Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εορτές Κινητές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εορτές Κινητές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2015

Οι Άγιοι Πάντες


Σε αυτή την ανάρτηση θα αναφερθούμε στην εορτή των Αγίων Πάντων, μέσα από ένα απόσπασμα από ομιλία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.

Την Κυριακή των Αγίων Πάντων θέσπισαν οι Πατέρες να επιτελείται η μνήμη όλων των αγίων Μαρτύρων, Πατριαρχών, Προφητών, Αποστόλων, Ασκητών και όλων των Δικαίων.




Ο Χριστός είπε: «Εάν εγώ υψωθώ, πάντας ελκύσω προς εμαυτόν» και πράγματι με την Ανάληψή Του, έπρεπε να στείλει και το άγιο Πνεύμα στους Αποστόλους, για να κηρύξουν και να συνάγουν τους εκλεκτούς στην βασιλεία των ουρανών. Έτσι τιμώνται και οι ανώνυμοι των Αγίων που είναι πλήθος. Αίτιον της εορτής είναι και η παρακίνηση των υπολοίπων στη μίμηση των Αγίων.

Πραγματικά είναι θαυμαστός ο Θεός μέσα στους αγίους του. Γιατί όταν κανείς αναλογισθεί τους υπερφυσικούς αγώνες των μαρτύρων, πως με ασθενή σάρκα καταντρόπιασαν τον ισχυρό στη κακία, πως έμειναν αναίσθητοι στις οδύνες και στα τραύματα, καθώς αγωνίζονταν με σώματα προς φωτιά, προς το ξίφος, προς ποικίλα και θανατηφόρα είδη βασάνων και αντιπαρατάσσονταν με καρτερία, ενώ τους έκοβαν τις σάρκες, τους διάλυαν τους αρμούς και τους συνέτριβαν τα οστά, όμως διαφύλαξαν την ομολογία της πίστεως στο Χριστό σώα και αδιάσπαστη, ακεραία και ακλόνητη, που γι' αυτό τους χαρίσθηκε και η αναντίρρητη σοφία του Πνεύματος και η δύναμη των θαυμάτων.

Όταν κανείς αναλογισθεί επίσης την υπομονή των οσίων, πως υπέφεραν με τη θέλησή τους σαν ασώματοι τις πολυήμερες ασιτίες, τις αγρυπνίες, τις άλλες ποικίλες κακώσεις του σώματος, και αντιτάχθηκαν έως το τέλος προς τα πονηρά πάθη, προς τα τόσα είδη αμαρτίας, προς τον εσωτερικό μας αόρατο πόλεμο, προς τις αρχές και εξουσίες, ενώ έλειωναν και αχρηστεύονταν εξωτερικά, αλλά ανανεώνονταν και εθεώνονταν εσωτερικά από εκείνον που τους έδωσε τα χαρίσματα των θεραπειών και δυνάμεων.

Όταν λάβει αυτά κανείς υπ' όψη του και επιπλέον εννοήσει ότι υπερβαίνουν τη φύση μας, θαυμάζει και δοξάζει το Θεό που έδωσε σ' αυτούς τη τόση άφθονη χάρη και δύναμη. Γιατί αν και είχαν αγαθή και καλή προαίρεση, χωρίς τη δύναμη του Θεού δεν θα κατόρθωναν να υπερβούν τη φύση και έχοντας σώμα, να κατανικήσουν τον ασώματο εχθρό. Γι' αυτό και ο ψαλμωδός προφήτης, αφού είπε: «Θαυμαστός είναι ο Θεός μέσα στους αγίους αυτού», πρόσθεσε: «αυτός θα δώσει δύναμη και κραταίωση στο λαό του». (Ψαλμ. 67,36).

Απολαύουν δε τη χάρη του Θεού, όχι όλοι γενικά, αλλά όσοι έχουν αγαθή προαίρεση και επιδεικνύουν με έργα την προς το Θεό αγάπη και πίστη. Αυτό φανερώνεται στο ευαγγέλιο που λέγει: «όποιος ομολογήσει σ' εμένα εμπρός στους ανθρώπους, θα ομολογήσω και εγώ σ' αυτόν εμπρός στο Πατέρα μου στους ουρανούς» (Ματθ. 10,32).

Δεν είπε «όποιος με ομολογήσει εμπρός στους ανθρώπους», αλλά «όποιος ομολογήσει μέσα σ' εμένα» με την έννοια ότι μπορεί να προβάλει με παρρησία την ευσέβεια, δι' εκείνου και δια της βοηθείας εκείνου. Έτσι πάλι «θα ομολογήσω κι' εγώ» και δεν είπε «αυτόν» αλλά «μέσα σ' αυτόν», δηλαδή δια της αγαθής αντιστάσεως και υπομονής.

Αυτό δηλώνει την αδιάσπαστη συνάφεια του Θεού προς τους ομολογούντας, αν και είναι δούλοι Θεού. Αντίθετα «όποιος με αρνηθεί εμπρός στους ανθρώπους, θα τον αρνηθώ και εγώ εμπρός στο Πατέρα μου στους ουρανούς». Δεν είπε εδώ «όποιος αρνηθεί μέσα σε μένα», γιατί;

Διότι ο αρνούμενος αρνείται το Θεό αν στερηθεί τη Θεϊκή βοήθεια. Γιατί δε εγκαταλείφθηκε και έμεινε έρημος του Θεού; Επειδή αυτός πρώτα πρόλαβε και τον εγκατέλειψε, αφού αγάπησε τα πρόσκαιρα και γήινα πράγματα περισσότερο, παρά τα επαγγελμένα από το Θεό ουράνια και αιώνια αγαθά.

Έτσι οι θείες αντιδόσεις έχουν μαζί τους τη θεία δικαιοσύνη και επιφέρουν από τη ομοίωση τα ανάλογα αποτελέσματα. Και ενώ οι ομολογήσαντες το Θεό στο πρόσκαιρο αυτό βίο το έκαναν παρουσία λίγων ανθρώπων, ο Χριστός Θεός και Κύριος του ουρανού και γης θα τους υποστηρίξει ενώπιον του Πατρός, των αγγέλων, όλων των ουρανίων δυνάμεων και με παρουσία όλων των ανθρώπων από Αδάμ μέχρι της συντέλειας. Και θα στεφανώσει και θα δοξάσει όλους εκείνους που επέδειξαν πίστη μέχρι τέλους σ' αυτόν.

Αλλά και τώρα δοξάζονται κάποιοι άγιοι με τα ιερά λείψανά τους που ευωδιάζουν, που χαρίζουν ιάσεις και διάφορα ενεργήματα δυνάμεων, προσκυνώντας τους και γονατίζοντας στις εικόνες τους βασιλείς, άρχοντες και ο λαός του Κυρίου.

Άλλωστε το είπε ο ίδιος ο Κύριος προς τους πιστούς ότι: «όποιος αφήσει οικία, συγγενείς ή αγρούς για το όνομά μου, θα τα λάβει εκατονταπλάσια και θα κληρονομήσει αιώνια ζωή». (Ματθ.10,37).

Και την ίδια του ζωή είναι δίκαιο και αναγκαίο να τη αφήσει ο πιστός, αν το καλέσει ο καιρός σε περιόδους διωγμών, για να πετύχει την αιώνια ζωή, αφού και ο ίδιος ο Υιός του Θεού έδωσε τη ζωή του για χάρη μας. Αλλά και σε ειρηνικούς καιρούς ο πιστός λαμβάνει το σταυρό του, σταυρώνοντας τα πάθη και τις επιθυμίες της σάρκας.

Διότι λέγει: «όποιος βρήκε τη ψυχή του θα την χάσει, και όποιος έχασε τη ψυχή του για χάρη μου, θα τη βρει». (Ματθ. 10,39).

Ο άνθρωπος είναι διπλός, ο εκτός, δηλαδή το σώμα και ο μέσα μας, δηλαδή η ψυχή. Όταν κάποιος παραδώσει τον εαυτό του σε θάνατο κατά τον εκτός άνθρωπο, χάνει τη ψυχή του που χωρίζεται από το σώμα, αλλά τη βρίσκει στο Χριστό κατά την ανάσταση και γίνεται ουράνιος και αιώνιος.

Η εκκλησία του Χριστού, τιμά λοιπόν και μετά θάνατο αυτούς που έζησαν αληθινά κατά Θεό. Κάθε μέρα του έτους τελεί τη μνήμη των αγίων που μετέστησαν και απεδήμησαν από τη πρόσκαιρη αυτή ζωή, συγχρόνως δε προβάλλει το βίο καθενός χάρη της ωφελείας μας και υποδεικνύει το τέλος τους, είτε ειρηνικό είτε μαρτυρικό.

Τώρα δε μετά τη Πεντηκοστή, η Εκκλησία αφού συγκέντρωσε όλους τους αγίους γνωστούς και αγνώστους μαζί, αναπέμπει κοινό σε όλους αυτούς ύμνο, όχι μόνο διότι όλοι είναι ενωμένοι μεταξύ τους και με τον Πατέρα, όπως το ζήτησε ο Κύριος: «να είναι όλοι ένα, όπως εγώ, Πάτερ, με σένα και συ με μένα, να είναι και αυτοί με εμάς ένα στην αλήθεια», (Ιω. 17,20), αλλά και γιατί φροντίζει να φανερώνει και να ανυμνεί όλα τα έργα του Θεού ως αποτέλεσμα της αποστολής, φωτισμού και ενεργείας του Αγίου Πνεύματος.

Ας τιμήσουμε λοιπόν όλους τους αγίους του Θεού. Πώς; Αν κατά μίμησή τους καθαρίσουμε τους εαυτούς μας από κάθε μολυσμό σαρκός και πνεύματος και έτσι απομακρυνόμενοι από τα κακά δια της μετανοίας και εξομολογήσεως, θα φερόμεθα προς την αγιοσύνη παρουσιάζοντας τα σώματα και τις ψυχές μας ευάρεστες στο Θεό, με τις πρεσβείες των αγίων πάντων ώστε να γίνουμε και εμείς μέτοχοι της απέραντης εκείνης πανηγύρεως και ευφροσύνης με τη χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού στον οποίο πρέπει κάθε δόξα μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
Περισσότερα...

Κυριακή 31 Μαΐου 2015

Η Πεντηκοστή

Σε αυτή την ανάρτηση θα αναφερθούμε εις την Αγίαν Πεντηκοστήν, μέσα από το σχόλιο του Λάμπρου Κ. Σκόντζου, Θεολόγου - Καθηγητού.

Η μεγάλη εορτή της Πεντηκοστής, φέρνει στη σκέψη όλων ημών των πιστών το τρίτο Πρόσωπο της Τριαδικής Θεότη-τας, το Πνεύμα το Άγιο, τον Παράκλητο κι' αυτό διότι, το Θείο Αυτό Πρόσωπο είναι ο πρωτοστάτης αυτής της εορτής. Η κάθοδός Του στον κόσμο την ευλογημένη εκείνη ημέρα της Πεντηκοστής, στο υπερώο της Ιερουσαλήμ σήμανε μια νέα εποχή για την πορεία του κόσμου και την ιστορία της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους.

