Παρασκευή 2 Μαΐου 2014

Οι Μυροφόρες Γυναίκες


Σε αυτή την ανάρτηση θα κάνουμε λόγο για τις Μυροφόρες Γυναίκες, τις οποίες η Αγία μας Εκκλησία τιμά την Τρίτη Κυριακή του Πάσχα, μέσα από το βιβλίο των Εκδόσεων Ακρίτας, "Εορτολόγιο - Ετήσιος Εκκλησιαστικός Κύκλος" του Αλεξάνδρου Σμέμαν.

Ακούγωντας τη διήγηση για τη Σταύρωση και το Θάνατο του Χριστού, κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας, με εντυπωσιάζει συνεχώς μια λεπτομέρεια της Ιστορίας...



Η μέχρι τέλους αφοσίωση μιας χούφτας ανθρώπων, κυρίως γυναικών, για τις οποίες το ευαγγέλιο δεν λέει σχεδόν τίποτε άλλο.Αυτό που γνωρίζουμε είναι πως οι μαθητές του Χριστού, όλοι τους, έφυγαν και τον άφησαν μόνο. Ο Πέτρος Τον αρνήθηκε τρεις φορές. Ο Ιούδας Τον πρόδωσε. Τα πλήθη ακολουθούσαν το Χριστό ενώ κήρυττε, και όλοι περίμεναν να πάρουν κάτι απ’ Αυτόν: προσδοκούσαν βοήθεια, θαύματα και θεραπείες, περίμεναν την απελευθέρωσή τους από τη μισητή Ρωμαϊκή κατοχή, περίμεναν απ’ Αυτόν να ασχοληθεί με τις επίγειες μέριμνές τους. [...]

Δεν είναι δε το οδυνηρότερο μέρος αυτών των τελευταίων ημερών η προδοσία των στενών φίλων και μαθητών, στους οποίους ο Χριστός είχε αληθινά και ολοκληρωτικά δοθεί; Στον κήπο της Γεσθημανή, ακόμη και οι τρεις στενότεροι μαθητές Του δεν άντεξαν, αλλά αποκοιμήθηκαν ενώ ο Χριστός βρισκόταν στην τελική αγωνία, με τον ιδρώτα Του «ωσεί θρόμβοι αίματος» και προετοιμαζόταν για ένα φοβερό θάνατο. Γνωρίζουμε πως ακόμη κι ο Πέτρος, που τόσο ηχηρά είχε υποσχεθεί να πεθάνει για το Χριστό, κλονίστηκε την τελευταία στιγμή και Τον αρνήθηκε, Τον απέρριψε και Τον πρόδωσε. Και «τότε», γράφει ο ευαγγελιστής, «οι μαθηταί πάντες αφέντες αυτόν έφυγον» (Ματθ. 26, 56).

Όχι όμως όλοι, όπως αποδείχθηκε. Ο Σταυρός έφερε την ώρα της απλής ανθρώπινης αφοσίωσης και αγάπης. Αυτοί που την ώρα της «επιτυχίας» φαίνονταν τόσο απόμακροι, που δεν τους βρίσκουμε σχεδόν ποτέ στις σελίδες των ευαγγελίων, στους οποίους ο Χριστός ποτέ δεν προανήγγειλε την ανάστασή Του, και για τους οποίους τα πάντα τέλειωσαν και χάθηκαν τη νύχτα του Σταυρού, αυτοί ήταν παρέμειναν στο Σταυρό με ακλόνητη ανθρώπινη αγάπη. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης γράφει, «εισήκεισαν δε παρά τω σταυρώ του Ιησού η μήτηρ αυτού και η αδελφή της μητρός αυτού, Μαρία η του Κλωπά και Μαρία η Μαγδαληνή» (Ιωάν. 19, 25). Αργότερα, μετά το θάνατο του Ιησού,

Οψίας δε γενομένης ήλθεν άνθρωπος πλούσιος από Αριμαθαίας, τούνομα Ιωσήφ, ος και αυτός εμαθήτευσε τω Ιησού, ούτος προσελθών τω Πιλάτω ηττήσατο το σώμα του Ιησού, τότε ο Πιλάτος εκέλευσεν αποδοθήναι το σώμα, και λαβών το σώμα ο Ιωσήφ ενετύλιξεν αυτό σινδόνι καθαρά, και έθηκεν αυτό εν τω καινώ αυτού μνημείω ο ελατόμησεν εν τη πέτρα, και προσκυλίσας λίθον μέγαν τη θύρα του μνημείου απήλθεν. (Ματθ. 27, 57- 60).

