Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2012

Η παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου


Στην ανάρτηση αυτή θα αναφερθούμε στην πρώτη Κυριακή του Τριωδίου που είναι αφιερωμένη στην πολύ διδακτική παραβολή του Τελώνου και του Φαρι- σαίου, την οποία ο Κύριος διηγήθηκε, προκειμένου να διδάξει την θεοφιλή αρετή της ταπεινώσεως και να στηλιτεύσει την εωσφορική έπαρση. Δίδαξε την παραβολή αυτή «προς τινας τους πεποιθότας αφ' εαυτοίς ότι εισί δίκαιοι, και εξουθενούντας τους λοιπούς» (Λουκ.18,9).



Ο ευαγγελιστής Λουκάς, με τρόπο λιτό, αλλά σαφέστατο, διέσωσε την παραβολή αυτή ως εξής: «Άνθρωποι δύο ανέβησαν εις το ιερόν προσεύξασθαι, ο εις Φαρισαίος και ο έτερος τελώνης. Ο Φαρισαίος σταθείς προς ευατόν ταύτα προσηύχετο· ο Θεός ευχαριστώ σοι ότι ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή και ως ούτος ο τελώνης· νηστεύω δις του Σαββάτου, αποδεκατώ πάντα όσα κτώμαι. Και ο τελώνης μακρόθεν εστώς ουκ ήθελεν ουδέ τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν επάραι, αλλ' έτυπτεν εις το στήθος αυτού λέγων· ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ. Λέγω υμίν, κατέβη ούτος δεδικαιωμένος εις τον οίκον αυτού ή γαρ εκείνος· ότι πας ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δε ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται» (Λουκ.18,10-14).

Η τάξη των Φαρισαίων εκπροσωπούσε την υποκρισία και την εγωιστική αυτάρκεια και έπαρση. Τα μέλη της απόλυτα αποκομμένα από την υπόλοιπη ιουδαϊκή κοινωνία, αποτελούσαν, λαθεμένα, το μέτρο σύγκρισης της ευσέβειας και της ηθικής για τους Ιουδαίους. Αντίθετα οι τελώνες ήταν η προσωποποίηση της αδικίας και της αμαρτωλότητας. Ως φοροεισπράκτορες των κατακτητών Ρωμαίων διέπρατταν αδικίες, κλοπές, εκβιασμούς, τοκογλυφίες και άλλες ειδεχθείς ανομίες και γι' αυτό τους μισούσε δικαιολογημένα ο λαός. Δύο αντίθετοι τύποι της κοινωνίας, οι οποίοι εκπροσωπούσαν τις δύο αυτές τάξεις, ανέβηκαν στο ναό να προσευχηθούν. Ο πρώτος ο νομιζόμενος ευσεβής, έχοντας την αυτάρκεια της δήθεν ευσέβειάς του ως δεδομένη, στάθηκε με έπαρση μπροστά στο Θεό και άρχισε να απαριθμεί τις αρετές του, οι οποίες ήταν πραγματικές. Τις εξέθετε προκλητικότατα εις τρόπον ώστε απαιτούσε από το Θεό να τον επιβραβεύσει γι' αυτές. Για να εξαναγκάσει το Θεό έκανε και αήθη σύγκρισή του με άλλους ανθρώπους και ιδιαίτερα με τον συμπροσευχόμενό του τελώνη. 