Για τον πολύ κόσμο και δυστυχώς και για πολλούς πιστούς ο Κύριος και Θεός μας Άγιον Πνεύμα είναι o «μεγάλος άγνωστος» και λίαν δυσχερής η κατανόησή Του. Δεν είναι άμοιρη ευθυνών, βεβαίως, η δυτικής εμπνεύσεως εικονογραφία της Αγίας Τριάδος, η οποία παρουσιάζει τον Θεό Παράκλητο με τη απαράδεκτη πτηνομορφική παράσταση, με συνέπεια να μην εκλαμβάνεται Αυτός, από τους μη έχοντας θεολογική παιδεία και εκκλησιαστική συνείδηση, ως θείον Πρόσωπο, αλλά ως μια απλή συμβολική παράσταση κάποιας αφηρημένης δυνάμεως του Θεού. Επί τη ευκαιρία είναι ανάγκη, η εν λόγω εικονική παράσταση της Αγίας Τριάδος να αποσυρθεί από την ορθόδοξο λατρεία και να αντικατασταθεί από την συμβολική παράσταση των τριών αγγελικών μορφών, της Φιλοξενίας του Αβραάμ. Αυτή είναι η γνήσια ορθόδοξη εικονογράφηση του Τριαδικού Θεού.

Το Άγιον Πνεύμα δεν είναι κάποια απρόσωπη δύναμη του Θεού, όπως βλάσφημα δίδασκαν και διδάσκουν οι ανά τους αιώνες πνευματομάχοι αιρετικοί. Είναι το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, Θεός αληθινός, διότι μετέχει της θείας ουσίας ισότιμα με τον Πατέρα και τον Υιό. Είναι επίσης πρόσωπο αληθινό, προσωπικότητα ενσυνείδητη, έχοντας τη δική Του υποστατική ιδιότητα, η οποία Τον καθιστά ξεχωριστή και μοναδική προσωπικότητα, χωρίς να συγχέεται με τα άλλα πρόσωπα της Θεότητος. Σύμφωνα με την βιβλική διδασκαλία, η οποία κατανοήθηκε ορθώς μόνο μέσα στην Εκκλησία, το προσωπικό υποστατικό ιδίωμα του Κυρίου Παρακλήτου, τον Οποίο τον καθιστά μοναδικό, είναι η αΐδια εκπόρευσή Του από τον Πατέρα.

Η αιρετική προσθήκη από την παπική ετεροδοξία της βλάσφημης διδασκαλίας της εκ και του Υιού εκπορεύσεώς Του (Filioque), αποτελεί σοβαρή εκτροπή από την βιβλική και αγιοπατερική διδασκαλία της αρχέγονης Εκκλησίας και ανατροπή της χριστιανικής πίστεως περί υποστατικών ιδιωμάτων των Θείων Προσώπων της Αγίας Τριάδος. Η φράγκικη αυτή σοβαρή κακοδοξία, η οποία ενσωματώθηκε αυθαίρετα στο Σύμβολο της Πίστεως το 1019, από την παπική εκκλησία και έγινε πίστη της, αποτελεί την κυριότερη αιτία του σχίσματος του 1054 και το σοβαρότερο σημείο τριβής των σχέσεων της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας και του παπισμού. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως οι Δυτικοί εμάς τους ορθοδόξους μας θεωρούν αιρετικούς, διότι απορρίπτουμε την διδασκαλία του Filioque!

Οι μετά το σχίσμα Πατέρες, Ομολογητές και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας μας, με προεξάρχοντες τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, τον Άγιο Μάρκο Εφέσου τον Ευγενικό, τον Γεώργιο Σχολάριο και άλλους πολλούς, έδωσαν τιτάνιους αγώνες κατά αυτής της αιρετικής διδασκαλίας, διότι θεωρήθηκε ως μια ακόμα σοβαρή τριαδολογική κακοδοξία, η οποία βεβηλώνει (το σχετικώς αποκεκαλυμένο) μυστήριο της υπάρξεως του Τριαδικού Θεού. Επιγραμματικά αναφέρουμε ότι η αιρετική πίστη του Filioque καταργεί την μοναρχία της Θεότητος και δημιουργεί δύο αρχές στην Αγία Τριάδα. Συγχέει το προσωπικό υποστατικό ιδίωμα του Πατρός, περί της εκπορεύσεως του Πνεύματος, με αυτό του Υιού και υποβιβάζει τη θέση του Αγίου Πνεύματος, ως προς την ισότιμη ύπαρξή Του στη Θεότητα, ως δήθεν πρόσωπο υπηρετούντος την θέληση του Πατρός και του Υιού! Αυτό σημαίνει ότι η κακοδοξία αυτή, η οποία δυστυχώς συντηρείται επιδεικτικά από τους παπικούς, έχει τεράστιες σωτηριολογικές επιπτώσεις στο ανθρώπινο γένος και αποτελεί το σημαντικότερο εμπόδιο επαναπροσέγγισης Ορθοδοξίας και δυτικών ετεροδόξων.

Το Άγιον Πνεύμα ήταν πάντοτε παρόν, μαζί με τα άλλα δύο Θεία Πρόσωπα της Τριάδος, στην διαδικασία της δημιουργίας του κόσμου και την επεργασία της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους. «Πνεύμα Κυρίου πεπλήρωκε την οικουμένην» (Σοφ.Σολ.1:7). Είναι το Πνεύμα του Θεού (Ματθ.12:28), το Οποίο επισκιάζει, διαπερνά και ζωογονεί τα πάντα. Τακτοποιεί και ωραιοποιεί την δημιουργία του Θεού. «Εξαποστελείς το πνεύμα σου, και κτισθήσονται, και ανακαινιείς το πρόσωπον της γης» αναφωνεί ο ψαλμωδός (Ψαλμ.103:30). Το «Πνεύμα του Κυρίου» (Πράξ.5:9) μεταμορφώνει ανθρώπινες προσωπικότητες της προχριστιανικής αρχαιότητος ώστε να γίνουν όργανα της θείας βουλήσεως για την σωτηρία του ανθρωπίνου γένους, όπως οι προφήτες, οι οποίοι έγιναν οι διαμηνυτές του θελήματος του Θεού στον κόσμο (Πράξ.28:25,Εβρ.1:1).

Η ενανθρώπιση του Υιού και Λόγου του Θεού έγινε τη συνεργεία του Αγίου Πνεύματος. «Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι» (Λουκ.1:35) ανήγγειλε ο αρχάγγελος Γαβριήλ στην Θεοτόκο τη στιγμή του Ευαγγελισμού Της και «Το γαρ εν αυτή (τη Παρθένω) γεννηθέν εκ Πνεύματος εστίν Αγίου» (Ματθ.1:20) διαβεβαίωσε ο άγγελος Κυρίου στον Ιωσήφ. Το Άγιον Πνεύμα αναπαύεται στο Χριστό (Ησ.61:1), παρίσταται στην Βάπτισή Του για την επιβεβαίωση της μεσσιανικής Του ιδιότητος (Ματθ.3:15). Τον στηρίζει ως άνθρωπο στο έργο της σωτηρίας του κόσμου (Ματθ.4:1). Μέσω του Πνεύματος του Κυρίου ευαγγελίζεται τους πτωχούς, ιατρεύει τους ασθενείς, κηρύσσει την ελευθερία στους αιχμαλώτους και δίνει την ανάβλεψη των τυφλών (Λουκ.4:18). «Εν Πνεύματι Θεού» διώχνει τα δαιμόνια (Ματθ.12:28). Το Άγιο Πνεύμα είναι ο σύνδεσμός Του με τον Πατέρα (Λουκ.10:21).

Ο Παράκλητος, «το Πνεύμα της αληθείας», θα γίνει ο συνεχιστής του απολυτρωτικού έργου του Χριστού «εις τον αιώνα» (Ιωάν.14:15). Αυτός θα πάρει τη θέση Του στο έργο της σωτηρίας, «εάν δε πορευθώ, πέμψω αυτόν (τον Παράκλητον) προς ημάς και ελθών εκείνος ελέγξει τον κόσμον περί αμαρτίας και περί δικαιοσύνης και περί κρίσεως . όταν έλθη εκείνος, το Πνεύμα της αληθείας, οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν» (Ιωάν.16:7,13) διαβεβαίωσε ο Χριστός τους μαθητές Του, λίγο πριν το εκούσιο πάθος Του. Σε ερώτηση των μαθητών προς τον Κύριο Ιησού Χριστό, μετά την ανάστασή Του: «Κύριε εν τω χρόνω τούτω αποκαθιστάνεις την βασιλείαν τω Ισραήλ;», τους απάντησε πως «ουχ υμών γνώναι χρόνους ή καιρούς ους ο πατήρ έθετο εν τη ιδία εξουσία, αλλά λήψεσθε δύναμιν επελθόντος του Αγίου Πνεύματος εφ' υμάς, και έσεσθέ μοι μάρτυρες εν τε Ιερουσαλήμ και εν πάση τη Ιουδαία και Σαμαρεία και έως εσχάτου της γης» (Πράξ.1:6-8-). Με την έμμεση αυτή απάντησή Του ο Κύριος δήλωνε πως η Βασιλεία του Θεού είναι η παρουσία του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία Του. Η αγία ημέρα της Πεντηκοστής είναι η απαρχή μιας νέας εποχής, της εσχατολογικής, η οποία θα περατωθεί με το τέλος της ανθρώπινης ιστορίας.

Η ευλογημένη επαγγελία του Χριστού πραγματοποιήθηκε την αγία αυτή ημέρα. Πενήντα ημέρες μετά τη λαμπροφόρο Ανάστασή Του, το Πανάγιο Πνεύμα κατήλθε στο υπερώο της Ιερουσαλήμ, όπου «ήσαν άπαντες ομοθυμαδόν επί το αυτό» συνηγμένοι οι άγιοι Απόστολοι (Πράξ.2:1). Ο ερχομός Του ήταν κάτι σαν «εκ του ουρανού ήχος ώσπερ φερομένης πνοής βιαίας» και η ορατή παρουσία Του ήταν ως «γλώσσαι ωσεί πυρός», το Οποίον «εκάθισέ τε εφ' ένα έκαστον αυτών (των μαθητών)» (Πράξ.2:3-4). Σύμφωνα με τον θεόπνευστο συγγραφέα του βιβλίου των Πράξεων των Αποστόλων, το «Ευαγγέλιον του Πνεύματος», όπως αποκαλείται αυτό, μεταμόρφωσε κυριολεκτικά τους αγράμματους μαθητές σε νέες δυναμικές προσωπικότητες, με πρώτο ορατό σημείο το φαινόμενο του «λαλείν ετέραις γλώσσες καθώς το Πνεύμα εδίδου αυτοίς αποφθέγγεσθαι» (Πράξ.2:4), εκπληρώνοντας την θαυμαστή προφητεία του Ιωήλ, πως στους έσχατους καιρούς θα γίνει η έκχυσις των δωρεών του Αγίου Πνεύματος «επί πάσαν σάρκαν» σε ολόκληρη την ανθρωπότητα, υπερνικώντας το εμπόδιο της γλωσσικής και οποιασδήποτε άλλης διαφοράς (Ιωήλ,3:1). Έτερο απτό φαινόμενο της προσωπικής μεταμορφώσεως των Αποστόλων υπήρξε η θαρραλέα ομιλία του Πέτρου προς τους εκστατικούς, μπροστά στο παράδοξο φαινόμενο, όχλους της Ιερουσαλήμ (Πραξ.2:1436). Το αποτέλεσμα ήταν συγκλονιστικό. Ο εμπνευσμένος από το Πνεύμα του Θεού λόγος του κορυφαίου αποστόλου «κατενύγησε την καρδίαν» των όχλων (Πράξ.2:37) με αποτέλεσμα ευθύς αμέσως να ζητούν από τους αποστόλους: «τι ποιήσομεν άνδρες αδελφοί;». Ο Πέτρος τους προέτρεψε: «μετανοήσατε, και βαπτισθήτω έκαστος υμών επί το ονόματι Ιησού Χριστού εις άφεσιν αμαρτιών, και λήψεσθε την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος». Εκείνοι «ασμένως αποδεξάμενοι τον λόγον αυτού εβαπτίσθησαν, και προσετέθησαν τη ημέρα εκείνη ψυχαί ωσεί τρισχίλιαι» (Πράξ.2:37-41). Έτσι γεννήθηκε το ορατό επί γης στρατευόμενο μέρος της Εκκλησίας του Θεού. Η αγία Πεντηκοστή θεωρείται ως η εν Αγίω Πνεύματι γενέθλιος ημέρα της Εκκλησίας μας!

