέπτεται να εγκαταλείψει τον αγώνα. Η φωτιά όμως του λόγου του Θεού, που είναι μέσα του, δεν τον αφήνει. Κατά το τέλος του 605 π.Χ., μετά την ήττα των Αιγυπτίων στο Χαρκαμύς, επειδή ο ίδιος δεν ήταν δυνατόν να εισέλθει στην αυλή του ναού, δίδει στον μαθητή του Βαρούχ να αναγνώσει στο μέσο της αυλής του ναού, προφητεία, διά της οποίας κηρυσσόταν η καταστροφή του ναού. Όλοι τότε επαναστατούν εναντίον του. Ο Ιερεμίας και ο Βαρούχ κρύβονται, για να μη συλληφθούν. Η προλεχθείσα όμως καταστροφή επήλθε.

Οι Βαβυλώνιοι κατέστησαν φόρου υποτελή, το βασιλέα Ιωακείμ. Αυτός, επιθυμώντας την ανεξαρτησία και αφού παρακινήθηκε από άκριτους ανθρώπους, προκαλεί τη Βαβυλώνιο εκστρατεία κατά της Ιερουσαλήμ. Ο Ναβουχοδονόσωρ επέρχεται εναντίον του και πολιορκεί την Ιερουσαλήμ. Ο Ιερεμίας μάταια συνιστά στον βασιλέα Ιωακείμ, υποταγή στους Βαβυλώνιους. Ο Ιωακείμ πεθαίνει και η πόλη καταλαμβάνεται και πολιορκείται. Ο ναός καταστρέφεται. Ο άμεσος διάδοχος του Ιωακείμ, ο Ιωαχείμ (Ιεχονίας) πορεύεται σε αιχμαλωσία με τους αξιωματούχους της χώρας και δέκα χιλιάδες από το λαό. Ο βασιλέας Ναβουχοδονόσωρ ορίζει ως διάδοχο του Ιεχονίου, τον Σεδεκία.

Κατά την Τρίτη περίοδο της δράσεως του Προφήτη Ιερεμίου, το 594 π.Χ., απεσταλμένοι των Ιδουμαίων, Αμμωνιτών, Τύρου και Σιδώνος, παρακάλεσαν τον Σεδεκία να συμμαχήσουν κατά των Βαβυλωνίων. Οι ψευδοπροφήτες κηρύσσουν ότι τα ιερά σκεύη του ναού που είχαν κλαπεί θα επιστραφούν. Ο Ιερεμίας αντιτίθεται και συμβολικά θέτει ζυγό στον τράχηλό του, για να δηλώσει ότι θα είναι δούλοι του Ναβουχοδονόσορ. Ο ψευδοπροφήτης Ανανίας σπάζει το ζυγό πάνω στον τράχηλο του Ιερεμία, για να τονίσει την αποτίναξη του ζυγού των Βαβυλωνίων. Ο Ιερεμίας απαντά: «Έσπασες ξύλινους ζυγούς; Σιδερένιους θα θέσει ο Θεός στον τράχηλό σας».

Ο Σεδεκίας τήρησε συνετή πολιτική προς τους απεσταλμένους των άλλων περιοχών και ενέκρινε την γνώμη του Προφήτη Ιερεμία. Όμως, κατά το 588 π.Χ., ο φαραώ της Αιγύπτου Ουαφρής επαναστατεί κατά των Βαβυλωνίων. Το φρόνημα των Ιουδαίων αναπτερώνεται και λαμβάνουν και αυτοί μέρος στην επανάσταση αυτή. Ο Ιερεμίας τους αποτρέπει από το να συμμαχήσουν με τους Αιγυπτίους κατά των Βαβυλωνίων. Οι Ιουδαίοι δεν υπακούν και επαναστατούν. Ο Ιερεμίας επιμένει ότι η πόλη των Ιεροσολύμων θα καταστραφεί. Οι άρχοντες τον ρίχνουν σε λάκκο βορβορώδη, διότι με τον τρόπο που ο Προφήτης ομιλούσε παρέλυε τα χέρια των πολεμιστών. Με την επέμβαση όμως του Αβδεμέλεχ αποσύρεται από τον λάκκο. Η πόλη των Ιεροσολύμων καταλαμβάνεται και ο βασιλέας Σεδεκίας συλλαμβάνεται, τυφλώνεται και οδηγείται στη Βαβυλώνα. Η πόλις παραδίδεται στις φλόγες.