Μια μέρα αργότερα, μετά το Σάββατο, την αυγή της τρίτης ημέρας, οι ίδιες γυναίκες ήρθαν στον τάφο, όπου σύμφωνα με το έθιμο της εποχής θα άλειβαν το νεκρό με μύρα. Ακριβώς σ’ αυτές ο αναστημένος Χριστός εμφανίστηκε για πρώτη φορά. Ήταν οι πρώτες που άκουσαν απ’ αυτόν το «Χαίρετε», το οποίο πλέον έγινε για πάντα η ουσία της Χριστιανικής δύναμης. Ο Χριστός δεν είχε αποκαλύψει σ’ αυτές τις γυναίκες τα μυστήρια του μέλλοντος όπως τα είχε αποκαλύψει στους δώδεκα αποστόλους. Δε γνώριζαν ούτε το νόημα του θανάτου Του, ούτε το μυστήριο της προσεγγίζουσας νίκης Του με την ανάσταση. Γι’ αυτές ο θάνατος του δασκάλου και φίλου τους ήταν ένας απλός θάνατος, ένα τέλος, ακόμη χειρότερα, ήταν ένας τρομακτικός και επαίσχυντος θάνατος, ένα τρομερό και παράλογο τέλος. Στάθηκαν στο Σταυρό μόνο επειδή αγαπούσαν το Χριστό, και λόγω αυτής της αγάπης υπέφεραν μαζί Του. Δεν άφησαν το φτωχό, βασανισμένο σώμα Του, αλλά έκαναν όλα όσα η αγάπη κάνει πάντοτε κατά τον τελικό χωρισμό. [...]

Αυτό είναι το νόημα της Κυριακής των Μυροφόρων. Μάς υπενθυμίζει πως η αγάπη και η αφοσίωση λίγων ατόμων έλαμψε φωτεινά στο μέσο του απελπιστικού σκοταδιού. Μάς καλεί να εξασφαλίσουμε πώς σ’ αυτόν τον κόσμο η αγάπη και η αφοσίωση δε θα εξαφανισθούν, ούτε θα πεθάνουν. Κρίνει την έλλειψη θάρρους, το φόβο μας, τον ατέλειωτο και δουλοπρεπή ορθολογισμό μας. Οι μυστηριώδεις Ιωσήφ και Νικόδημος, και αυτές οι γυναίκες που πάνε στον τάφο την αυγή, καταλαμβάνουν τόσο λίγο χώρο στα ευαγγέλια. Ακριβώς εδώ όμως είναι που αποφασίζεται η αιώνια μοίρα του καθενός μας.

Νομίζω πως σήμερα έχουμε ιδιαίτερη ανάγκη να ξαναβρούμε αυτή την αγάπη και τη βασική ανθρώπινη αφοσίωση. Επειδή έχουμε εισέλθει σε μια εποχή όπου ακόμη κι αυτά δυσφημούνται από επιβλαβείς ιδέες σχετικά με το πρόσωπο και την ανθρώπινη ζωή, που επικρατούν τώρα σ’ αυτόν τον κόσμο. Για αιώνες ο κόσμος διέθετε ακόμη εκείνη την αδύνατη, αλλά τρεμάμενη και φεγγοβόλα φλόγα της αφοσίωσης, της αγάπης και της συμπόνιας που ήταν σιωπηλά παρούσα στα βάσανα του Ανθρώπου που είχε απορριφθεί από όλους. Πρέπει δε να πιαστούμε, σαν από τελευταία κλωστή, από το καθετί που στον κόσμο μας διαθέτει ακόμη αυτό το ζεστό φως της απλής, γήινης, ανθρώπινης αγάπης. Η αγάπη δεν εξετάζει θεωρίες και ιδεολογίες, αλλά μιλά στην καρδιά και στην ψυχή. Η ανθρώπινη ιστορία πέρασε με βοή, βασίλεια υψώθηκαν και έπεσαν, πολιτισμοί φτιάχθηκαν και αιματηροί πόλεμοι έγιναν, αλλά αυτό που έμεινε αμετάβλητο πάνω στη γη και σ’ αυτή την ταραγμένη και τραγική ιστορία είναι η φωτεινή εικόνα της γυναίκας.