Η Αγία μας Εκκλησία είναι, σύμφωνα με την βιβλική θεολογία, το σώμα του Χριστού και Αυτός η κεφαλή του σώματος (Εφεσ.5:23) Το Άγιο Πνεύμα είναι η ψυχή του εκκλησιαστικού αυτού σώματος. Όπως στο φυσικό ανθρώπινο σώμα η ψυχή ζωοποιεί το σώμα, τι ίδιο και η παρουσία του Παρακλήτου ζωοποιεί την Εκκλησία, κάνει το εκκλησιαστικό σώμα εύρωστο, δυνατό και αθάνατο. Αυτό σημαίνει ότι τα μέλη του σώματος, οι πιστοί (Α΄Κορ.12:12), ζούμε, μέσα στην Εκκλησία, χάρις στο ενοικούν σε Αυτή Πνεύμα του Θεού, την όντως ζωή. Μέσα σε αυτή υπάρχουμε, τρεφόμαστε με ουράνια τροφή, κεχαριτωνόμαστε, αγιαζόμαστε, σωζόμαστε και θεωνόμαστε. «Η αγάπη του Θεού εκκέχυται εν ταις καρδίαις ημών δια Πνεύματος Αγίου του δοθέντος ημίν» (Ρωμ5:5) διακηρύττει ο απόστολος Παύλος.

Ο απόστολος των Εθνών τονίζει επίσης κατηγορηματικά πως «Ουδείς δύναται ειπείν Κύριον Ιησούν ει μη εν Πνεύματι Αγίω» (Α'Κορ.12:3). Αυτό σημαίνει πως ο Θεός Παράκλητος είναι πλέον ο κύριος της Εκκλησίας και του κόσμου, μετά την Ανάληψη του Χριστού. Αυτός μας κάνει γνωστό τον Λυτρωτή μας Ιησού Χριστό και ενεργοποιεί το σωτήριο έργο Του σε κάθε άνθρωπο, που θέλει να σωθεί. Κατά συνέπεια, όχι μόνο η άρνηση του απολυτρωτικού έργου του Χριστού, αλλά και η άρνηση της συμμετοχής του Αγίου Πνεύματος στη λυτρωτική διαδικασία του κόσμου, αποτελεί πρωταρχική αιτία απώλειας της σωτηρίας πολλών.

Η παρουσία του Αγίου Πνεύματος στον κόσμο εκδηλώνεται ποικιλότροπα, με «διαιρέσεις χαρισμάτων», με «διαιρέσεις διακονιών», με «διαιρέσεις ενεργημάτων» (Α'Κορ.12:4-6), με καρποφορία πνευματικών καρπών (Γαλ.5:22). Κάθε αγαθό και δωρεά που δίνεται στους ανθρώπους είναι προϊόν του Αγίου Πνεύματος. Σε κάθε άνθρωπο «δίδεται η φανέρωσις του Πνεύματος προς το συμφέρον» αυτού (Α'Κορ.12:7)

Το Άγιο Πνεύμα μοιράζει χαρίσματα στους πιστούς τα οποία είναι χρήσιμα για τη σωτηρία τη δική τους, αλλά και για το σωστικό έργο της Εκκλησίας. Σε άλλον «δίδοται λόγος σοφίας, άλλω δε λόγος γνώσεως κατά το αυτό Πνεύμα, ετέρω δε πίστις εν τω αυτώ Πνεύματι, άλλω δε χαρίσματα ιαμάτων εν τω αυτώ Πνεύματι, άλλω δε ενεργήματα δυνάμεων, άλλω δε προφητεία, άλλω δε διακρίσεις πνευμάτων, ετέρω δε γένη γλωσσών, άλλω δε ερμηνεία γλωσσών. Πάντα δε ταύτα ενεργεί το εν και το αυτό Πνεύμα, διαιρούν ιδία εκάστω καθώς βούλεται» (Α'Κορ.12:8-11).

Το Άγιο Πνεύμα μοιράζει διακονίες στο λαό του Θεού, οι οποίες υπάρχουν για να διακονούν καθολικά τις πνευματικές και υλικές ανάγκες του, εις τρόπον ώστε να ζει ο πιστός αποκλειστικά μέσα στην χάρη του Θεού και να μην έχει ανάγκη από τα «σκύβαλα» του κόσμου (Φιλιπ.3:8). Η Εκκλησία του Θεού υπάρχει για να μεταλλάσσει ολοκληρωτικά και καθολικά τον άνθρωπο της αμαρτίας και της φθοράς σε νέα αναγεννημένη και χαριτωμένη ύπαρξη. Πρώτ' απ' όλα το «Πνεύμα το Άγιον έθετο επισκόπους ποιμαίνειν την Εκκλησίαν του Κυρίου και Θεού» (Πραξ.20:28). Ακολούθως όρισε «εν τη Εκκλησία πρώτον αποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, έπειτα δυνάμεις, είτα χαρίσματα ιαμάτων, αντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσών» (Α'Κορ.12:28). Επίσης το Πνεύμα του Θεού «έδωκε τους μεν τους μεν αποστόλους, τους δε προφήτας, τους δε ευαγγελιστάς, τους δε ποιμένας και διδασκάλους, προς καταρτισμόν των αγίων εις έργον διακονίας, εις οικοδομήν του σώματος του Χριστού» (Εφ. 4:11-12).

Το Άγιο Πνεύμα καρποφορεί στις καρδιές των πιστών υπέροχους και σπανίους πνευματικούς καρπούς, ως αποτέλεσμα επίπονης καλλιέργειας. Ο θεόπνευστος απόστολος αφού αναφέρει τα βδελυρά έργα τη σαρκός, τα οποία είναι οι καρποί της αμαρτίας, παραθέτει στη συνέχεια του καρπούς του Πνεύματος, οι οποίοι είναι «αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, αγαθοσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτεια» (Γαλ.5:22-23). Οι καρποί της σαρκός καταδεικνύουν τον άνθρωπο της πτώσεως, της αμαρτίας και της φθοράς, οι δε καρποί του Πνεύματος φανερώνουν, «ως πόλις επάνω όρους κειμένη» (Ματθ.5:14), τον αναγεννημένο εν Χριστώ άνθρωπο της χάριτος και της σωτηρίας. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός μας είχε πει πως «εκ γαρ του καρπού το δένδρον γινώσκεται» (Ματθ.12:33), έτσι και ο πνευματικός αναγεννημένος άνθρωπος ξεχωρίζει από τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, που είναι στολισμένος.

Το Άγιο Πνεύμα συνεχίζει το απολυτρωτικό έργο του Χριστού μας μετά την εις Ουρανούς Ανάληψή Του. Αυτός διαχέει τις άκτιστες δωρεές του Θεού στους ανθρώπους και ολόκληρη τη δημιουργία. Αυτός είναι ο πραγματικός τελετουργός των Ιερών Μυστηρίων της Εκκλησίας μας, μέσω των οποίων οι πιστοί αγιαζόμαστε και σωζόμαστε. Αυτός καθιστά τους λειτουργούς της Εκκλησίας μας κεχαριτωμένα όργανά Του, για την επιτέλεση του σωστικού έργου του λαού του Θεού. Αυτός εμπνέει πνεύματα προφητείας και σοφίας. Αυτός διαφυλάσσει την Εκκλησία από τις επιβουλές των οργάνων της πλάνης και του ψεύδους (Ιωάν.16:13). Αυτός μοιράζει χαρίσματα στους πιστούς (Α΄Κορ.12:4) και πραγματοποιεί την υιοθεσία μας στο Θεό (Γαλ.4:6). Αυτός συγκροτεί όλον τον θεσμό της Εκκλησίας (Λουκ.24:49).

Η παρουσία λοιπόν του Κυρίου μας Παρακλήτου στην Εκκλησία είναι τόσο σημαντική ώστε «Ει μη Πνεύμα παρήν, ουκ αν συνέστη η Εκκλησία» τονίζει ο ιερός Χρυσόστομος (Ε.Π.50,459). Χάρις στην παρουσία Εκείνου βιώνουμε το μυστήριο της Βασιλείας του Θεού και γευόμαστε τις ακένωτες σωτήριες δωρεές Του. «Είδομεν το φως το αληθινόν, ελάβομεν Πνεύμα επουράνιον, εύρομεν πίστιν αληθή, αδιαίρετον Τριάδα προσκυνούντες· αύτη γαρ ημάς έσωσεν». Δεν έχουμε παρά να κλείνουμε γόνυ λατρείας και προσκυνήσεως προς Αυτόν και να Του ζητήσουμε έτι φωτισμό γνώσεως και ψυχοσωματική κάθαρση από κάθε ρύπο αμαρτίας.

Ἀπολυτίκιον - Ἦχος πλ. δ´.

Εὐλογητὸς εἶ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ πανσόφους τοὺς ἁλιεῖς ἀναδείξας,
καταπέμψας αὐτοῖς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον,
καὶ δι' αὐτῶν τὴν οἰκουμένην σαγηνεύσας,
φιλάνθρωπε, δόξα σοι. 

Αναδημοσίευση κειμένου από: apostoliki-diakonia.gr

Περισσότερα...

Δευτέρα 25 Μαΐου 2015

Κυριακή 318 Αγ. Πατέρων, Α' Οικουμ. Συνόδου



Σε αυτή την ανάρτηση θα παρουσιάσουμε σύντομα σχόλια με αφορμή την Ζ' Κυριακή από του Πάσχα, Κυριακή κατά την οποία τιμούμε τους 318 Αγίους Πατέρες της Α' Οικουμενικής Συνόδου.

"Τίς σου τον χιτώνα, Σώτερ, διείλεν;
Άρειος, συ έφης."




Η Αγία μας Εκκλησία από περάτων έως περάτων της οικουμένης εορτάζει και πανηγυρίζει σήμερα «εν ιματισμώ διαχρύσω περιβεβλημένη, πεπικοιλμένη» την μνήμη των 318 Θεοφόρων Πατέρων της συνελθούσης στη Νίκαια της Βιθυνίας Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου.

Οι Άγιοι και Θεοφόροι Εκείνοι Πατέρες, τά Πυξία του Πνεύματος, τα πάγχρυσα στόματα του Λόγου, οι αστέρες οι πολύφωτοι του νοητού στερεώματος, «αποστολικών παραδόσεων ακριβείς φύλακες», φωτιζόμενοι από το Άγιο Πνεύμα καθόρισαν και περιχαράκωσαν το δόγμα της Θεότητος του Ιησού Χριστού.