Κατά την τέταρτη περίοδο της δράσεώς του, ο Ιερεμίας, μετά την άλωση της Ιερουσαλήμ, αποφασίζει να διαμείνει πλησίον του Γοδολίου. Τον Γοδολία, ο βασιλέας Ναβουχοδονόσωρ εγκαθιστά κυβερνήτη της Ιουδαίας. Μετά από λίγο, όμως, ο Γοδολίας δολοφονείται και ο Ιουδαϊκός λαός, φοβούμενος την τιμωρία από τους Βαβυλωνίους, αποφασίζει να απέλθει στην Αίγυπτο παρά την γνώμη του Ιερεμίου και την εντολή του Θεού. Χωρίς την θέλησή του, παίρνουν μαζί τους και τον Ιερεμία, ο οποίος κηρύττει και στην Αίγυπτο. Προλέγει την εισβολή του Ναβουχοδονόσωρ, η οποία και έγινε. Εκεί οι Ιουδαίοι περιπίπτουν σε ειδωλολατρία. Ο Προφήτης επέρχεται και πάλι εναντίον αυτών. Εκείνοι όμως δεν υπακούουν και ο Προφήτης προλέγει την καταστροφή τους.

Ο Προφήτης Ιερεμίας λιθοβολήθηκε από τους συμπατριώτες του στην πόλη Τάφνα της Αιγύπτου ή απήχθη μαζί με τον Βαρούχ αιχμάλωτος από τον βασιλέα Ναβουχοδονόσωρ σε κάποια εισβολή του στην Αίγυπτο το 568 π.Χ., ως λέγει κάποια Ραββινική παράδοση.

Η Σύναξη αυτού ετελείτο στο ναό του Αποστόλου Πέτρου, που ήταν κοντά στην Μεγάλη Εκκλησία.

Το βιβλίο του Προφήτη Ιερεμία στην Παλαιά Διαθήκη δεν παρουσιάζει μόνο υψηλές θρησκευτικές ιδέες, αλλά κυρίως μια ζωηρή θρησκευτική προσωπικότητα, διότι ο Ιερεμίας δεν κήρυττε μόνο, αλλά ζούσε την διδασκαλία αυτή με τόση επιμονή, ώστε όχι μόνο ο θάνατός του υπήρξε μαρτυρικός, αλλά και ολόκληρη η ζωή του ήταν ένα διαρκές μαρτύριο. Η διδασκαλία του Προφήτη Ιερεμία αφορούσε, α) τον άνθρωπο, β) τον Θεό και γ) το λαό του Θεού. Κέντρο και των τριών αυτών είναι η καρδιά, η βάση της προσωπικότητας του ανθρώπου.

Ἀπολυτίκιον - Ἦχος β’.

Τοῦ προφήτου σου Ἰερεμίου τὴν μνήμην, Κύριε, ἑορτάζοντες, δι᾽ αὐτοῦ σὲ δυσωποῦμεν· Σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Αναδημοσίευση κειμένου από: saint.gr
Περισσότερα...

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

Υπομονή και ανδρεία


Μια αληθινή ιστορία από το Μέγα Γεροντικό Β', Ζ', που δείχνει πώς με την υπομονή και την πνευματική ανδρεία, μπορούμε να κερδίσουμε τον Παράδεισο.

Ήταν ένας Γέροντας στη Θηβαϊδα που έμενε σ΄ ένα σπήλαιο και είχε έναν υποτακτικό μαθητευόμενο. Συνήθιζε ο Γέροντας κάθε βράδυ να του δίνει ωφέλιμες συμβουλές και μετά από τη νουθεσία, έκανε προσευχή και τον έστελνε να κοιμηθεί.



