Τρίτη 8 Μαΐου 2012

Η Μεσοπεντηκοστή

Σε λίγους πιστούς είναι γνωστή η εορτή της Μεσοπεντηκοστής, με την οποία θα ασχοληθούμε σήμερα. Εκτός από τους ιερείς και μερικούς άλλους χριστιανούς, που έχουν ένα στενότερο σύνδεσμο με την Εκκλησία μας, οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν καν την ύπαρξί της.

Λίγοι είναι εκείνοι που εκκλησιάζονται κατ’ αυτήν, και περισσότεροι δεν υποπτεύονται καν ότι την Τετάρτη μετά την Κυριακή του Παραλύτου πανηγυρίζει η Εκκλησία μία μεγάλη δεσποτική εορτή, την εορτή της Μεσο- πεντηκοστής.

Και όμως κάποτε η εορτή της Μεσοπεντηκοστής ήταν η μεγάλη εορτή της Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, και συνέτρεχαν κατ αυτή στον μεγάλο ναό πλήθη λαού. Δεν έχει κανείς παρά να ανοίξη την Έκθεσι της Βασιλείου Τάξεως (Κεφ. 26) του Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου, για να ιδή το επίσημο τυπικό του εορτασμού, όπως ετελείτο μέχρι την Μεσοπεντηκοστή του έτους 903 στον ναό του Αγίου Μωκίου στην Κωνσταντινούπολι, μέχρι δηλαδή την ημέρα που έγινε η απόπειρα κατά της ζωής του αυτοκράτορος Λέοντος ΣΤ’ του Σοφού (11 Μαΐου 903). Εκεί υπάρχει μία λεπτομερής περιγραφή του λαμπρού πανηγυρισμού, που καταλαμβάνει ολόκληρες σελίδες, και καθορίζει με την γνωστή παράξενη βυζαντινή ορολογία, πως ο αυτοκράτωρ το πρωϊ της εορτής με τα επίσημα βασιλικά του ενδύματα και την συνοδεία του, ξεκινούσε από το ιερό παλάτιο για να μεταβή στον ναό του Αγίου Μωκίου, όπου θα ετελείτο η θεία λειτουργία. Σε λίγο έφθανε η λιτανεία με επί κεφαλής τον πατριάρχη, και βασιλεύς και πατριάρχης εισήρχοντο επισήμως στον ναό. Η θεία λειτουργία ετελείτο με την συνήθη στις μεγάλες εορτές βυζαντινή μεγαλοπρέπεια. Μετά από αυτήν ο αυτοκράτωρ παρέθετε πρόγευμα, στο οποίο παρεκάθητο και ο πατριάρχης. Και πάλι ο βασιλεύς υπό τις επευφημίες του πλήθους «Εις πολλούς και αγαθούς χρόνους ο Θεός αγάγει την βασιλείαν υμών», και με πολλούς ενδιαμέσους σταθμούς επέστρεφε στο ιερόν παλάτιον.

Αλλά και στα σημερινά μας λειτουργικά βιβλία, στο Πεντηκοστάριο, βλέπει κανείς τα ίχνη της παλαιάς της λαμπρότητος. Παρουσιάζεται σαν μία μεγάλη δεσποτική εορτή, με τα εκλεκτά της τροπάρια και τους διπλούς της κανόνες, έργα των μεγάλων υμνογράφων, του Θεοφάνους και του Ανδρέου Κρήτης, με τα αναγνώσματά της και την επίδρασί της στις προ και μετά από αυτήν Κυριακές, και με την παράτασι του εορτασμού της επί οκτώ ημέρες κατά τον τύπο των μεγάλων εορτών του εκκλησιαστικού έτους.

Ποιό όμως είναι το θέμα της ιδιορρύθμου αυτής εορτής; Όχι πάντως κανένα γεγονός της ευαγγελικής ιστορίας. Το θέμα της είναι καθαρά εορτολογικό και θεωρητικό.

Η Τετάρτη της Μεσοπεντηκοστής είναι η 25η από του Πάσχα και η 25η προ της Πεντηκοστής ημέρα. Σημειώνει δηλ. το μέσον της περιόδου των 50 μετά το Πάσχα εορτασίμων ημερών. Είναι δηλαδή ένας σταθμός, μία τομή. Ωραία το τοποθετεί το πρώτο τροπάριο του εσπερινού της εορτής:

«Πάρεστιν η μεσότης ημερών,
των εκ σωτηρίου αρχομένων εγέρσεως
Πεντηκοστή δε τη θεία σφραγιζομένων,
και λάμπει τας λαμπρότητας
αμφοτέρωθεν έχουσα
και ενούσα τας δύο
και παρείναι την δόξαν προφαίνουσα
της δεσποτικής αναλήψεως σεμνύνεται».