Με την χάρη του Παναγίου και Τελεταρχικού Πνεύματος, οι Άγιοι Πατέρες απεκήρυξαν την ψευδώνυμο και κακόδοξο διδασκαλία του κακοδόξου Αρείου, λέγοντες: «ποίος σού έσχισε τον χιτώνα Σώτερ; Άρειος, σύ είπες».

Και πράγματι ο θεοσεβής και θεομάχος Άρειος με την κακόδοξο διδασκαλία του «διείλεν τον χιτώνα» του Σωτήρος Χριστού και δίδασκε αντίθετα της διδασκαλίας του Ευαγγελίου και της Μίας Αγίας και Καθολικής Εκκλησίας, θέλοντας να μεταβάλει την θρησκεία της αγάπης και της απολύτρωσης σε απλό και άγονο φιλοσοφικό σύστημα.

Ο παράφρων Άρειος εγνώριζε, αλλά δεν ήθελε να πιστέψει ότι ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού ήλθε επί της γης, «μορφή δούλου λαβών» και έγινε ο Θεός άνθρωπος, έγινε Θεάνθρωπος, διά να σώσει τον πλανηθέντα από την αμαρτία άνθρωπο και να επαναφέρει τον άνθρωπο στην αρχαία μακαριότητα.

Η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία πολλές φορές βρέθηκε εν μέσω φοβερών κυμάτων, «εκλυδωνίζετο, αλλ΄ ου κατεποντίζετο», κατά τον Ιερό Χρυσόστομο. Και αυτή την φορά με την χάρη του Παναγίου Πνεύματος, το Οποίο συνέχει και συγκροτεί τον θεσμό της Εκκλησίας, ενίκησε νίκη ένδοξο κατά του Αρείου και των ομοφρόνων του.

Η Εκκλησία είναι ακατάλυτος και αλάθητος γιατί κινείται και κατευθύνεται από το Ίδιο Πνεύμα και τον Ιδρυτής της, το «Εσφαγμένον Αρνίον της Αποκαλύψεως», και οδηγείται «εις πάσαν την αλήθειαν» υπό του Αγίου Πνεύματος.

Οι άγιοι Πατέρες, των οποίων την ετήσιο μνήμη σήμερα εορτάζουμε, στην ξακουστή πόλη της Νίκαιας, μια για πάντα απέκοψαν το άθεο δόγμα του θεοσεβούς Αρείου και συνέταξαν τα επτά πρώτα άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως, το οποίο είναι το σύμβολο της αληθείας, το σύμβολο του φωτός, το σύμβολο της Ορθοδοξούσης Εκκλησίας.

Χωρίς την διδασκαλία αυτή είναι αδύνατη για τον άνθρωπο η σωτηρία, η απόκτηση της αιωνίου ζωής και τούτο γιατί ο Ιησούς Χριστός, ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού, είναι το μόνο μέσο της σωτηρίας μας. Αυτός δίδαξε την αλήθεια και έχυσε το Πανάγιο Αίμα του επάνω στον Σταυρό του Μαρτυρίου Του. Αυτός άπλωσε τα χέρια Του επάνω στο Σταυρό και ένωσε τα διεστώτα, ένωσε Θεό και άνθρωπο και αναγέννησε τον πλανηθέντα άνθρωπο· ο Θεάνθρωπος Ιησούς, «ο δρακί έχων την πάσαν κτίσιν».

Ναι, ο Θεάνθρωπος Ιησούς, ο Υιός της Παρθένου Μαρίας έγινε άνθρωπος από άπειρο αγάπη προς τον άνθρωπο και απεκάλυψε στους ανθρώπους τον Θεό, τον Δημιουργό του παντός, τον Οποίο εδόξασε επί της γής και έδωκε στους γνήσιους μαθητές Του την χαρά της αιωνίου ζωής, «ινα πάν ό δέδωκε αυτώ, δώση αυτοίς ζωή αιώνιον».

Ω, αγάπη, ώ αγαθότητα, ώ ευσπλαγχνία, ὼ θεϊκή συγκατάβαση. Εκουσίως επάνω στο Σταυρό του μαρτυρίου Του τελείωσε το έργο της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους και έκτοτε άνοιξε τον Παράδεισο, το γαληνεμένο λιμάνι της σωτηρίας του ανθρώπου.

Αυτό το εύδιο λιμάνι της σωτηρίας μας, το οποίο δια της σταυρικής Του θυσίας άνοιξε ο Θεάνθρωπος Ιησούς, εμείς οι άνθρωποι της συγχρόνου αυτής παγκοσμιοποιημένης εποχής, πρέπει να το βρούμε, εάν πραγματικά επιζητούμε την σωτηρία της ταλαιπωρημένης από το βάρος της αμαρτίας ψυχής μας. Αμήν.

Αναδημοσίευση κειμένου από: panagiavothinonkalymnou.blogspot.com
Περισσότερα...

Τρίτη 19 Μαΐου 2015

Η Ανάληψις του Χριστού



Στην ανάρτηση αυτή θα δούμε σχόλια στη μεγάλη εορτή της Αναλήψεως του Κυρίου μας, από τον Λάμπρο Κ. Σκόντζο, Θεολόγο - Καθηγητή.

Η εορτή της Αναλήψεως του Κυρίου και Θεού μας Ιησού Χριστού, αποτελεί έναν χαρμόσυνο εορτολογικό σταθμό μέσα στην όντως ευφρόσυνη αναστάσιμη περίοδο της Εκκλησίας μας. (Α' Τιμ.2,5).



Με αισθήματα αγαλλιάσεως οι ορθόδοξοι πιστοί κατακλύζουμε την ιερή αυτή ημέρα τους ναούς για να αναπέμψουμε ευχαριστήριες ωδές στο Σωτήρα και Λυτρωτή μας Κύριο και να υμνήσουμε την αγία Ανάληψή Του στους ουρανούς, εκεί από όπου καταδέχθηκε να κατέβει, προκειμένου να επιτελέσει το σωτήριο έργο του ανθρωπίνου γένους (Ιωάν.3,13.Φιλιπ.2,6-11). Υμνούμε την επάνοδό Του στο θείο θρόνο της άφατης μεγαλοσύνης Του, στα δεξιά του Θεού Πατέρα, προς τον Οποίο θα είναι εσαεί ο μεγάλος και αιώνιος μεσίτης μας.

Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός μετά την λαμπροφόρο Ανάστασή Του από τους νεκρούς, δεν εγκατέλειψε αμέσως τον κόσμο, αλλά συνέχισε για σαράντα ημέρες να εμφανίζεται στους μαθητές Του (Πράξ.1,3). Αυτές οι μεταναστάσιμες εμφανίσεις Του προς αυτούς είχαν πολύ μεγάλη σημασία. Έπρεπε οι πρώην δύσπιστοι και φοβισμένοι μαθητές να βιώσουν το γεγονός της Αναστάσεως του Διδασκάλου τους και να αποβάλλουν κάθε δισταγμό και ψήγμα απιστίας για Εκείνον. Έπρεπε να αποβάλλουν κάθε ίχνος λαθεμένης μικροεθνικιστικής ιουδαϊκής αντίληψης για το Μεσσία. Να συνειδητοποιήσουν πλήρως τον πανανθρώπινο χαρακτήρα του απολυτρωτικού έργου του Σωτήρα και να ξεχάσουν κάθε σκέψη για «ανάσταση του βασιλικού θρόνου του Δαβίδ» και την κυριαρχία του κόσμου. Οι θαυμαστές μεταναστάσιμες εμφανίσεις Του και οι προχωρημένες πια και πνευματικού χαρακτήρα νουθεσίες αποτέλεσαν σημαντικό παράγοντα για τη διαμόρφωση νέας αντιλήψεως για το θείο πρόσωπο του Λυτρωτή Χριστού και το σωτήριο ιεραποστολικό έργο που είχαν ταχθεί από Εκείνον να επιτελέσουν στο εξής. «Διήνοιξεν αυτών τον νουν, αναφέρει ο ευαγγελιστής Λουκάς, του συνιέναι τας γραφάς και είπεν αυτοίς ότι ούτω γέγραπται και ούτως έδει παθείν τον Χριστόν και αναστήναι εκ νεκρών τη τρίτη ημέρα, και κηρυχθήναι επί το ονόματι αυτού μετάνοιαν και άφεσιν αμαρτιών εις πάντα τα έθνη, αρξάμενον από Ιερουσαλήμ. Υμείς δε εστε μάρτυρες τούτων. Και ιδού εγώ αποστέλλω την επαγγελίαν του πατρός μου εφ΄ υμάς» (Λουκ.24,45-49). Η πιο ελπιδοφόρα αναγγελία Του προς αυτούς ήταν η διαβεβαίωση πως «ιδού εγώ μεθ' υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος» (Ματθ.28,20) και «καθίσατε εν τη πόλει Ιερουσαλήμ έως ου ενδύσησθε δύναμιν εξ' ύψους» (Λουκ.24,49), προαναγγέλλοντας την επιδημία του Παναγίου Πνεύματος προς αυτούς και την Εκκλησία Του.

Την τεσσαρακοστή λοιπόν ημέρα, σύμφωνα με το Ευαγγέλιο του Λουκά, «εξήγαγε δε αυτούς (τους μαθητάς) έξω εις Βηθανίαν και επάρας τας χείρας αυτού ευλόγησεν αυτούς. Και εγένετο εν τω ευλογείν αυτόν αυτούς διέστη απ' αυτών και ανεφέρετο εις τον ουρανόν. Και αυτοί προσκυνήσαντες αυτόν υπέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ μετά χαράς μεγάλης και ήσαν δια παντός εν τω ιερώ αινούντες και ευλογούντες τον Θεόν» (Λουκ.24,50-53). Ο ευαγγελιστής Μάρκος, περιγράφοντας πιο λακωνικά το θαυμαστό και συνάμα συγκινητικό γεγονός, αναφέρει πως μετά από την ρητή αποστολή των μαθητών σε ολόκληρο τον κόσμο κηρύττοντας και βαπτίζοντας τα έθνη, «ανελήφθη εις τον ουρανόν και εκάθισεν εκ δεξιών του Θεού. Εκείνοι δε εξελθόντες εκήρυξαν πανταχού, του Κυρίου συνεργούντος και τον λόγον βεβαιούντος δια των επακολουθούντων σημείων» (Μαρκ.16,19-20).

Το μεγάλο γεγονός της Θείας Αναλήψεως έχει πραγματικά τεράστιες θεολογικές και σωτηριολογικές παραμέτρους για την Εκκλησία μας. Η Ανάληψη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού αποτελεί αναμφίβολα το θριαμβευτικό πέρας της επί γης παρουσίας Του και του απολυτρωτικού έργου Του. «Ανελήφθη εν δόξη» για να επιβεβαιώσει την θεία ιδιότητά Του στους παριστάμενους μαθητές Του. Για να τους στηρίξει έτι περισσότερο στον τιτάνιο πραγματικά αγώνα, που Εκείνος τους ανάθεσε, δηλαδή τη συνέχιση του σωτηριώδους έργου Του για το ανθρώπινο γένος.