Κάποτε συνέβη μερικοί ευλαβείς λαϊκοί, επειδή γνώριζαν τη μεγάλη άσκηση του Γέροντα, να τους επισκεφθούν και να προσφέρουν σ΄ αυτούς κάποιο φαγητό να φάνε. Αφού έφυγαν αυτοί, κάθισε πάλι ο Γέροντας το βραδάκι, όπως το συνήθιζε, και νουθετούσε τον αδελφό. Την ώρα όμως που του μιλούσε, τον πήρε ο ύπνος. Και ο αδελφός έμεινε κοντά του, έως ότου ξυπνήσει και του κάνει την ευχή. Καθώς λοιπόν καθόταν πολλή ώρα και ο Γέροντας δεν ξυπνούσε, ενοχλήθηκε από τους λογισμούς του να πάει να κοιμηθεί χωρίς να του κάνει την απόλυση. Αλλά βίασε τον εαυτό του και αντιστάθηκε στον λογισμό και παρέμεινε. Πάλι όμως ενοχλήθηκε και δεν έφυγε. Κατά τον ίδιο τρόπο ενοχλήθηκε επτά φορές και αντιστάθηκε στον λογισμό. Αργότερα, αφού είχε προχωρήσει η νύκτα, ξύπνησε ο Γέροντας και τον βρήκε να κάθεται δίπλα του και του λέει:

- “Δεν έφυγες μέχρι αυτή την ώρα;”

Κι εκείνος είπε:

- “Όχι, αββά, γιατί δεν μου ΄κανες απόλυση”.

- “Και γιατί - τον ρωτάει ο Γέροντας - δεν με ξύπνησες;”

- “Δεν τόλμησα - απαντά ο μαθητής - να σε σκουντήσω για να μη σου διακόψω τον ύπνο”.

Σηκώθηκαν ευθύς, άρχισαν τον όρθρο και όταν τελείωσε η ακολουθία, απέλυσε τον αδελφό ο Γέροντας. Και την ώρα που καθόταν μόνος, ήρθε σε έκσταση και βλέπει κάποιον να του δείχνει έναν τόπο λαμπρό στον οποίο υπήρχε ένας θρόνος και επάνω στον θρόνο ήταν τοποθετημένα επτά στεφάνια.

Και ρώτησε αυτόν που του τα έδειχνε:

- “Τίνος είναι αυτά;”

Κι εκείνος είπε:

- “Του μαθητή σου. Τον τόπο και τον θρόνο του τα χάρισε ο Θεός για την υπακοή του. Και τα επτά στεφάνια τα κέρδισε αυτή τη νύκτα”.

Απόρησε ο Γέροντας γι αυτό που άκουσε και γεμάτος από δέος καλεί τον αδελφό και του λέει:

- “Πες μου, τι έκανες τη νύκτα αυτή;”

- “Συγχώρα με, αββά - απάντησε εκείνος - δεν έκανα τίποτε”.

Ο Γέροντας νομίζοντας ότι από ταπεινοφροσύνη δεν ομολογεί, του είπε:

- “Δεν θα σ΄ αφήσω να φύγεις, εάν δεν μου πεις τι έκανες ή τι σκέφτηκες τη νύκτα αυτή”.

Αλλά ο αδελφός επειδή γνώριζε καλά ότι τίποτε δεν έχει κάνει, δεν είχε τι να πει.

Και λέει στον πατέρα:

- “Αββά, δεν έκανα τίποτε, παρά μόνο ότι ενοχλήθηκα από λογισμούς επτά φορές να φύγω χωρίς να μου κάνεις την απόλυση, αλλά δεν έφυγα”.

Όταν τ΄ άκουσε αυτό ο Γέροντας, κατάλαβε ότι κάθε φορά που πάλευε και νικούσε τον λογισμό του, κέρδιζε ένα στεφάνι από τον Θεό. Στον αδελφό βέβαια δεν είπε τίποτε, αλλά τα διηγήθηκε αυτά σε ανθρώπους πνευματικούς χάριν ωφελείας, για να γνωρίζουμε ότι και για λογισμούς πού δεν έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα ο Θεός μας στεφανώνει.