Χωρίς δηλαδή να έχη δικό της θέμα η ημέρα αυτή, συνδυάζει τα θέματα, του Πάσχα αφ ενός και της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος αφ ετέρου, και «προφαίνει» την δόξαν της αναλήψεως του Κυρίου, που θα εορτασθή μετά από 15 ημέρες. Ακριβώς δε αυτό το μέσον των δύο μεγάλων εορτών έφερνε στο νου και ένα εβραϊκό επίθετο του Κυρίου, το «Μεσσίας». Μεσσίας στα ελληνικά μεταφράζεται Χριστός. Αλλά ηχητικά θυμίζει το μέσον. Έτσι και στα τροπάρια και στο συναξάριο της ημέρας, η παρετυμολογία αυτή γίνεται αφορμή να παρουσιασθή ο Χριστός σαν Μεσσίας – μεσίτης Θεού και ανθρώπων, «μεσίτης και διαλλάκτης ημών και του αιωνίου αυτού Πατρός». «Δια ταύτην την αιτίαν την παρούσαν εορτήν εορτάζοντες και Μεσοπεντηκοστήν ονομάζοντες, τον Μεσσίαν τε ανυμνούμεν Χριστόν», σημειώνει ο Νικηφόρος Ξανθόπουλος στο συναξάριο. Σ’ αυτό βοήθησε και η ευαγγελική περικοπή, που εξελέγη για την ημέρα αυτή (Ιω. 7, 14-30). Μεσούσης της εορτής του Ιουδαϊκού Πάσχα, ο Χριστός ανεβαίνει στο ιερό και διδάσκει. Η διδασκαλία Του προκαλεί τον θαυμασμό, αλλά και ζωηρά αντιδικία μεταξύ αυτού και του λαού και των διδασκάλων.

Είναι Μεσσίας ο Ιησούς η δεν είναι; Είναι η διδασκαλία του Ιησού εκ Θεού η δεν είναι; Νέο λοιπόν θέμα προστίθεται: ο Χριστός είναι διδάσκαλος. Αυτός που ενώ δεν έμαθε γράμματα, κατέχει το πλήρωμα της σοφίας, γιατί είναι η Σοφία του Θεού, η κατασκευάσασα τον κόσμον. Ακριβώς από αυτόν τον διάλογο εμπνέεται μεγάλο μέρος της υμνογραφίας της εορτής. Εκείνος που διδάσκει στον ναό, στο μέσον των διδασκάλων του Ιουδαϊκού λαού, στο μέσον της εορτής, είναι ο Μεσσίας, ο Χριστός, ο Λόγος του Θεού. Αυτός που αποδοκιμάζεται από τους δήθεν σοφούς του λαού Του, είναι η του Θεού Σοφία. Εκλέγομε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά τροπάρια, το δοξαστικό των αποστίχων του εσπερινού του πλ. δ’ ήχου:

Μεσούσης της εορτής
διδάσκοντός σου, Σωτήρ,
έλεγον οι Ιουδαίοι.
Πως ούτος οίδε γράμματα, μη μεμαθηκώς;
αγνοούντες ότι συ ει η Σοφία
η κατασκευάσασα τον κόσμον.
Δόξα σοι».