Είναι αλήθεια πως και κατ' αυτήν τη θαυμαστή στιγμή οι απόστολοι δεν είχαν πλήρη συναίσθηση της αποστολής τους. Παρ' όλο ότι είχαν ζήσει συγκλονιστικά γεγονότα το τελευταίο διάστημα, τα άχραντα παθήματα του Διδασκάλου τους και βίωσαν την λαμπροφόρο Ανάστασή Του από τους νεκρούς, εν τούτοις δε μπόρεσαν να απαγκιστρωθούν από τη μικροεθνικιστική ιουδαϊκή περί Μεσσία αντίληψη. Γι' αυτό μπήκαν στον πειρασμό να πληροφορηθούν από Εκείνον, τη στιγμή που τους εγκατέλειπε για τον ουρανό, «Κύριε, ει εν τω χρόνω τούτω αποκαθιστάνεις την βασιλείαν τω Ισραήλ;» (Πραξ.1,6). Δεν είχαν συνειδητοποιήσει την παγκοσμιότητα του κηρύγματος του Ιησού, δεν αντιλήφθηκαν την πνευματική οικουμενική επανάσταση, που ήρθε να φέρει Αυτός στην ανθρωπότητα, απαλλαγμένη από κάθε μορφή κοσμικής εξουσίας, έχοντας χαρακτήρα αποκλειστικά διακονίας, προς τον πεσόντα άνθρωπο. Φαίνεται ότι λησμόνησαν την προτροπή του Διδασκάλου τους να αλλάξουν νοοτροπία και να μην σκέπτονται όπως ο εξουσιαστικός κόσμος «υμείς δε ουχ ούτως, αλλ' ο μείζων εν υμίν γινέσθω ως ο νεώτερος, και ο ηγούμενος ως ο διακονών. Τις γαρ μείζων, ο ανακείμενος ή ο διακονών; Ουχί ο ανακείμενος; Εγώ δε ειμί εν μέσω υμών ως ο διακονών. Υμείς δε εστέ οι διαμεμενηκότες μετ' εμού εν τοις πειρασμοίς μου» (Λουκ.22,26-27). Το παράδειγμα της διακονίας το έδωσε πλειστάκις ο Ίδιος ο Κύριος, ο Οποίος δεν ήρθε στον κόσμο «διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι» (Μάρκ.10,45). Με λόγους τρυφερότητας, συμπάθειας και αγάπης προς αυτούς τους απάντησε πως «ουχ υμών εστι γνώναι χρόνους ή καιρούς ους ο πατήρ έθετο εν τη ιδία εξουσία» (Πράξ.1,7), θέλοντας να τους εμπεδώσει τη διαχρονική και σώζουσα παρουσία της Εκκλησίας Του στον κόσμο. Εκείνο που τους χρειάζονταν ήταν η άνωθεν δύναμη και ο φωτισμός για να μυηθούν πλήρως στο μυστήριο της σωτηρίας του κόσμου. Τους έδωσε την ελπιδοφόρα αγγελία πως θα λάβουν «δύναμιν επελθόντος του αγίου Πνεύματος» και έτσι θα δυνηθούν να γίνουν «μάρτυρες (Αυτού) εν τε Ιερουσαλήμ και εν πάση τη Ιουδαία και Σαμαρεία και εως εσχάτου της γης» (Πράξ.1,8).

Ο ιερός συγγραφέας του βιβλίου των «Πράξεων των Αποστόλων» αναφέρει και κάτι άλλο πολύ σημαντικό, περιγράφοντας το θαυμαστό γεγονός της εις ουρανούς αναλήψεως του Κυρίου. «Βλεπόντων αυτών (των μαθητών) επήρθη, και νεφέλη υπέλαβεν αυτόν από των οφθαλμών αυτών. Και ατενίζοντες ήσαν εις τον ουρανόν πορευομένου αυτού, και ιδού άνδρες δύο παρειστήκεσαν αυτοίς εν εσθήτι λευκή, οί και είπον΄ άνδρες Γαλιλαίοι, τι εστήκατε εμβλέποντες εις τον ουρανόν; Ούτος ο Ιησούς ο αναληφθείς αφ' υμών εις τον ουρανόν, ούτως ελεύσεται, όν τρόπον εθεάσασθε αυτόν πορευόμενον εις τον ουρανόν» (Πράξ.1,9-11). Οι ουράνιοι διαμηνείς του θελήματος του Θεού άγγελοι βρέθηκαν για μια ακόμα φορά ανάμεσα σε ανθρώπους για να βεβαιώσουν το υπερφυσικό γεγονός της Αναλήψεως και να αναγγείλουν και κάτι άλλο: την επανέλευση του Κυρίου στη γη, η οποία θα γίνει τόσο ένδοξη και λαμπρή, όσο η Ανάληψη, όπως την βίωσαν οι παριστάμενοι απόστολοι.

Ο Κύριος Ιησούς Χριστός ανήλθε στους ουρανούς, αλλά δεν εγκατέλειψε το ανθρώπινο γένος, για το οποίο έχυσε το τίμιο Αίμα Του. Μπορεί να κάθισε στα δεξιά του Θεού στους ένδοξους ουρανούς, όμως η παρουσία Του εκτείνεται ως τη γη και ως τα έσχατα της δημιουργίας. Άφησε στη γη την Εκκλησία Του, η οποία είναι το ίδιο το αναστημένο, αφθαρτοποιημένο και θεωμένο σώμα Του, για να είναι το μέσον της σωτηρίας όλων των ανθρωπίνων προσώπων, που θέλουν να σωθούν. Νοητή ψυχή του σώματός Του είναι ο Θεός Παράκλητος, «το Πνεύμα της αλήθείας» ( Ιωάν. 15,26), ο Οποίος επεδήμησε κατά την αγία ημέρα της Πεντηκοστής σε αυτό, για να παραμείνει ως τη συντέλεια του κόσμου. Η σωτηρία συντελείται με την οργανική συσσωμάτωση των πιστών στο θεανδρικό Σώμα του Χριστού. Αυτό εννοούσε, όταν υποσχόταν στους μαθητές Του: «ιδού εγώ μεθ' υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος» (Ματθ.28,20).

O απόστολος Παύλος θέλοντας να τονίσει εμφαντικά το γεγονός της εις ουρανούς αναβάσεως του Χριστού και της παρρησίας Του στο θρόνο του Θεού Πατέρα, έγραψε πως Αυτός «διαθήκης καινής μεσίτης εστί, όπως, θανάτου γενομένου εις απολύτρωσιν των επί τη πρώτη διαθήκη παραβάσεων, την επαγγελίαν λάβωσιν οι κεκλημένοι της αιωνίου κληρονομίας» (Εβρ.9,15). Λάβαμε την «οικονομίαν της χάριτος» (Εφεσ.3,2), ως υπέρτατη δωρεά της υψώσεως Αυτού. Ο φαεινός θρόνος Του στους ένδοξους ουρανούς είναι στο εξής το σημείο συνάντησης Θεού και ανθρώπων, διότι ο Ίδιος διαβεβαίωσε πως «ουδείς έρχεται προς τον πατέρα ει μη δι' εμού» (Ιωάν.14,6).

Μέσα λοιπόν στην χαροποιό αναστάσιμη περίοδο προβάλλει η μεγάλη εορτή της Αναλήψεως για να μας χαροποιήσει έτι περισσότερο και να μας υπενθυμίσει πως η δοξασμένη επάνοδος του Λυτρωτή μας Χριστού στο θρόνο της Θεότητας απορρέει άπειρες σωτήριες δωρεές για την ανθρωπότητα και ολόκληρη τη δημιουργία. Αυτός ως ο δοξασμένος Θεάνθρωπος μετέχει ταυτόχρονα του κτιστού και του ακτίστου, καθιστάμενος έτσι ο σωτήριος σύνδεσμος μεταξύ Δημιουργού και δημιουργημάτων. Αυτή είναι η πεμπτουσία της σωτηρίας και το κεντρικό νόημα της μεγάλης εορτής!


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’
Ἀνελήφθης ἐν δόξῃ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, χαροποιήσας τοὺς Μαθητάς,
τῇ ἐπαγγελίᾳ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, βεβαιωθέντων αὐτῶν διὰ τῆς εὐλογίας,
ὅτι σὺ εἶ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ λυτρωτὴς τοῦ κόσμου.

Αναδημοσίευση κειμένου από: apostoliki-diakonia.gr
Περισσότερα...

Κυριακή 17 Μαΐου 2015

Κυριακή του Τυφλού


Στην ανάρτηση αυτή θα αναφερθούμε στο Ευαγγέλιο της Κυριακής του Τυφλού, σχολιάζοντας όσα μας αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης.

Η δειλία των γονέων

Κάποιο Σάββατο ο Κύριος στην Ιερουσαλήμ συνάντησε έναν άνθρωπο που είχε γεννηθεί τυφλός. Και αφού έφτιαξε πηλό με το σάλιο του, έχρισε με τον πηλό τα μάτια του τυφλού.


Δοκιμάζοντας όμως την πίστη του, δεν τον θεράπευσε αμέσως, αλλά του είπε: «Πήγαινε, νίψε στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ». Κι ο τυφλός υπάκουσε αμέσως. Και το θαύμα έγινε! Όσοι όμως τον έβλεπαν κατόπιν υγιή απορούσαν: «Δεν είναι αυτός ο τυφλός που ζητιάνευε;». Άλλοι έλεγαν «αυτός είναι», άλλοι όμως έλεγαν «είναι κάποιος που του μοιάζει». Εκείνος όμως τους διαβεβαίωνε ότι είναι ο ίδιος. Κι αυτοί έκπληκτοι απορούσαν: «Πώς θεραπεύτηκαν τα μάτια σου;». Κι εκείνος με θάρρος εξηγούσε, πώς έγινε το θαύμα.

Κι όταν κατόπιν τον οδήγησαν στους Φαρισαίους, άρχισε μία νέα ανάκριση: «Πώς βρήκες το φως σου;». Κι ενώ εκείνος τους εξήγησε, οι Φαρισαίοι δεν ήθελαν να το παραδεχθούν. Κάποιοι μάλιστα έλεγαν για τον Κύριο: «Αυτός δεν είναι απεσταλμένος του Θεού, διότι δεν τηρεί την αργία του Σαββάτου». Άλλοι όμως απαντούσαν: «Πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος αμαρτωλός να κάνει τέτοια μεγάλα θαύματα;». Κι άρχισαν πάλι να εξετάζουν τον τυφλό: «Εσύ τι λες γι’ αυτόν;». Κι αυτός τους είπε: «Εγώ λέω ότι είναι προφήτης».
Οι Φαρισαίοι όμως επιμένουν στην άρνηση. Γι’ αυτό φωνάζουν τους γονείς του και τους ρωτούν: «Αυτός είναι ο γυιος σας που λέτε ότι γεννήθηκε τυφλός; Και πώς τώρα βλέπει;». Οι γονείς όμως φοβισμένοι μήπως τους διώξουν από τη Συναγωγή απάντησαν: «Αυτός είναι ο γυιος μας και πράγματι τυφλός γεννήθηκε. Πώς όμως τώρα βλέπει, δεν ξέρουμε. Ώριμη ηλικία έχει, ρωτήστε τον.».