Αντίθετα ο όντως αμαρτωλός τελώνης συναισθάνεται τη δεινή του κατάσταση και με συντριβή και ταπείνωση ζητεί το έλεος του Θεού. Αυτή η μετάνοιά του τον δικαιώνει μπροστά στο Θεό. Γίνεται δεκτή η προσευχή του, σε αντίθεση με τον υποκριτή Φαρισαίο, ο οποίος όχι μόνο δεν έγινε δεκτή η προσευχή του, αλλά σώρευσε στον εαυτό του περισσότερο κρίμα, εξαιτίας της εγωπάθειάς του.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας όρισαν να είναι αφιερωμένη η πρώτη Κυριακή του Τριωδίου στη διδακτική αυτή παραβολή του Κυρίου για να συνειδητοποιήσουν οι πιστοί πως η υπερηφάνεια είναι η αγιάτρευτη ρίζα του κακού στον άνθρωπο, η οποία τον κρατά μακριά από την αγιαστική χάρη του Θεού και πως η ταπείνωση είναι το σωτήριο αντίδοτο της καταστροφικής πορείας, που οδηγεί τον άνθρωπο η εγωπάθεια. Είναι το χειρότερο εμπόδιο για τη σωτηρία του ανθρώπου. Αυτή η εγωιστική αυτάρκεια, ως μια λίαν νοσηρή κατάσταση εμποδίζει τη συναίσθηση της αμαρτωλότητας και τη διάθεση για μετάνοια. Εγωισμός και μετάνοια είναι δυο έννοιες εντελώς αντίθετες και ασυμβίβαστες μεταξύ τους. Η μία αναιρεί την άλλη. Οι πύλες της ψυχής του εγωπαθούς ανθρώπου είναι ερμητικά κλειστές για τη θεία χάρη και κατά συνέπεια είναι αδύνατη η σωτηρία του, όσο εμμένει στην εγωιστική του περιχάραξη.

Η υπερηφάνεια και ο εγωισμός είναι καταστάσεις εωσφορικές. Πρώτος διδάξας ο Εωσφόρος, ο οποίος δε μπορούσε να θεωρεί τον εαυτό του κατώτερο από το Θεό και δημιουργό του και γι' αυτό διανοήθηκε να στήσει το θρόνο του πάνω από το θρόνο της μεγαλοσύνης του Θεού. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνο να μην πραγματοποιήσει το σκοπό του, αλλά να χάσει τη δόξα και την τιμή που του είχε χαριστεί από το Θεό και να καταπέσει στην έσχατη απαξία. Από ανείπωτο μίσος και φθόνο θέλησε να μεταδώσει και στον άνθρωπο, το κορυφαίο δημιούργημα του Θεού, τη φθοροποιά και καταστροφική έξη του εγωισμού. Έπεισε τους πρωτοπλάστους ότι δήθεν ήταν ικανοί από μόνοι τους να γίνουν θεοί (Γεν. 3 ο κεφ.), συμπαρασύρωντάς τους στη δική του δίνη και καταστροφή.

Αυτή ακριβώς την κατάσταση έχει υπόψη της η Εκκλησία μας και θέσπισε την κατανυκτική περίοδο του Τριωδίου, η οποία σημαίνει γι' Αυτήν την μεταπτωτική κατάσταση του ανθρωπίνου γένους, αρχίζοντας από τη στηλίτευση του εγωισμού, ως την πρωταρχική αιτία της πτώσεως.

Στην υπέροχη και διδακτική υμνωδία της ημέρας αυτής ψάλλουμε: «Υψηγορίαν φύγωμεν Φαρισαίου κακίστην, ταπείνωσιν δε μάθωμεν του Τελώνου αρίστην, ίν' υψωθώμεν βοώντες τω Θεώ συν εκείνω· Ιλάσθητι τοις δούλοις Σου, ο τεχθείς εκ Παρθένου, Χριστέ Σωτήρ, εκουσίως» και «Μη προσευξόμεθα φαρισαϊκώς, αδελφοί· ο γαρ υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται· ταπεινωθώμεν εναντίον του Θεού τελωνικώς δια νηστείας κράζοντες· Ιλάσθητι ημίν, ο Θεός τοις αμαρτωλοίς». Η περίοδος του Τριωδίου είναι κατ' εξοχήν περίοδος αγώνα κατά της εγωπάθειας και άσκηση της αρετής της ταπείνωσης, ως μονόδρομο για τη σωτηρία μας.

Αναδημοσίευση κειμένου από: apostoliki-diakonia.gr
Περισσότερα...