Καλό λοιπόν είναι να βιάζουμε πάντοτε τον εαυτό μας από αγάπη για τον Θεό. Γιατί η Βασιλεία των Ουρανών βιάζεται και την αρπάζουν αυτοί που αγωνίζονται.


Αναδημοσίευση κειμένου από: vatopaidi.wordpress.com
Περισσότερα...

Τρίτη 14 Μαΐου 2013

Άγιος Αχίλλιος


Στην ανάρτηση αυτή θα αναφερθούμε στον Άγιο Αχίλλιο, πολιούχο Λαρίσης, τη μνήμη του οποίου η Εκκλησία μας τιμά κάθε χρόνο στις 15 Μαΐου.

Ο Άγιος γεννήθηκε το 270 μ.Χ. στην Καππαδοκία και έλαβε μεγάλη χριστιανική και «θύραθεν» μόρφωση.

Μετά το θάνατο των ευσεβών γονέων του, μοίρασε τη μεγάλη περιουσία τους στους φτωχούς και πήγε στους Αγίους Τόπους. Εκεί έζησε κοντά στον Πανάγιο Τάφο.


Κατόπιν επισκέφτηκε διάφορα ασκητήρια και ασκήθηκε στη νηστεία, στην προσευχή, την αγρυπνία και στις άλλες χριστιανικές αρετές.

Ύστερα πήγε στη Ρώμη και στη Θεσσαλία, όπου κήρυξε το Χριστό και έκανε πολλά θαύματα. Έτσι διαδόθηκε πολύ η φήμη του και όταν χήρευσε ο θρόνος της Λαρίσης, αναδείχτηκε Αρχιεπίσκοπός της.

Η φήμη του προέτρεξε και έφτασε στη Νίκαια της Βιθυνίας, πριν ακόμη πάει εκει ο Αγιος, για να λάβει μέρος στην Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο (325). Γι’ αυτό ο Μέγας Κωνσταντίνος και οι Πατέρες τον υποδέχτηκαν με μεγάλες τιμές. Τέλεσε μάλιστα στη Σύνοδο και θαύμα. Έκανε να αναβλύσει λάδι από μια πέτρα. Όπως αναφέρεται σε χειρόγραφο που βρίσκεται στη Μονή Βαρλαάμ Μετεώρων ο Άγιος «Τον Θεόν επικαλεσάμενος και έλαιον δι’ ευχής βλύσαι ποιεί». Με πολλή χαρά τότε ο αυτοκράτορας ζήτησε την ευλογία του Αγίου και τον προέπεμψε στη Λάρισα με πλούσια δώρα για ανεγέρσεις ναών και φιλανθρωπίες. Πιθανόν από την εποχή αυτή να ήταν και το Ευαγγέλιο της Κομνηνείου Μονής, που σωζόταν ως το 1853. Ήταν γραμμένο με χρυσά γράμματα σε περγαμηνή και είχε σημειώσεις του Αρχιεπισκόπου Λαρίσης Αχιλλίου Α’.

Το 355 μ.Χ., ύστερα από 35 χρόνια αρχιερατείας του Αγίου στη Λάρισα, ο Θεός του φανέρωσε πως ήρθε η ώρα της εξόδου του από το μάταιο αυτό κόσμο. Κάλεσε τότε όλο τον κλήρο και το λαό, τους το ανακοίνωσε και τους έδωσε παραινέσεις και συμβουλές.

Τον θρήνησαν πολύ και τον κήδεψαν με μεγαλοπρέπεια. Τοποθέτησαν δε το ιερό του λείψανο στη λάρνακα που ο ίδιος είχε κατασκευάσει.