Οι γονείς λοιπόν αποφεύγουν να δώσουν σαφή απάντηση για το θαύμα. Φοβούνται και τρέμουν καθώς βλέπουν τους Φαρισαίους να μιλούν με θυμό και απειλές, για να τους εκφοβίσουν. Κι απαντούν μόνο στις δύο πρώτες ερωτήσεις τους. Στην τρίτη σιωπούν, ενώ ήταν βέβαιοι για το θαύμα και όφειλαν να απαντήσουν από ευγνωμοσύνη προς τον Κύριο που θεράπευσε το παιδί τους. Αλλά αυτοί τρομοκρατημένοι άφησαν τον γυιο τους μόνο του να σηκώσει το βάρος των απειλών των Φαρισαίων.

Η ιστορία αυτή επαναλήφθηκε πολλές φορές μέσα στην πορεία της Εκκλησίας. Το ίδιο συμβαίνει και στις μέρες μας, που τόσο μεγάλη πολεμική γίνεται εναντίον του Χριστού και της Εκκλησίας μας. Οι συκοφαντίες και οι κατηγορίες πολλές, οι έμμεσες απειλές ύπουλες και ο φόβος κάνει πολλούς να φοβούνται να πουν την αλήθεια για πολλά θέματα πίστεως, να δειλιάζουν να πάρουν θέση και μάλιστα ενώπιον ανθρώπων που κατέχουν κάποια μεγάλη θέση στην κοινωνία· για να μην εκτεθούν, για να μην κινδυνεύσει η σταδιοδρομία τους, για να τα έχουν καλά με όλους. Έτσι προδίδουν το πιστεύω τους και καταπατούν τη συνείδησή τους. Όσους φοβόμαστε να ομολογήσουμε αυτό που πιστεύουμε και να υπερασπιστούμε την Εκκλησία μας, θα μας αρνηθεί κι ο Κύριος κατά την φοβερή ημέρα της κρίσεως.


Η ομολογία του πρώην τυφλού

Οι Ιουδαίοι αναστατωμένοι φώναξαν και πάλι τον πρώην τυφλό και του είπαν: «Δόξασε τον Θεό, ομολογώντας ότι πλανήθηκες. Ο άνθρωπος που σε θεράπευσε είναι αμαρτωλός, αφού καταλύει την αργία του Σαββάτου».

Εκείνος όμως με παρρησία και θάρρος απάντησε: «Εάν ο άνθρωπος αυτός είναι αμαρτωλός δεν ξέρω. Ξέρω όμως πολύ καλά ότι ενώ ήμουν τυφλός, τώρα βλέπω».

Κι αυτοί ξαναρωτούν: «Πώς σου άνοιξε τα μάτια;». Κι εκείνος ακόμη πιο θαρρετά απαντά: «Λίγο πριν σας το είπα και δεν θελήσατε να το παραδεχθείτε. Γιατί τώρα θέλετε ν’ ακούσετε πάλι τα ίδια; Μήπως θέλετε κι εσείς να γίνετε μαθητές του; Κι έπειτα ο Θεός δεν ακούει τους αμαρτωλούς. Αλλά και ποτέ δεν ακούσθηκε, από τότε που έγινε ο κόσμος, ότι θεράπευσε κάποιος μάτια ανθρώπου που είχε γεννηθεί τυφλός».

Εκείνοι τώρα εξαγριωμένοι του λένε: «Εσύ γεννήθηκες βουτηγμένος στην αμαρτία και διδάσκεις εμάς;». Και τον έδιωξαν. Βρήκε όμως ο Κύριος τον πρώην τυφλό και του είπε: «Εσύ πιστεύεις στον Υιό του Θεού;». «Και ποιος είναι, Κύριε, για να τον πιστεύσω;», αποκρίθηκε εκείνος. Είπε τότε σ’ αυτόν ο Ιησούς: «Αυτός που σου μιλάει, εκείνος είναι». «Πιστεύω, Κύριε», απαντά με ειλικρίνεια ο πρώην τυφλός. Και Τον προσκύνησε ως Υιό του Θεού.

Είναι πραγματικά αξιοθαύμαστη η ομολογία του πρώην τυφλού. Η παρρησία του εκδηλώνεται ολοένα και πιο θαυμαστή. Ομολογεί αρχικώς γεμάτος ευγνωμοσύνη στους γνωστούς το θαύμα. Και, όταν οδηγείται μπροστά στους τυφλωμένους από την κακία Φαρισαίους, δεν κάμπτεται από τις απειλές τους και την ασφυκτική τους πίεση. Περιγράφει και πάλι το θαύμα και ομολογεί χωρίς να φοβάται ότι ο Ιησούς είναι προφήτης. Κι όταν οι Φαρισαίοι απαιτούν να ομολογήσει ότι πλανήθηκε, αυτός ακάθεκτος επιμένει στην αλήθεια. Και τελικά προτιμά να φύγει μακριά τους, μένοντας σταθερός στην ομολογία του, ό,τι κι αν αυτό θα του κοστίσει.

Και μας διδάσκει ο άνθρωπος αυτός, ο πρώην τυφλός, να ομολογούμε κι εμείς την αλήθεια με θάρρος, με ενθουσιασμό και καύχηση, όπου και όταν μας το ζητάει αυτό ο Κύριος. Και γιατί να το κάνουμε αυτό; Διότι ο Χριστός μας άνοιξε τα τυφλά μάτια της ψυχής, μας έμαθε να ζούμε, να πορευόμαστε, να ελπίζουμε. Γεμάτοι ευγνωμοσύνη λοιπόν κι εμείς να ομολογούμε τον ευεργέτη μας. Είναι προτιμότερο να μείνουμε απομονωμένοι ομολογώντας την αλήθεια, παρά να είμαστε φίλοι όλου του κόσμου συμβιβασμένοι με το ψέμα. Και ο Χριστός θα μας ευλογήσει. Θα μας ομολογήσει ως παιδιά του αγαπημένα και θα μας καταστήσει πολίτες της Βασιλείας του.

Αναδημοσίευση κειμένου από: xfd.gr
Περισσότερα...

Παρασκευή 8 Μαΐου 2015

Κυριακή της Σαμαρείτιδος


Σε αυτή την ανάρτηση θα αναφερθούμε στην Ε' Κυριακή από το Πάσχα, την Κυριακή που είναι αφιερωμένη στη Σαμαρείτιδα, μέσα από ένα απόσπασμα ομιλίας του Γρηγορίου του Παλαμά.

Όλη αυτή τη περίοδο που διανύουμε τώρα, επεκτεινομένη σε πενήντα μέρες, εορτάζομε την από τους νεκρούς ανάσταση του Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού, δεικνύοντας με αυτή τη παράταση την υπεροχή της απέναντι στις άλλες εορτές.


Πραγματικά όλοι όσοι αναστήθηκαν από τους νεκρούς αναστήθηκαν από άλλους και, αφού πέθαναν πάλι, επέστρεψαν στη γη. Ο δε Χριστός, αφού αναστήθηκε από τους νεκρούς, δεν κυριεύεται πλέον καθόλου από το θάνατο, γιατί δεν επέστρεψε πάλι στη γη, αλλά ανέβηκε στον ουρανό, καθιστώντας το φύραμά μας που είχε λάβει ομόθρονο με το Πατέρα ως ομόθεο.

Είναι ο μόνος που έγινε αρχή της μελλοντικής αναστάσεως όλων και πρωτότοκος από τους νεκρούς και πατέρας του μέλλοντος αιώνος.


Και όπως όλοι αμαρτωλοί και δίκαιοι, πεθαίνουν στον Αδάμ, έτσι στο Χριστό θα ζωοποιηθούν όλοι, αμαρτωλοί και δίκαιοι, αλλά ο καθένας στη τάξη του. Όταν καταργήσει κάθε αρχή και εξουσία και δύναμη και θέσει όλους τους εχθρούς του κάτω από τα πόδια του, τελευταίος εχθρός που θα καταργηθεί είναι ο θάνατος, κατά τη κοινή ανάσταση.

Ο Κύριος κηρύττοντας το ευαγγέλιο της βασιλείας πριν από το πάθος, δεικνύει στους μαθητές ότι η εκλογή των αξίων της πίστεως δεν θα γίνει μόνο ανάμεσα στους Ιουδαίους, αλλά και ανάμεσα στους Εθνικούς, στη σημερινή περικοπή του ευαγγελίου.

Έρχεται ο Κύριος σε μια πόλη της Σαμάρειας που λέγεται Σιχάρ. (Σαμάρεια ονομάσθηκε η πόλη που έκτισε το 880 π.Χ. ο βασιλιάς του Ισραήλ, Αμβρί, έπειτα το όρος Σομόρ που ήταν η ακρόπολή της και τέλος όλο το βόρειο βασίλειο του Ισραήλ, που καταλύθηκε από τους Ασσυρίους το 721 π.Χ. και ο ηγεμόνας τους εγκατέστησε εκεί εθνικούς από πολλά μέρη)

Εκεί ήταν η πηγή του Ιακώβ, το πηγάδι που εκείνος είχε ανοίξει. Κουρασμένος ο Κύριος από την οδοιπορία κάθισε μόνος του δίπλα από το πηγάδι και κάτω αφελώς, γιατί οι μαθητές του πήγαν να αγοράσουν τροφές. Έρχεται εκεί μια γυναίκα από τη Σαμάρεια να πάρει νερό και ο Κύριος διψώντας ως άνθρωπος, της ζήτησε νερό

Αυτή αντελήφθηκε από την εμφάνισή του ότι ήταν Ιουδαίος και θαύμασε πως ένας Ιουδαίος ζητά νερό από την εθνική Σαμαρείτιδα. Αν γνώριζες, της είπε, τη δωρεά του Θεού, ποιός είναι αυτός που σου ζητά να πιεί νερό, εσύ θα του ζητούσες και θα σου έδινε ζωντανό νερό. Ο Κύριος επιβεβαίωσε ότι αν γνώριζε θα γινόταν μέτοχος πραγματικά ζωντανού νερού, όπως έπραξε και απόλαυσε αργότερα όταν το έμαθε, ενώ το συνέδριο των Ιουδαίων που έμαθαν σαφώς, έπειτα εσταύρωσαν τον Κύριο της δόξης. Δωρεά του Θεού είναι, επειδή θεωρεί αγαπητούς όλους ακόμα και τους μισητούς από του Ιουδαίους εθνικούς και προσφέρει τον εαυτό του και καθιστά τους πιστούς σκεύη δεκτικά της Θεότητός του.

Η Σαμαρείτιδα δεν κατάλαβε το μεγαλείο του ζωντανού νερού, απορεί που θα βρεί νερό χωρίς κουβά σε ένα βαθύ πηγάδι. Έπειτα επιχειρεί να τον συγκρίνει με τον Ιακώβ, που τον αποκαλεί πατέρα, εξυμνώντας το γένος από το τόπο και εξαίρει το νερό με τη σκέψη ότι δεν μπορεί να βρεθεί καλύτερο. Όταν όμως άκουσε ότι το ''νερό που θα σου δώσω'' θα γίνει πηγή που τρέχει προς αιώνια ζωή, άφησε λόγο ψυχής που ποθεί και οδηγείται προς τη πίστη και ζήτησε να το λάβει για να μη ξαναδιψήσει. Ο Κύριος θέλοντας να αποκαλύπτεται λίγο λίγο, της λέγει να φωνάξει τον άνδρα της, γνωρίζοντάς της πόσους άνδρες είχε και αυτόν που έχει τώρα δεν είναι δικός της. Εκείνη όμως δεν στενοχωρείται από τον έλεγχο, αλλά αμέσως καταλαβαίνει ότι ο Κύριος είναι προφήτης και του ζητά εξηγήσεις σε ψηλά ζητήματα.