Λίγες σειρές πιο κάτω στο Ευαγγέλιο του Ιωάννου, αμέσως μετά την περικοπή που περιλαμβάνει τον διάλογο του Κυρίου με τους Ιουδαίους «Της εορτής μεσούσης», έρχεται ένας παρόμοιος διάλογος, που έλαβε χώραν μεταξύ Χριστού και των Ιουδαίων «τη εσχάτη ημέρα τη μεγάλη της εορτής», δηλαδή κατά την Πεντηκοστή. Αυτός αρχίζει με μία μεγαλήγορο φράσι του Κυρίου. «Εάν τις διψά, ερχέσθω προς με και πινέτω.ο πιστεύων εις εμέ, καθώς είπεν η γραφή, ποταμοί εκ της κοιλίας αυτού ρεύσουσιν ύδατος ζώντος» (Ιω. 7, 37-38). Και σχολιάζει ο Ευαγγελιστής. «Τούτο δε είπε περί του Πνεύματος, ου έμελλον λαμβάνειν οι πιστεύοντες εις αυτόν» (Ιω. 7, 39). Δεν έχει σημασία ότι οι λόγοι αυτοί του Κυρίου δεν ελέχθησαν κατά την Μεσοπεντηκοστή, αλλά λίγες ημέρες αργότερα. Ποιητική αδεία μπήκαν στο στόμα του Κυρίου στην ομιλία Του κατά την Μεσοπεντηκοστή. Ταίριαζαν εξ άλλου τόσο πολύ με το θέμα της εορτής. Δεν μπορούσε να βρεθή πιο παραστατική εικόνα για να δειχθή ο χαρακτήρ του διδακτικού έργου του Χριστού. Στο διψασμένο ανθρώπινο γένος, η διδασκαλία του Κυρίου ήλθε σαν ύδωρ ζων, σαν ποταμός χάριτος που εδρόσισε το πρόσωπο της γης. Ο Χριστός είναι η πηγή της χάριτος, του ύδατος του αλλομένου εις ζωήν αιώνιον, που ξεδιψά και αρδεύει τις συνεχόμενες από βασανιστική δίψα ψυχές των ανθρώπων. Που μεταβάλλει τους πίνοντας σε πηγές.«Ποταμοί εκ της κοιλίας αυτού ρεύσουσι ύδατος ζώντος» (Ιω. 7, 38). «Και γενήσεται αυτώ πηγή ύδατος αλλομένου εις ζωήν αιώνιον», είπε στην Σαμαρείτιδα (Ιω. 4, 14). Που μετέτρεψε την έρημο του κόσμου σε θεοφύτευτο παράδεισο αειθαλών δένδρων φυτευμένων παρά τας διεξόδους των υδάτων του αγίου Πνεύματος. Το γόνιμο αυτό θέμα έδωσε νέες αφορμές στην εκκλησιαστική ποίησι και στόλισε την εορτή της Μεσοπεντηκοστής με εξαιρέτους ύμνους.

Διαλέγομε τρεις, τους πιο χαρακτηριστικούς: Το κάθισμα του πλ. δ’ ήχου προς το «Την Σοφίαν και Λόγον», που ψάλλεται μετά την γ’ ωδή του κανόνος στην ακολουθία του όρθρου:
«Της σοφίας το ύδωρ και της ζωής
αναβρύζων τω κόσμω, πάντας, Σωτήρ,
καλείς του αρύσασθαι
σωτηρίας τα νάματα·
τον γαρ θείον νόμον σου
δεχόμενος άνθρωπος,
εν αυτώ σβεννύει
της πλάνης τους άνθρακας.

Όθεν εις αιώνας
ου διψήσει, ου λήξει,
του κόρου σου δέσποτα, βασιλεύ επουράνιε.
Δια τούτο δοξάζομεν
το κράτος σου, Χριστέ ο Θεός,
των πταισμάτων άφεσιν αιτούμενοι,
καταπέμψαι πλουσίως
τοις δούλοις σου».

Το απολυτίκιο και το κοντάκιο της εορτής, το πρώτο του πλ. δ’ και το δεύτερο του δ’ ήχου:
«Μεσούσης της εορτής
διψώσάν μου την ψυχήν,
ευσεβείας πότισον νάματα·
ότι πάσι, Σωτήρ εβόησας·
Ο διψών ερχέσθω προς με και πινέτω.
Η πηγή της ζωής, Χριστέ ο Θεός, δόξα σοι».

«Της εορτής της νομικής μεσαζούσης,
ο των απάντων ποιητής και δεσπότης,
προς τους παρόντας έλεγες, Χριστέ ο Θεός·
Δεύτε και αρύσασθαι ύδωρ αθανασίας.
Όθεν σοι προσπίπτομεν και πιστώς εκβοώμεν·
Τους οικτιρμούς σου δώρησαι ημίν,
συ γαρ υπάρχεις πηγή της ζωής ημών».

Και τέλος το απαράμιλλο εξαποστειλάριο της εορτής:

«Ο τον κρατήρα έχων
των ακενώτων δωρεών,
δος μοι αρύσασθαι ύδωρ
εις άφεσιν αμαρτιών·
ότι συνέχομαι δίψη,
εύσπλαγχνε μόνε οικτίρμον».