Μια εικόνα φροντίδας, αυτοπροσφοράς, αγάπης και συμπόνιας. Δίχως αυτή την παρουσία, χωρίς αυτό το φως, ο κόσμος μας, ανεξάρτητα από τις επιτυχίες και τα κατορθώματά του, θα ήταν ένας κόσμος τρόμου. Μπορεί να ειπωθεί χωρίς υπερβολή πως η ανθρωπιά του ανθρωπίνου γένους διασώζεται και συντηρείται από τη γυναίκα, συντηρείται όχι με λόγια και ιδέες, αλλά με τη σιωπηλή παρουσία της που φροντίζει και αγαπά, και αν συνεχίζεται ακόμη η μυστηριώδης γιορτή της ζωής, παρά το κακό που επικρατεί στον κόσμο, αν ακόμη αυτή η γιορτή εορτάζεται σε κάποιο πάμφτωχο δωμάτιο, σ’ ένα γυμνό τραπέζι, τόσο χαρούμενα όσο και σ’ ένα παλάτι, τότε η χαρά και το φως αυτής της γιορτής ανήκει σ’ αυτή, στη γυναίκα, στην αγάπη και την αφοσίωσή της που ποτέ δε σβήνει. «Και υστερήσαντος οίνου...» (Ιωάν. 2, 3), αλλά όσο είναι αυτή εδώ, - η μητέρα, η σύζυγος, η νύφη – υπάρχει αρκετό κρασί, αρκετή αγάπη, αρκετό φως για τον καθένα...
Αναδημοσίευση κειμένου από: enoriaka.gr
Περισσότερα...

Τρίτη 29 Απριλίου 2014

Ευαγγελιστής Μάρκος


Στην ανάρτηση αυτή θα αναφερθούμε στον Άγιο και Ευαγγελιστή Μάρκο, τη μνήμη του οποίου η Εκκλησία μας τιμά κάθε χρόνο, στις 25 Απριλίου.

Ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Μάρκος είναι ο συγγραφέας του δεύτερου ομώνυμου ευαγγελίου. Ήταν ανεψιός του Αποστόλου Βαρνάβα και η μητέρα του ονομαζόταν Μαρία. Η μητέρα του ήταν μια ευσεβής γυναίκα από την Ιερουσαλήμ, στο σπίτι της οποίας μαζεύονταν χριστιανοί για να προ- σευχηθούν (Πράξ. 12,12).



Η καταγωγή του Μάρκου

Η καταγωγή του ήταν μάλλον από την Κύπρο, αργότερα όμως εγκαταστάθηκε στα Ιεροσόλυμα.

Το ιουδαϊκό του όνομα ήταν Ιωάννης. Το όνομα Μάρκος ήταν ρωμαϊκό και το πήρε σύμφωνα με τη συνήθεια που υπήρχε τότε να έχουν δύο ονόματα. Μ' αυτό το όνομα έμεινε γνωστός στον χριστιανικό κόσμο (Πράξ. 12,12,25. 15,27).


Ο βίος του Μάρκου

Ότι γνωρίζουμε με βεβαιότητα για τον Μάρκο προέρχεται από άλλα βιβλία της Καινής Διαθήκης και την εκκλησιαστική παράδοση.