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2012

Δίκαιος Συμεών και Προφήτις Άννα



Στην ανάρτηση αυτή θα αναφερθούμε στους Δίκαιο Συμεών και Προφήτιδα Άννα οι οποίοι προϋπάντησαν τον Κύριο Ημών Ιησού Χριστό στο Ναό του Σολομώντα, όταν Εκείνος ήταν σαράντα ημερών, τη σύναξη των οποίων η Εκκλησία μας εορτάζει στις 03 Φεβρουαρίου.





Ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Δίκαιος

Ὁ Συμεὼν ἦταν ἄνθρωπος δίκαιος καὶ εὐλαβής, «προσδεχόμενος παράκλησιν τοῦ Ἰσραήλ». Ἦταν ἄνθρωπος κατὰ τὴν φύση, ἀλλὰ στὴν ἀρετὴ ἄγγελος, ἄνθρωπος συναναστρεφόμενος μὲ ἀνθρώπους, ἀλλὰ συμπολιτευόμενος μὲ ἀγγέλους. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τοῦ εἶχε ἀποκαλύψει ὅτι δὲν θὰ πεθάνει προτοῦ ἀξιωθεῖ νὰ δεῖ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ Τὸν κρατήσει στὴν ἀγκαλιά του.

Ἡ Θεοτόκος κατὰ τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο, τοῦ εἶπε: «Δέξαι γεραρώτατε ἄνθρωπε, τὸν πρὸς σὲ μᾶλλον ἢ πρὸς ἐμὲ τὴν τεκοῦσαν νῦν ἐπειγόμενον. Δέξαι τὸν σὲ ποθοῦντα μᾶλλον ἢ Ἰωσήφ. Δέξαι τὸν δευτέραν τῆς σῆς φιλίας τὴν πρὸς ἐμὲ τὴν μητέραν στοργήν, ὡς ἔοικε λογιζόμενον. Δέξαι, καί, ὡς βούλει, τοῦ ποθουμένου καταπόλαυε». Καὶ ἀμέσως μετὰ ἀπέθεσε στὰ χέρια τοῦ Πρεσβύτου Συμεὼν τὸν Κύριο.

Ὁ Συμεὼν «σκιρτᾷ καὶ ἀγγαλιά, καὶ λαμπρὰ καὶ διαπρυσίω φωνὴ περὶ αὐτοῦ ἀνακέκραγε λέγων, οὗτος ἐστιν ὁ ὧν καὶ προῶν καὶ ἀεὶ τῷ Πατρὶ συμπαρῶν, ὁμοούσιος, ὁμόθρονος, ὁμόδοξος, ὁμοδύναμος, ἰσοδύναμος, παντοδύναμος, ἄναρχος, ἄκτιστος, ἀναλλοίωτος, ἀπερίγραπτος, ἀόρατος, ἄρρητος, ἀκατάληπτος, ἀψηλάφητος, ἀκατανόητος, ἀτέκμαρτος. Οὗτός ἐστι τῆς πατρικῆς δόξης τὸ ἀπαύγασμα, οὗτος ἐστιν ὁ χαρακτὴρ τῆς πάντως συστάσεως, τοῦτο τὸ φῶς τῶν φώτων, ἐκ πατρικῶν ἀνατέλλον κόλπων».

«Εἶδε δὲ ὁ Συμεὼν καὶ τὸν Δεσπότην ἐπέγνω καὶ τὴν ἐαυτοῦ ἀπόλυσιν. Τί λέγων; Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλον σου δέσποτα κατὰ τὸ ρῆμα σου ἐν εἰρήνῃ, ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου, ἐπειδὴ προώρισε πρὸ τῶν αἰώνων ὁ νῦν γαλακτοτροφούμενος, ὁ ὑπὸ τῶν χειρῶν μου βασταζόμενος τοῦ μὴ ἰδεὶν μὲ θάνατον πρὶν ἰδῶ τὸν Χριστὸν Κυρίου».