Βλέπετε πόση είναι η μακροθυμία και η φιλομάθεια αυτής της γυναίκας; Πόση συλλογή και γνώση είχε στη διάνοιά της, πόση γνώση της θεόπνευστης Γραφής; Και αμέσως τον ρωτά που πρέπει να λατρεύεται σωστά ο Θεός, εδώ σ' αυτό το τόπο ή στα Ιεροσόλυμα; Και τότε παίρνει τη απάντηση, ότι έρχεται η ώρα οπότε ούτε στο όρος αυτό ούτε στα Ιεροσόλυμα θα προσκυνήτε τον Πατέρα. Της γνωρίζει μάλιστα ότι η σωτηρία είναι από τους Ιουδαίους, δεν είπε θα είναι, στο μέλλον, γιατί ήταν αυτός ο ίδιος. Έρχεται ώρα και είναι τώρα που οι αληθινοί προσκυνητές θα προσκυνούν το Πατέρα κατά Πνεύμα και αλήθεια.

Γιατί ο ύψιστος και προσκυνητός Πατέρας, είναι Πατέρας αυτοαληθείας, δηλαδή του μονογενούς Υιού και έχει Πνεύμα αληθείας, το Πνεύμα το άγιο και αυτοί που τον προσκυνούν, το πράττουν έτσι διότι ενεργούνται δι' αυτών. Ο Κύριος απομακρύνει κάθε σωματική έννοια τόπο και προσκύνηση, λέγοντας: "Πνεύμα ο Θεός και αυτοί που τον προσκυνούν πρέπει να τον προσκυνούν κατα Πνεύμα και αλήθεια". Ως πνεύμα που είναι ο Θεός είναι ασώματος, το δε ασώματο δεν ευρίσκεται σε τόπο ούτε περιγράφεται με τοπικά όρια. Ως ασώματος ο Θεός δεν είναι πουθενά, ως Θεός δε είναι παντού, ως συνέχων και περιέχων το πάν.

Παντού είναι ο Θεός όχι μόνο εδώ στη γη αλλά και υπεράνω της γης, Πατήρ ασώματος και κατά τον χρόνο και σε τόπο αόριστος.

Βέβαια και η ψυχή και ο άγγελος είναι ασώματα, δεν είναι όμως σε τόπο, αλλά δεν είναι και παντού, γιατί δεν συνέχουν το σύμπαν αλλά αυτά έχουν ανάγκη του συνέχοντος.

Η Σαμαρείτιδα καθώς άκουσε από το Χριστό αυτά τα εξαίσια και θεοπρεπή λόγια, αναπτερωμένη, μνημονεύει τον προσδοκώμενο και ποθούμενο Μεσσία, τον λεγόμενο Χριστό που όταν έρθει θα μας τα διδάξει όλα. Βλέπετε πως ήταν ετοιμότατη για την πίστη; Από που θα γνώριζε τούτο, αν δεν είχε μελετήσει τα προφητικά βιβλία με πολλή σύνεση; Έτσι προλαβαίνει περί του Χριστού ότι θα διδάξει όλη την αλήθεια. Μόλις την είδε ο Κύριος τόσο θερμή της λέγει απροκάλυπτα: Εγώ είμαι ο Χριστός, που σου μιλώ. Εκείνη γίνεται αμέσως εκλεκτή ευαγγελίστρια και αφήνοντας τη υδρία και το σπίτι της τρέχει και παρασύρει όλους τους Σαμαρείτες πρός το Χριστό και αργότερα με τον υπόλοιπο φωτοειδή βίο της (ως Αγία Φωτεινή) σφραγίζει με το μαρτύριο την αγάπη της προς τον Κύριο.
Αναδημοσίευση κειμένου από: monipetraki.gr
Περισσότερα...

Τετάρτη 6 Μαΐου 2015

Η Μεσοπεντηκοστή

Σε λίγους πιστούς είναι γνωστή η εορτή της Μεσοπεντηκοστής, με την οποία θα ασχοληθούμε σήμερα. Εκτός από τους ιερείς και μερικούς άλλους χριστιανούς, που έχουν ένα στενότερο σύνδεσμο με την Εκκλησία μας, οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν καν την ύπαρξί της.

Λίγοι είναι εκείνοι που εκκλησιάζονται κατ’ αυτήν, και περισσότεροι δεν υποπτεύονται καν ότι την Τετάρτη μετά την Κυριακή του Παραλύτου πανηγυρίζει η Εκκλησία μία μεγάλη δεσποτική εορτή, την εορτή της Μεσο- πεντηκοστής.

Και όμως κάποτε η εορτή της Μεσοπεντηκοστής ήταν η μεγάλη εορτή της Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, και συνέτρεχαν κατ αυτή στον μεγάλο ναό πλήθη λαού. Δεν έχει κανείς παρά να ανοίξη την Έκθεσι της Βασιλείου Τάξεως (Κεφ. 26) του Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου, για να ιδή το επίσημο τυπικό του εορτασμού, όπως ετελείτο μέχρι την Μεσοπεντηκοστή του έτους 903 στον ναό του Αγίου Μωκίου στην Κωνσταντινούπολι, μέχρι δηλαδή την ημέρα που έγινε η απόπειρα κατά της ζωής του αυτοκράτορος Λέοντος ΣΤ’ του Σοφού (11 Μαΐου 903). Εκεί υπάρχει μία λεπτομερής περιγραφή του λαμπρού πανηγυρισμού, που καταλαμβάνει ολόκληρες σελίδες, και καθορίζει με την γνωστή παράξενη βυζαντινή ορολογία, πως ο αυτοκράτωρ το πρωϊ της εορτής με τα επίσημα βασιλικά του ενδύματα και την συνοδεία του, ξεκινούσε από το ιερό παλάτιο για να μεταβή στον ναό του Αγίου Μωκίου, όπου θα ετελείτο η θεία λειτουργία. Σε λίγο έφθανε η λιτανεία με επί κεφαλής τον πατριάρχη, και βασιλεύς και πατριάρχης εισήρχοντο επισήμως στον ναό. Η θεία λειτουργία ετελείτο με την συνήθη στις μεγάλες εορτές βυζαντινή μεγαλοπρέπεια. Μετά από αυτήν ο αυτοκράτωρ παρέθετε πρόγευμα, στο οποίο παρεκάθητο και ο πατριάρχης. Και πάλι ο βασιλεύς υπό τις επευφημίες του πλήθους «Εις πολλούς και αγαθούς χρόνους ο Θεός αγάγει την βασιλείαν υμών», και με πολλούς ενδιαμέσους σταθμούς επέστρεφε στο ιερόν παλάτιον.

Αλλά και στα σημερινά μας λειτουργικά βιβλία, στο Πεντηκοστάριο, βλέπει κανείς τα ίχνη της παλαιάς της λαμπρότητος. Παρουσιάζεται σαν μία μεγάλη δεσποτική εορτή, με τα εκλεκτά της τροπάρια και τους διπλούς της κανόνες, έργα των μεγάλων υμνογράφων, του Θεοφάνους και του Ανδρέου Κρήτης, με τα αναγνώσματά της και την επίδρασί της στις προ και μετά από αυτήν Κυριακές, και με την παράτασι του εορτασμού της επί οκτώ ημέρες κατά τον τύπο των μεγάλων εορτών του εκκλησιαστικού έτους.

Ποιό όμως είναι το θέμα της ιδιορρύθμου αυτής εορτής; Όχι πάντως κανένα γεγονός της ευαγγελικής ιστορίας. Το θέμα της είναι καθαρά εορτολογικό και θεωρητικό.

Η Τετάρτη της Μεσοπεντηκοστής είναι η 25η από του Πάσχα και η 25η προ της Πεντηκοστής ημέρα. Σημειώνει δηλ. το μέσον της περιόδου των 50 μετά το Πάσχα εορτασίμων ημερών. Είναι δηλαδή ένας σταθμός, μία τομή. Ωραία το τοποθετεί το πρώτο τροπάριο του εσπερινού της εορτής:

«Πάρεστιν η μεσότης ημερών,
των εκ σωτηρίου αρχομένων εγέρσεως
Πεντηκοστή δε τη θεία σφραγιζομένων,
και λάμπει τας λαμπρότητας
αμφοτέρωθεν έχουσα
και ενούσα τας δύο
και παρείναι την δόξαν προφαίνουσα
της δεσποτικής αναλήψεως σεμνύνεται».

Χωρίς δηλαδή να έχη δικό της θέμα η ημέρα αυτή, συνδυάζει τα θέματα, του Πάσχα αφ ενός και της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος αφ ετέρου, και «προφαίνει» την δόξαν της αναλήψεως του Κυρίου, που θα εορτασθή μετά από 15 ημέρες. Ακριβώς δε αυτό το μέσον των δύο μεγάλων εορτών έφερνε στο νου και ένα εβραϊκό επίθετο του Κυρίου, το «Μεσσίας». Μεσσίας στα ελληνικά μεταφράζεται Χριστός. Αλλά ηχητικά θυμίζει το μέσον. Έτσι και στα τροπάρια και στο συναξάριο της ημέρας, η παρετυμολογία αυτή γίνεται αφορμή να παρουσιασθή ο Χριστός σαν Μεσσίας – μεσίτης Θεού και ανθρώπων, «μεσίτης και διαλλάκτης ημών και του αιωνίου αυτού Πατρός». «Δια ταύτην την αιτίαν την παρούσαν εορτήν εορτάζοντες και Μεσοπεντηκοστήν ονομάζοντες, τον Μεσσίαν τε ανυμνούμεν Χριστόν», σημειώνει ο Νικηφόρος Ξανθόπουλος στο συναξάριο. Σ’ αυτό βοήθησε και η ευαγγελική περικοπή, που εξελέγη για την ημέρα αυτή (Ιω. 7, 14-30). Μεσούσης της εορτής του Ιουδαϊκού Πάσχα, ο Χριστός ανεβαίνει στο ιερό και διδάσκει. Η διδασκαλία Του προκαλεί τον θαυμασμό, αλλά και ζωηρά αντιδικία μεταξύ αυτού και του λαού και των διδασκάλων.

Είναι Μεσσίας ο Ιησούς η δεν είναι; Είναι η διδασκαλία του Ιησού εκ Θεού η δεν είναι; Νέο λοιπόν θέμα προστίθεται: ο Χριστός είναι διδάσκαλος. Αυτός που ενώ δεν έμαθε γράμματα, κατέχει το πλήρωμα της σοφίας, γιατί είναι η Σοφία του Θεού, η κατασκευάσασα τον κόσμον. Ακριβώς από αυτόν τον διάλογο εμπνέεται μεγάλο μέρος της υμνογραφίας της εορτής. Εκείνος που διδάσκει στον ναό, στο μέσον των διδασκάλων του Ιουδαϊκού λαού, στο μέσον της εορτής, είναι ο Μεσσίας, ο Χριστός, ο Λόγος του Θεού. Αυτός που αποδοκιμάζεται από τους δήθεν σοφούς του λαού Του, είναι η του Θεού Σοφία. Εκλέγομε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά τροπάρια, το δοξαστικό των αποστίχων του εσπερινού του πλ. δ’ ήχου:

Μεσούσης της εορτής
διδάσκοντός σου, Σωτήρ,
έλεγον οι Ιουδαίοι.
Πως ούτος οίδε γράμματα, μη μεμαθηκώς;
αγνοούντες ότι συ ει η Σοφία
η κατασκευάσασα τον κόσμον.
Δόξα σοι».