Το χαριτόβρυτο λείψανο του ανέβλυζε μύρο κι έκανε πολλά θαύματα. Αλλά δεν έμεινε για πάντα στη Λάρισα. Το σύλησε το 985/6 ο αποστάτης από τους Βυζαντινούς τσάρος των Βουλγάρων Σαμουήλ και το μετέφερε στα ανάκτορά του, στο μικρό νησάκι των Πρεσπών, που σήμερα φέρει το όνομα του Αγίου Αχιλλίου. Εκεί ανήγειρε προς τιμήν του Αγίου μεγαλοπρεπή ναό ρυθμού Βασιλικής, του οποίου σώζονται τα ερείπια. Ήθελε με την ενέργεια του αυτή ο Σαμουήλ να στερεώσει την κυριαρχία του. Γιατί η κατοχή ιερών λειψάνων ονομαστών Αγίων ήταν ιδιαίτερη τιμή και ευλογία και αποτελούσε πόλο έλξης των χριστιανικών πληθυσμών. Σκόπευε μάλιστα ο Σαμουήλ να μεταφέρει εκεί την Αρχιεπισκοπή Οχρίδος και να την αναδείξει σε Πατριαρχείο. Είχε μεγαλεπήβολα σχέδια, που, αν πετύχαιναν, θα άλλαζαν τον ρουν της ιστορίας, στην περιοχή.

Οι Βυζαντινοί χρονογράφοι του 11ου αιώνα Ιωάννης Σκυλίτσης και Γεώργιος Κεδρηνός εξιστορούν τα σχετικά με την αρπαγή από το Σαμουήλ του ιερού λειψάνου του Αχίου Αχιλλίου. Ο δεύτερος αναφέρει συγκεκριμμένως: «Μετήγαγε δε ( ο Σαμουήλ) και το λείψανον του Αγίου Αχιλλίου επισκόπου Λαρίσης χρηματίσαντος επί Κωνσταντίνου του μεγάλου καν τη μεγάλη και πρώτη Συνόδω παρόντος συν Ρηγίνω Σκοπέλων και Διοδώρω Τρίκκης, και εις Πρέσπαν απέθετο, ένθα ήσαν αυτώ τα βασίλεια, οίκον κάλλιστον και μέγιστον επί τω ονόματι αυτού δομησάμενος».

Αλλά και μετά την αρπαγή του ιερού λειψάνου του Αγίου Αχιλλίου από το Σαμουήλ, ο χριστιανικός λαός της Λαρίσης δεν έπαψε να τιμά τον Πολιούχο του. Τον προστάτη του Άγιο. Και να διαλαλεί τις αριστείες του, τις υψηλές πνευματικές του επιδόσεις, όπως λέει το σχετικό επίγραμμα: «Λαλεί Λάρισα σας αριστείας ξένας, μνήμην έχουσα και θανόντος σου, Πάτερ».

Και είχε ως τόπο αγιάσματος και κέντρο της λατρείας του, ως σημείο αναφοράς του, τον τάφο του Αγίου και τον περικαλλή ναό του. Τον ναό, τον τόσο αγαπητό σε όλους, στον οποίο συναθροίζονταν συνήθως οι επίσκοποι, προκειμένου να εκλέξουν ιεράρχες για τις κενούμενες επισκοπές Θεσσαλίας, όπως αναφέρει ο Κώδικας 1472.

Ο Μητροπολιτικός αυτός ναός ήταν το ιδιαίτερο σέβασμα των Λαρισαίων. Το ιερό τους καθίδρυμα. Το κέντρο της θρησκευτικής τους ζωής, που επηρέαζε και την κοινωνική τους. Σ’ αυτόν συνέρχονταν για να λατρεύσουν το Σωτήρα Χριστό και να ζητήσουν τις πρεσβείες του Αγίου σε κάθε δυσκολία και ανάγκη τους. Στις πλημμύρες, στους πολέμους, στους συχνούς σεισμούς που τους ανάγκαζαν να μην υψώνουν μεγάλα οικοδομήματα, στις επιδημίες. Ήταν ιδιαίτερα απειλητική η πανούκλα του 1813 και του 1848, που είχε αναρίθμητα θύματα.