Κατά τους αρχαίους αλλά και κατά τους νεώτερους χρόνους επικράτησε η υπόθεση ότι ο Μάρκος είναι εκείνος, που, όπως αναφέρει ο ίδιος στο Ευαγγέλιο του, κρατούσε "κεράμιον ύδατος" (Μάρκ. 14,13) και oδήγησε τους αποστόλους στον οικοδεσπότη, που φιλοξένησε τον Ιησού για το μυστικό δείπνο (Μάρκ. 14,14). Ακόμη ότι είναι ο Μάρκος εκείνος ο νεανίας που ακολούθησε τον Ιησού μετά τον Μυστικό Δείπνο στον κήπο της Γεσθημανής τυλιγμένος σ' ένα σινδόνι και ότι μετά τη σύλληψη του Ιησού οι υπηρέτες όρμησαν και προς αυτόν. Μα ο νεανίσκος, για να γλιτώσει, άφησε το σινδόνι και έφυγε γυμνός (Μάρκ. 14,51-52).

Ο Μάρκος από πολύ νωρίς μπήκε στην υπηρεσία της Εκκλησίας, συνοδεύοντας το θείο του Βαρνάβα και τον Απόστολο Παύλο στο πρώτο τους ιεραποστολικό ταξίδι. Ο Μάρκος τους συνόδευσε στην αρχή ως βοηθός και συνεργός (Πράξ. 12,25. 13,5), αλλά αργότερα για άγνωστους λόγους (ίσως εξαιτίας των κοπώσεων) τους εγκατέλειψε στην Πέργη της Παμφυλίας και επέστρεψε στην Ιερουσαλήμ (Πράξ. 13,13). Το γεγονός όμως αυτό δυσαρέστησε τον Απόστολο Παύλο.

Ο Βαρνάβας και ο Παύλος διαφώνησαν για το αν θα έπρεπε να έρθει μαζί τους στο δεύτερο ιεραποστολικό ταξίδι, καθώς ο Βαρνάβας επέμενε να τον πάρουν, ενώ ο Παύλος δε συμφωνούσε. Αποτέλεσμα αυτής της διαφωνίας ήταν να χωριστούν οι απόστολοι, και ο Βαρνάβας με το Μάρκο να πάνε στη Κύπρο, ενώ ο Παύλος με το Σίλα να ξεκινήσουν την δεύτερη περιοδεία τους η οποία κατέληξε στη Μακεδονία (Πράξ. 15,36-41).

Οι σχέσεις πάντως του Μάρκου με τον Παύλο αποκαταστάθηκαν σύντομα, γιατί ο Παύλος τον θεωρεί "συνεργόν", καθώς βλέπουμε το Μάρκο να βρίσκεται στη Ρώμη κατά την πρώτη φυλάκιση του Παύλου (Κολ. 4,10. Φιλήμ. 24). Μάλιστα αργότερα ο Παύλος ζητάει από τον Τιμόθεο να φέρει το Μάρκο στη Ρώμη γιατί του ήταν χρήσιμος στη διακονία (Β' Τιμ. 4,11), κάτι που δείχνει πως τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν από τους πιο στενούς συνεργάτες του Παύλου. Ο Μάρκος ήταν μαζί με τον Πέτρο στη Ρώμη όταν έγραφε την πρώτη επιστολή του (Α' Πέτρ. 5,13).

Αργότερα εργάστηκε για πολύ καιρό κοντά στον Απόστολο Πέτρο, ο οποίος τον αποκαλούσε "γιο του" (Α' Πέτρ. 5,13), κάτι που δείχνει τη σχέση που είχαν μεταξύ τους.

Διάφορες παραδόσεις για το Μάρκο εμφανίζονται σε εκκλησιαστικούς συγγραφείς. Ο Ιππόλυτος τον ονομάζει "κολοβοδάκτυλον", είτε γιατί είχε δυσανάλογα μικρά δάκτυλα σε σχέση προς το σώμα του, είτε γιατί το ευαγγέλιο του στερείται εισαγωγής και επιλόγου.