Αυτή με λίγα λόγια είναι η εορτή της Μεσοπεντηκοστής. Η έλλειψις ιστορικού υποβάθρου, της στέρησε τον απαραίτητο εκείνο λαϊκό χαρακτήρα, που θα την έκανε προσφιλή στον πολύ κόσμο. Και το εντελώς θεωρητικό της θέμα δεν βοήθησε τους χριστιανούς, που δεν είχαν τις απαραίτητες θεολογικές προϋποθέσεις, να ξεπεράσουν την επιφάνεια και να εισδύσουν στην πανηγυριζόμενη δόξα του διδασκάλου Χριστού, της Σοφίας και Λόγου του Θεού, της πηγής του ακενώτου ύδατος. Συνέβη με αυτή, κάτι ανάλογο με εκείνο που συνέβη με τους περιφήμους ναούς της του Θεού Σοφίας, που αντί να τιμώνται στο όνομα του Χριστού ως Σοφίας του Θεού, προς τιμήν του οποίου ανηγέρθησαν, κατήντησαν, για τους ιδίους λόγους, να πανηγυρίζουν στην εορτή της Πεντηκοστής, ή του αγίου Πνεύματος, ή της αγίας Τριάδος, ή των Εισοδίων, ή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ή και αυτής της μάρτυρος Σοφίας και των τριών θυγατέρων της, Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης.

Αναδημοσίευση κειμένου από: athos.edo.gr
Περισσότερα...

Κυριακή 6 Μαΐου 2012

Κυριακή του Παραλύτου



Σκέψεις στο Ευαγγέλιο της Κυριακής του Παραλύτου για «Το Έγκλημα της ανθρωπότητας», από τον π. Γεώργιο Αλεντά.

Ένας παράλυτος τριανταοκτώ χρόνια φωνάζει: Βοήθεια! Κανένας δεν τον ακούει. Η φωνή του πέφτει στο κενό. Ο καθένας κοιτάζει τη βολή του…




Και ο παράλυτος του Ευαγγελίου της τετάρτης Κυριακής από το Πάσχα, ζούσε διπλό δράμα. Όχι μόνο την παράλυση του μα και την εγκατάλειψη του κόσμου. Γνωστοί, φίλοι, συγγενείς, οι πάντες, τον είχαν εγκαταλείψει! Γι' αυτό, όταν τον ρώτησε ο Χριστός αν ήθελε να γίνει καλά, του είπε με παράπονο, ναι, μα δεν έχω άνθρωπο για να με βοηθήσει. Φωνάζω: Βοήθεια, κανείς δε μ’ ακούει.

Αυτή είναι η δραματική φωνή του ανθρώπου σε όλους τους αιώνες και ιδιαίτερα σήμα κατατεθέν της εποχής μας... Φωνάζει βοήθεια, ο άνθρωπος, και ο ήχος πέφτει στο κενό. Παρά την πρόοδο, παρά τις πολυσύχναστες πόλεις, παρά τις καταπληκτικές επιστημονικές προόδους, ο άνθρωπος μένει μόνος, μένει αβοήθητος. Ο καθένας μας ζει μόνο για τον εαυτό του. Απομονωμένοι και διασπασμένοι από το σύνολο των ανθρώπων, ζούμε μέσα σε μια απέραντη εγωκεντρική μοναξιά. Συστεγαζόμαστε και συνεργαζόμαστε. Αγκαλιαζόμαστε και διασκεδάζουμε. Τρέχουμε μαζί στις γιορτές και τα πανηγύρια. Ζούμε και κινούμαστε πάντα στην πολυκοσμία. Τίποτε όμως το ουσιαστικό. Όλα γίνονται, σχεδόν, συμβατικά, επιφανειακά. Χωρίς ειλικρίνεια. Χωρίς ανθρωπιά. Χωρίς Θεό.

Και ο άνθρωπος, για να σπάσει την απομόνωση του, ψάχνει σε υποκατάστατα. Τρέχει δεξιά κι αριστερά, για να μην τρελαθεί. Τρέχει στα ναρκωτικά, στοιβάζεται στα ποικιλώνυμα κέντρα και προσπαθεί μέσα στον εκκωφαντικό θόρυβο τους να σπάσει τη μοναξιά του, προσπαθεί από διάφορες, ύποπτες και παραπλανητικές οργανώσεις να βρει μια ισορροπία στον εαυτό του, ψάχνει… ψάχνει… ψάχνει και λύση, δε βρίσκει. Γι' αυτό και φωνάζει συνέχεια: Βοήθεια!