Ακολούθησε δε Ο ναός αυτός την πορεία της πόλης στην ιστορία. Γνώρισε δηλαδή λαμπρές μέρες δόξας και μεγαλείου, αλλά και λεηλασίες και καταστροφές. Και αποτελεί και σήμερα ο ναός αυτός με την τοξότη γέφυρα του «αργυροδίνη» Πηνειού ποταμού από κάτω του το χαρακτηριστικό έμβλημα της πόλης των Λαρισαίων με τη μακριά ιστορία των τεσσάρων χιλιετηρίδων.

Θα μάκραινε πολύ ο λόγος, αν επιχειρούσαμε λεπτομερή εξιστόρηση των περιπετειών του ναού τού Αγίου Αχιλλίου. Γι’ αυτό περιορίζομαι στα εξής: Την εποχή της Φραγκοκρατίας και συγκεκριμένως το 1204, επί Αλεξίου Γ’, εξαιτίας της συγκρούσεως των Φράγκων μεταξύ τους, η Λάρισα ερημώθηκε και μεταβλήθηκε σε ακατοίκητο χωριό, ο δε ναός του Αγίου Αχίλλειου μετατράπηκε σε ορμητήριο ληστών!

Την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας (τουρκοκρατίας) και συγκεκριμένως στις 12 Ιουνίου 1769 ο φανατισμένος τουρκικός όχλος έκαψε και γκρέμισε το Μητροπολιτικό ναό και οι Λαρισαίοι εκκλησιάζονταν επί 25 ολόκληρα χρόνια, ως το 1794, στα γύρω χωριά! Μάλιστα οι Τούρκοι είχαν αποφασίσει να μην ξανακτιστεί ο ναός. Αλλά ύστερα από ενέργειες του Μητροπολίτη Λαρίσης Διονυσίου Καλλιάρχου προς την Πύλη και με εισφορές μεγάλες των Λαρισαίων (40 πουγγιά, δηλ. 18 χιλιάδες γρόσια) εκδόθηκε, στις 26 Φεβρουαρίου 1794, φιρμάνι του Σουλτάνου Σελίμ, που έδινε την άδεια ν’ ανοικοδομηθεί ο ναός. Είναι ενδεικτική του θέματος η ενθύμηση (=σημείωμα), που υπάρχει στην περιήγηση η τοπογραφία της Θετταλίας και Θετταλομαγνησίας του Νικολάου Μάγνητος και έχει ληφθεί από τα χειρόγραφα του Αρχιμανδρίτου Ιακώβου Γυναϊτιδος Βαλβαμά: «1794 Φεβρουαρίου 4 ευγήκε φερμάνι διά την εκκλησίαν της Λαρίσης του Αγίου Αχιλλίου μέσα εις την ΚΠολιν. Και ήλθεν ο Τάταρης μέσα εις την Λάρισαν Φεβρουαρίου 26 ημέρα Δευτέρα και εδιαβάσθη την Πέμπτην εις τας 2 του Μαρτίου». Έτσι ξανακτίστηκε ο ναός. Και μάλιστα σε χρόνο ρεκόρ. Σε 36 ημέρες! Θεμελιώθηκε στις 5 Μαρτίου 1794 και τελείωσε στις 6 Απριλίου (ώρα 9.00 το βράδυ της Μεγ. Παρασκευής). Και το επόμενο βράδυ, του Μεγ. Σαββάτου τελέστηκε εντός του ναού η Λειτουργία της Αναστάσεως προεξάρχοντος του Μητροπολίτου Διονυσίου Καλλιάρχου. Αξίζει να σημειωθεί, πως για να τελειώσει τόσο γρήγορα ο ναός, εργάστηκαν περισσότεροι από διακόσιοι τεχνίτες βοηθούμενοι αφιλοκοκερδώς από όλους τους Λαρισαίους χριστιανούς. Είχε δε ο ναός και παρεκκλήσιο του Αγίου Βησσαρίωνος.