Ο Επιφάνιος παραδίδει ότι υπήρξε ένας από τους εβδομήντα μαθητές του Χριστού και ότι ανήκει σ' εκείνους που σκανδαλίστηκαν από τα λόγια που είπε ο Ιησούς στο ευαγγέλιο του Ιωάννη 6,60-66 για τη βρώση της σάρκας του και τον εγκατέλειψαν.


Το κήρυγμα του Μάρκου

Κατά την παράδοση, ο Μάρκος κήρυξε το Ευαγγέλιο στην Αίγυπτο, τη Λιβύη και τη Βαρβαρία.

Κατά την παράδοση ο Μάρκος ήταν συνοδός του Πέτρου στη Ρώμη και κατόπιν κατέληξε στην Αίγυπτο, ιδρύοντας την εκκλησία της Αλεξάνδρειας, της οποίας υπήρξε ο πρώτος επίσκοπος και την οποία ποίμανε από το 43 μέχρι το 68 μ.Χ.. Η αιγυπτιακή Εκκλησία αποδίδει στον Μάρκο τη συγγραφή μιας από τις αρχαιότερες λειτουργίες της.


Το συγγραφικό έργο του Μάρκου

Ο Μάρκος έγραψε το δεύτερο κατά σειρά Ευαγγέλιο στην Καινή Διαθήκη περί το 65 μ.Χ.. Το Ευαγγέλιό του είναι το συντομότερο από τα τέσσερα Ευαγγέλια και είναι γνωστό σαν το Ευαγγέλιο των θαυμάτων του Ιησού. Θεωρείται το αρχαιότερο και αποτέλεσε πηγή για τ' άλλα δύο Συνοπτικά Ευαγγέλια.

Μέσα σ' αυτό ο ιερός ευαγγελιστής, παρόλο που δεν ήταν από τον κύκλο των δώδεκα αποστόλων, έχει συμπεριλάβει αρκετά από τα γεγονότα της ζωής του Κυρίου. Έχει συμπεριλάβει κυρίως τα θαύματα Του, τα Πάθη και την Ανάσταση Του. Από τη διδασκαλία Του παραλείπει την επί του όρους Ομιλία και τις πιο πολλές από τις μακρές ομιλίες του Ιησού Χριστού. Πιο πολύ ο ευαγγελιστής διηγείται αυτά που έκανε ο Κύριος και όχι αυτά που είπε. Και τούτο, γιατί κύριος σκοπός της συγγραφής του ήταν με την έκθεση αυτή των θαυμάτων να αποδείξει τη θεϊκή καταγωγή του Ιησού και τη δύναμη Του, ιδιαίτερα δια των θαυμάτων. Γι' αυτό και οι αγιογράφοι τοποθετούν δίπλα στον ευαγγελιστή Μάρκο ένα λιοντάρι, που είναι σύμβολο της δύναμης.


Το μαρτύριο του Μάρκου

Ο Απόστολος Μάρκος είχε μαρτυρικό θάνατο. Κάποια μέρα που κήρυττε στην Αλεξάνδρεια, τον άρπαξαν οι εχθροί της πίστεως, οι ειδωλολάτρες, και αφού τον έδεσαν με σχοινιά, τον έσυραν και τον διαπόμπευσαν στους δρόμους της Αλεξάνδρειας, όπου και πέθανε από τα τραύματα του στις πέτρες.

Το άγιο λείψανο του το περιμάζεψαν με πόνο οι Χριστιανοί και το έθαψαν σ' ένα γειτονικό χωριό. Το λείψανό του φυλασσόταν στην Αλεξάνδρεια μέχρι το 828, οπότε μεταφέρθηκε από δύο εμπόρους στη Βενετία και έκτοτε φυλάσσεται στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμάει τη μνήμη του Αποστόλου και Ευαγγελιστη Μάρκου στις 25 Απριλίου.

Ἀπολυτίκιον - Ἦχος γ’.

Ἀπόστολε ἅγιε καὶ Εὐαγγελιστά Μάρκε, πρέσβευε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν, παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.

Αναδημοσίευση κειμένου από: users.sch.gr
Περισσότερα...