«Άνθρωπο δεν έχω», φωνάζει η επιστήμη, παρ' ότι έχει μεγάλους εγκέφαλους. Και φωνάζει γιατί καταντήσαμε να κυριαρχούν επιστήμονες παράφρονες με πειράματα που και τα μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας θα ζήλευαν, που επεμβαίνουν στην ανθρώπινη προσωπικότητα και ζωή χωρίς καμιά αιδώ, χωρίς κανένα σεβασμό. Που βλέπουν τον άνθρωπο σαν ένα απλό πειραματόζωο, κάτι σαν τα ποντίκια και τίποτα παραπάνω…

«Άνθρωπο δεν έχω», φωνάζει η πολιτεία, γιατί χάθηκε το πνεύμα της θυσίας, χάθηκε η ανωτερότητα, χάθηκε η αιδώς. Και όλοι εμείς μένουμε απροστάτευτοι στα χέρια πειραματιζόμενων ταχυδακτυλουργών και ακόμα χειρότερα άβουλα πρόβατα σε κακούς τσοπάνηδες.

«Ανθρώπους ουκ έχω», φωνάζει και η Εκκλησία, για να θυσιάζονται για το ποίμνιο τους.

«Άνθρωπο ουκ έχω», φωνάζουν, σχεδόν, όλοι οι θεσμοί, που κινδυνεύουν ν' απομείνουν ιστορικά μουσεία. Ζητείται, λοιπόν, άνθρωπος. Ζητείται βοήθεια. Είναι σαν το Διογένη που γύριζε μέρα μεσημέρι με το φανάρι μέσα στον κόσμο, την πολυκοσμία και φώναζε «άνθρωπον ζητώ!».

Και όμως, δεν είναι μόνο έτσι τα πράγματα. Δεν υπάρχει μόνο το μαύρο, μόνο το σκοτάδι. Υπάρχει και το φως. Μόνο που πρέπει ν’ ανοίξουμε τα μάτια μας για να το δούμε. Να δούμε τον εαυτό μας κάτω απ’ αυτό το φως, να δούμε το ξεστράτισμά μας, να δούμε πως πουθενά δεν μας βγάζει ο δρόμος που τραβάμε! Να ξεκόψουμε απ’ τα εφήμερα και τα παροδικά, αυτό το ναρκισσισμό μας, και να στρέψουμε την προσοχή μας στο αιώνιο και το διαρκές.

Μας γράφει ο φωτισμένος θεολόγος του 20ου αιώνα μακαριστός π. Αλέξανδρος Σμέμαν: «…Σ' αυτή λοιπόν τη συγκεκριμένη ευαγγελική ιστορία, τι είναι αιώνιο και διαρκές; Στο κέντρο της βρίσκονται σαφώς τα λόγια του παραλύτου προς το Χριστό, "άνθρωπον ουκ έχω". Αυτή είναι στ' αλήθεια η κραυγή του ανθρώπου που φτάνει στο σημείο να γνωρίσει την τρομακτική δύναμη του ανθρώπινου εγωισμού και ναρκισσισμού. Ο καθένας για τον εαυτό του. Ψάχνοντας για το νούμερο ένα. Όλοι αυτοί, όλο αυτό το πλήθος των τυφλών, αρρώστων, παραλύτων, των "εκδεχομένων την του ύδατος κίνησιν", που μ' άλλα λόγια περιμένουν για βοήθεια, φροντίδα, θεραπεία, παρηγοριά. Ο καθένας όμως περιμένει μόνος του· για τον εαυτό του. Και όταν τα νερά ταράσσονται, όλοι σπρώχνονται ξεχνώντας ο ένας τον άλλο... Από την άποψη του ευαγγελίου, αυτή η "κολυμβήθρα" είναι φυσικά μια εικόνα του κόσμου, μια εικόνα της ανθρώπινης κοινωνίας, ένα σύμβολο της ίδιας της οργάνωσης της ανθρώπινης συνείδησης.