Στις 12 Ιουνίου 1822 οι Τούρκοι μετέτρεψαν το ναό σε οπλοστάσιο και οι Λαρισαίοι εκκλησιάζονταν στο εκκλησάκι της Αγίας Μαρίνας μέχρις ότου τους αποδόθηκε και πάλι ο ναός επί Μητροπολίτου Μελετίου Ε! Τότε μάλιστα ορίστηκε ημέρα εβδομαδιαίας αγοράς η Δευτέρα, αντί της Κυριακής. Έτσι ανανεώθηκε και ισχυροποιήθηκε η από του 1730 απόφαση των Λαρισαίων εμπόρων που όριζε η απόφαση «να φυλάττουν όλας τας Κυριακάς και τας δεσποτικάς εορτάς». Καθιέρωνε δηλαδή την αργία της Κυριακής. Στους μη συμμορφούμενους δε με το συμφωνητικό αυτό, επιβαλλόταν η ποινή να καταβάλλουν στο Ταμείο του ναού του Αγίου Αχιλλίου 50 ασλάνια. Έτσι έγινε πράξη ο λόγος του Απόστολου του σκλαβωμένου Γένους μας Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, για τον οποίο μάλιστα λόγο μαρτύρησε: Να μη γίνονται παζάρια την Κυριακή.

Τον Απρίλιο του 1827 οι Τούρκοι μετέβαλαν πάλι το ναό σε οπλοστάσιο. Αλλά γρήγορα οι χριστιανοί κατόρθωσαν να τους αποδοθεί για τη λατρεία τους, δίνοντας μεγάλες χρηματικές εισφορές στο δικαστή, στους πασάδες και στους μπέηδες.

Όλα αυτά μαρτυρούν την ευσέβεια των Λαρισαίων, οι οποίοι ευλαβούνταν και τιμούσαν ιδιαιτέρως τον Πολιούχο τους Άγιο Αχίλλιο και φρόντιζαν πολύ το ναό του. Και στα χρόνια που υπήρχε ο τάφος με το ιερό λείψανο του Αγίου μέσα του, αλλά και στα κατοπινά. Και διόριζαν ως επιτρόπους του εκπροσώπους των σύντεχνων (γουναράδων, μπακάληδων, ψωμάδων, ραπτάδων και άλλων), όπως συνέβη επί των ημερών του Μητροπολίτου Λαρίσης Μελετίου Ε’.

Το 1965 ανεσκάφη ο δασώδης χώρος πάνω από το ναό από τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ. Νικ. Μουτσόπουλο. Στο διακονικό (τμήμα Ιερού Βήματος), σε συνηθισμένο για ιερά λείψανα χώρο, βρέθηκε τάφος ο οποίος, όπως και ο ναός, κατασκευάσθηκε από Έλληνες τεχνίτες, ίσως τους Λαρισαίους αιχμαλώτους. Το απόγευμα της 14 Μαΐου του 1981, με ελικόπτερο του Στρατού επανακομίσθηκαν τα λείψανα του Αγίου στη λαρισαϊκή γη. Τα υποδέχθηκαν στο χώρο του σταδίου ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Σεραφείμ, πολλοί Μητροπολίτες της Εκκλησίας της Ελλάδος, όλο το ιερατείο της Μητροπόλεως, πλήθος Λαρισαίων και Θεσσαλών προσκυνητών και οι τοπικές αρχές.

Από τότε τα λείψανα του θαυματουργού Αγίου Αχιλλίου βρίσκονται στον ομώνυμο Μητροπολιτικό Ναό της πόλεως της Λάρισας και η μνήμη του γιορτάζεται με τη μεγαλύτερη επισημότητα κάθε χρόνο στις 15 Μαΐου.

Ἀπολυτίκιον - Ἦχος δ’ - Ταχὺ προκατάλαβε.

Λαρίσης σε πρόεδρον, καὶ πολιοῦχον λαμπρόν, ἡ χάρις ἀνέδειξεν, ὡς Ἱεράρχην σοφόν, παμμάκαρ Ἀχίλλιε• σὺ γὰρ τὸ τῆς Τριάδος, ὁμοούσιον κράτος, θαύμασί τε καὶ λόγοις, κατετράνωσας κόσμῳ. Ἣν Πάτερ ἐξευμενίζου, τοῖς σὲ γεραίρουσι.

Αναδημοσίευση κειμένου από: papaioannou.wordpress.com
Περισσότερα...