Ὁ Συμεὼν προεῖπε στὴ Θεοτόκο ὅσες ἔμελλε νὰ ὑποστεῖ πικρίες καὶ ὅτι ὁ Κύριος θὰ ἦταν «εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον». Στὸ σημεῖο αὐτὸ γράφει ὁ Ἅγιος Ἀμφιλόχιος, Ἐπίσκοπος Ἰκονίου: «Τοῦ Συμεῶνος εἰρηκότος περὶ τοῦ Κυρίου εἰς ἐξάκουστον τῶν παρθενικῶν ἀκοῶν τό, ἰδοὺ οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καὶ ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ Ἰσραὴλ καί, ἠγανάκτησεν εἰκὸς ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου κατὰ τοῦ Συμεῶνος λέγουσα πρὸς αὐτόν, Οὐκ οἶδᾳς τί διαγορεύεις ἄνθρωπε. Ἐπὶ τὸν Χριστὸν σκυθρωπὰ καταγγέλλεις; Οὐκ οἶδᾳς τὴν σύλληψιν τοῦ παιδῖου καὶ ὡς περὶ κοινοῦ τόκου σημεῖον ἀντιλογίας μηνύεις. Οὐδεμία πτῶσις ἐν αὐτῷ, ὕψωσις δὲ πολλὴ καὶ συγκατάβασις τοὶς εὐεργετουμένοις. Τί οὒν οὐκ εὐλογεῖς φάσκων, ἰδοὺ οὗτος κεῖται οὐκ εἰς πτῶσιν, ἀλλ’ εἰς ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ Ἰσραήλ, διὰ τί δὲ καὶ λέγεις σημεῖον ἀντιλεγόμενον; Ὁ δὲ Συμεὼν πρὸς τὴν παρθένον, ἀρκεῖ σοί, παρθένε, τὸ μητέρα σὲ κληθήναι, ἱκανὸν σοὶ τὸ τροφὸν εὐρεθήναι τοῦ τρέφοντος τὸν κόσμον, μέγα σοὶ τὸ σαρκὶ βαστᾶσαι τὸν τὰ πάντα βαστάζοντα. Ὁ ἐν σοῖ νῦν Χριστὸς κατοικήσας καὶ ἐν ἐμοὶ νῦν ὁ αὐτὸς τὰ περὶ αὐτοῦ λαληθήναι παρεσκεύασεν ὅτι οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν τῶν ἀπίστων Ἰουδαίων, εἰς ἀνάστασιν δὲ τῶν πιστευόντων ἐθνῶν… σημεῖον ἀντιλεγόμενον τὸν σταυρὸν προσαγορεύσας».


Ἡ Προφήτιδα Ἄννα

Ἡ Προφήτιδα Ἄννα ἦταν θυγατέρα τοῦ Φανουήλ, ὁ ὁποῖος καταγόταν ἀπὸ τὴν φυλὴ τοῦ Ἀσήρ. Ἀφοῦ ἔζησε μὲ τὸν σύζυγό της μόνο ἑπτὰ χρόνια, γιατί ἐκεῖνος ἀπεβίωσε, πῆγε καὶ ἐγκαταστάθηκε στὸ ναὸ καὶ πρόσφερε τὶς ὑπηρεσίες της. Ἔτσι λάτρευε τὸν Θεὸ νύχτα καὶ ἡμέρα, μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀξιώθηκε νὰ δεῖ καὶ αὐτὴ τὸν Κύριο, τὸν ὁποῖο προσήγαγε στὸ ναὸ ἡ Παναγία καὶ ὁ δίκαιος Ἰωσήφ.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Τὸν Ὕπερθεον Λόγον σάρκα γενόμενον, ἐνηγκαλίσω ὡς βρέφος ἐν τῷ Ναῷ τοῦ Θεοῦ, Θεοδόχε Συμεὼν Πρεσβῦτα ἔνδοξε, ὅθεν καὶ Ἄννα ἡ σεπτή, ἀνθομολόγησιν αὐτῶ, προσήγαγεν ὠς Προφήτις, ὅθεν ὑμᾶς εὐφημοῦμεν, οἴα Χριστοῦ θείους θεράποντος.

Αναδημοσίευση κειμένου από: synaxarion.gr
Περισσότερα...