Φυσικά, μέσα στον κόσμο μπορούμε να βρούμε πολλά παραδείγματα ανθρώπων που ξεπερνούν τον εγωισμό, παραδείγματα καλοσύνης και αυτοθυσίας. Όμως κι όταν ακόμη κάποιος έχει εμφανώς ξεπεράσει τον προσωπικό εγωισμό, τον κρατά ακόμη φυλακισμένο η κατηγορία "δικό μου". Μπορεί να έχει υπερβεί το δεσμό με τον εαυτό του ως άτομο, αλλά τότε έρχεται η οικογένεια "του" και για την οικογένεια "του", επειδή "αν δεν παινέψεις το σπίτι σου θα πέσει να σε πλακώσει". Κι αν δεν είναι η οικογένεια είναι η ομάδα "του" ή η χώρα "του". Κι αν δεν είναι αυτό, τότε έρχεται η κοινωνική "του" τάξη, ή το πολιτικό "του" κόμμα. Το δικό του, πάντα το δικό του! Αυτό δε το "δικό του" αντιτίθεται σταθερά σε κάποιο άλλο, που εξ ορισμού είναι ξένο και εχθρικό. Μας λένε πως έτσι δουλεύει ο κόσμος, τι μπορείς να κάνεις; Αυτή όμως είναι πράγματι η έσχατη, αντικειμενική και επιστημονική αλήθεια για το πρόσωπο και την ανθρώπινη ζωή;…

Δεν αισθανόμαστε πλέον, έστω και ασυνείδητα, ασφυξία σ' έναν κόσμο πνιγμένο στο παμφάγο εγώ. Έχουμε τόσο συνηθίσει στο αίμα. στο μίσος, στη βία, και τουλάχιστον στην αδιαφορία... Ένας πολύ νέος, μάλλον παιδί, άφησε ένα σημείωμα και κατόπιν αυτοκτόνησε: "Δε θέλω να ζήσω σ' έναν κόσμο όπου όλοι παίζουν ένα βρώμικο παιχνίδι...". Όλα αυτά τον έπνιγαν, δεν μπορούσε πλέον να τα υποφέρει. Σταδιακά όμως υποχρεωνόμαστε να τα δεχθούμε ως κανονικά, και παύουμε να βιώνουμε την τρομακτικότατα της φρίκης του εγωκεντρισμού... Όλοι αυτοί οι άρρωστοι, αβοήθητοι. παράλυτοι άνθρωποι είναι κατεξοχήν άρρωστοι από έναν αθεράπευτο ναρκισσισμό. Αυτό κάνει έναν άνθρωπο να φωνάζει: "άνθρωπον ουκ έχω!" Δεν υπάρχει κανείς! Αυτό σημαίνει πως ένα πρόσωπο έρχεται σε ύπαρξη όταν ξεπερνιέται ο ναρκισσισμός· σημαίνει πως οι άνθρωποι είναι πάνω απ' όλα πρόσωπα στραμμένα προς τους άλλους, μάτια που κοιτάζουν γεμάτα με στοργή και αγάπη τα μάτια του άλλου προσώπου. Είναι αγάπη, συμπόνια και φροντίδα. Το ευαγγέλιο μας λέει επίσης πώς αυτή η καινούρια και αυθεντική ανθρώπινη ύπαρξη μάς έχει αποκαλυφθεί, μάς έχει έρθει "εν Χριστώ". "Εν Αυτώ". Αυτός που έρχεται στον μοναχικό και χρονίως πάσχοντα παράλυτο δεν είναι ξένος, αλλά "δικός του"· έρχεται για να αναλάβει και να κάνει δικά Του τα βάσανα του αρρώστου, για να κάνει τη ζωή του δική Του. Να βοηθήσει και να θεραπεύσει.

"Θέλεις υγιής γενέσθαι;" Η ερώτηση αυτή δεν ανήκει σε κάποιον που επιδιώκει να υποχρεώσει, να πείσει ή να υποτάξει άλλους. Είναι ερώτηση της γνήσιας αγάπης και γι' αυτό του γνήσιου ενδιαφέροντος. Αλλοίμονο, η πίστη μπορεί να γίνει ακόμη και ναρκισσισμός, να ασχολείται αποκλειστικά με τον εαυτό της και τις δικές της υποθέσεις. Πρέπει όμως να καταλάβουμε πως αυτού του είδους η πίστη, οποιονδήποτε Χριστιανικό μανδύα κι αν φορεί, δεν είναι στην πραγματικότητα ο Χριστιανισμός... Επειδή ολόκληρος ο Χριστιανισμός συνίσταται ακριβώς στο να συντριβούν οι τρομεροί τοίχοι του εγωκεντρισμού και στο να αποκτηθεί εκείνη η αγάπη η οποία σύμφωνα με τα λόγια του αποστόλου Παύλου "εκκέχυται εν ταις καρδίαις ημών" (Ρωμ. 5. 5). Αυτή είναι η νέα, αιώνια εντολή του Χριστιανισμού και το περιεχόμενο ολόκληρου του ευαγγελίου και όλης της πίστης μας»...
Αναδημοσίευση κειμένου από: enoriaka.gr

Περισσότερα...