Λίγες σειρές πιο κάτω στο Ευαγγέλιο του Ιωάννου, αμέσως μετά την περικοπή που περιλαμβάνει τον διάλογο του Κυρίου με τους Ιουδαίους «Της εορτής μεσούσης», έρχεται ένας παρόμοιος διάλογος, που έλαβε χώραν μεταξύ Χριστού και των Ιουδαίων «τη εσχάτη ημέρα τη μεγάλη της εορτής», δηλαδή κατά την Πεντηκοστή. Αυτός αρχίζει με μία μεγαλήγορο φράσι του Κυρίου. «Εάν τις διψά, ερχέσθω προς με και πινέτω.ο πιστεύων εις εμέ, καθώς είπεν η γραφή, ποταμοί εκ της κοιλίας αυτού ρεύσουσιν ύδατος ζώντος» (Ιω. 7, 37-38). Και σχολιάζει ο Ευαγγελιστής. «Τούτο δε είπε περί του Πνεύματος, ου έμελλον λαμβάνειν οι πιστεύοντες εις αυτόν» (Ιω. 7, 39). Δεν έχει σημασία ότι οι λόγοι αυτοί του Κυρίου δεν ελέχθησαν κατά την Μεσοπεντηκοστή, αλλά λίγες ημέρες αργότερα. Ποιητική αδεία μπήκαν στο στόμα του Κυρίου στην ομιλία Του κατά την Μεσοπεντηκοστή. Ταίριαζαν εξ άλλου τόσο πολύ με το θέμα της εορτής. Δεν μπορούσε να βρεθή πιο παραστατική εικόνα για να δειχθή ο χαρακτήρ του διδακτικού έργου του Χριστού. Στο διψασμένο ανθρώπινο γένος, η διδασκαλία του Κυρίου ήλθε σαν ύδωρ ζων, σαν ποταμός χάριτος που εδρόσισε το πρόσωπο της γης. Ο Χριστός είναι η πηγή της χάριτος, του ύδατος του αλλομένου εις ζωήν αιώνιον, που ξεδιψά και αρδεύει τις συνεχόμενες από βασανιστική δίψα ψυχές των ανθρώπων. Που μεταβάλλει τους πίνοντας σε πηγές.«Ποταμοί εκ της κοιλίας αυτού ρεύσουσι ύδατος ζώντος» (Ιω. 7, 38). «Και γενήσεται αυτώ πηγή ύδατος αλλομένου εις ζωήν αιώνιον», είπε στην Σαμαρείτιδα (Ιω. 4, 14). Που μετέτρεψε την έρημο του κόσμου σε θεοφύτευτο παράδεισο αειθαλών δένδρων φυτευμένων παρά τας διεξόδους των υδάτων του αγίου Πνεύματος. Το γόνιμο αυτό θέμα έδωσε νέες αφορμές στην εκκλησιαστική ποίησι και στόλισε την εορτή της Μεσοπεντηκοστής με εξαιρέτους ύμνους.

Διαλέγομε τρεις, τους πιο χαρακτηριστικούς: Το κάθισμα του πλ. δ’ ήχου προς το «Την Σοφίαν και Λόγον», που ψάλλεται μετά την γ’ ωδή του κανόνος στην ακολουθία του όρθρου:
«Της σοφίας το ύδωρ και της ζωής
αναβρύζων τω κόσμω, πάντας, Σωτήρ,
καλείς του αρύσασθαι
σωτηρίας τα νάματα·
τον γαρ θείον νόμον σου
δεχόμενος άνθρωπος,
εν αυτώ σβεννύει
της πλάνης τους άνθρακας.

Όθεν εις αιώνας
ου διψήσει, ου λήξει,
του κόρου σου δέσποτα, βασιλεύ επουράνιε.
Δια τούτο δοξάζομεν
το κράτος σου, Χριστέ ο Θεός,
των πταισμάτων άφεσιν αιτούμενοι,
καταπέμψαι πλουσίως
τοις δούλοις σου».

Το απολυτίκιο και το κοντάκιο της εορτής, το πρώτο του πλ. δ’ και το δεύτερο του δ’ ήχου:
«Μεσούσης της εορτής
διψώσάν μου την ψυχήν,
ευσεβείας πότισον νάματα·
ότι πάσι, Σωτήρ εβόησας·
Ο διψών ερχέσθω προς με και πινέτω.
Η πηγή της ζωής, Χριστέ ο Θεός, δόξα σοι».

«Της εορτής της νομικής μεσαζούσης,
ο των απάντων ποιητής και δεσπότης,
προς τους παρόντας έλεγες, Χριστέ ο Θεός·
Δεύτε και αρύσασθαι ύδωρ αθανασίας.
Όθεν σοι προσπίπτομεν και πιστώς εκβοώμεν·
Τους οικτιρμούς σου δώρησαι ημίν,
συ γαρ υπάρχεις πηγή της ζωής ημών».

Και τέλος το απαράμιλλο εξαποστειλάριο της εορτής:

«Ο τον κρατήρα έχων
των ακενώτων δωρεών,
δος μοι αρύσασθαι ύδωρ
εις άφεσιν αμαρτιών·
ότι συνέχομαι δίψη,
εύσπλαγχνε μόνε οικτίρμον».

Αυτή με λίγα λόγια είναι η εορτή της Μεσοπεντηκοστής. Η έλλειψις ιστορικού υποβάθρου, της στέρησε τον απαραίτητο εκείνο λαϊκό χαρακτήρα, που θα την έκανε προσφιλή στον πολύ κόσμο. Και το εντελώς θεωρητικό της θέμα δεν βοήθησε τους χριστιανούς, που δεν είχαν τις απαραίτητες θεολογικές προϋποθέσεις, να ξεπεράσουν την επιφάνεια και να εισδύσουν στην πανηγυριζόμενη δόξα του διδασκάλου Χριστού, της Σοφίας και Λόγου του Θεού, της πηγής του ακενώτου ύδατος. Συνέβη με αυτή, κάτι ανάλογο με εκείνο που συνέβη με τους περιφήμους ναούς της του Θεού Σοφίας, που αντί να τιμώνται στο όνομα του Χριστού ως Σοφίας του Θεού, προς τιμήν του οποίου ανηγέρθησαν, κατήντησαν, για τους ιδίους λόγους, να πανηγυρίζουν στην εορτή της Πεντηκοστής, ή του αγίου Πνεύματος, ή της αγίας Τριάδος, ή των Εισοδίων, ή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ή και αυτής της μάρτυρος Σοφίας και των τριών θυγατέρων της, Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης.

Αναδημοσίευση κειμένου από: athos.edo.gr
Περισσότερα...

Κυριακή 3 Μαΐου 2015

Κυριακή του Παραλύτου



Σκέψεις στο Ευαγγέλιο της Κυριακής του Παραλύτου για «Το Έγκλημα της ανθρωπότητας», από τον π. Γεώργιο Αλεντά.

Ένας παράλυτος τριανταοκτώ χρόνια φωνάζει: Βοήθεια! Κανένας δεν τον ακούει. Η φωνή του πέφτει στο κενό. Ο καθένας κοιτάζει τη βολή του…




Και ο παράλυτος του Ευαγγελίου της τετάρτης Κυριακής από το Πάσχα, ζούσε διπλό δράμα. Όχι μόνο την παράλυση του μα και την εγκατάλειψη του κόσμου. Γνωστοί, φίλοι, συγγενείς, οι πάντες, τον είχαν εγκαταλείψει! Γι' αυτό, όταν τον ρώτησε ο Χριστός αν ήθελε να γίνει καλά, του είπε με παράπονο, ναι, μα δεν έχω άνθρωπο για να με βοηθήσει. Φωνάζω: Βοήθεια, κανείς δε μ’ ακούει.

Αυτή είναι η δραματική φωνή του ανθρώπου σε όλους τους αιώνες και ιδιαίτερα σήμα κατατεθέν της εποχής μας... Φωνάζει βοήθεια, ο άνθρωπος, και ο ήχος πέφτει στο κενό. Παρά την πρόοδο, παρά τις πολυσύχναστες πόλεις, παρά τις καταπληκτικές επιστημονικές προόδους, ο άνθρωπος μένει μόνος, μένει αβοήθητος. Ο καθένας μας ζει μόνο για τον εαυτό του. Απομονωμένοι και διασπασμένοι από το σύνολο των ανθρώπων, ζούμε μέσα σε μια απέραντη εγωκεντρική μοναξιά. Συστεγαζόμαστε και συνεργαζόμαστε. Αγκαλιαζόμαστε και διασκεδάζουμε. Τρέχουμε μαζί στις γιορτές και τα πανηγύρια. Ζούμε και κινούμαστε πάντα στην πολυκοσμία. Τίποτε όμως το ουσιαστικό. Όλα γίνονται, σχεδόν, συμβατικά, επιφανειακά. Χωρίς ειλικρίνεια. Χωρίς ανθρωπιά. Χωρίς Θεό.

Και ο άνθρωπος, για να σπάσει την απομόνωση του, ψάχνει σε υποκατάστατα. Τρέχει δεξιά κι αριστερά, για να μην τρελαθεί. Τρέχει στα ναρκωτικά, στοιβάζεται στα ποικιλώνυμα κέντρα και προσπαθεί μέσα στον εκκωφαντικό θόρυβο τους να σπάσει τη μοναξιά του, προσπαθεί από διάφορες, ύποπτες και παραπλανητικές οργανώσεις να βρει μια ισορροπία στον εαυτό του, ψάχνει… ψάχνει… ψάχνει και λύση, δε βρίσκει. Γι' αυτό και φωνάζει συνέχεια: Βοήθεια!

«Άνθρωπο δεν έχω», φωνάζει η επιστήμη, παρ' ότι έχει μεγάλους εγκέφαλους. Και φωνάζει γιατί καταντήσαμε να κυριαρχούν επιστήμονες παράφρονες με πειράματα που και τα μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας θα ζήλευαν, που επεμβαίνουν στην ανθρώπινη προσωπικότητα και ζωή χωρίς καμιά αιδώ, χωρίς κανένα σεβασμό. Που βλέπουν τον άνθρωπο σαν ένα απλό πειραματόζωο, κάτι σαν τα ποντίκια και τίποτα παραπάνω…

«Άνθρωπο δεν έχω», φωνάζει η πολιτεία, γιατί χάθηκε το πνεύμα της θυσίας, χάθηκε η ανωτερότητα, χάθηκε η αιδώς. Και όλοι εμείς μένουμε απροστάτευτοι στα χέρια πειραματιζόμενων ταχυδακτυλουργών και ακόμα χειρότερα άβουλα πρόβατα σε κακούς τσοπάνηδες.

«Ανθρώπους ουκ έχω», φωνάζει και η Εκκλησία, για να θυσιάζονται για το ποίμνιο τους.

«Άνθρωπο ουκ έχω», φωνάζουν, σχεδόν, όλοι οι θεσμοί, που κινδυνεύουν ν' απομείνουν ιστορικά μουσεία. Ζητείται, λοιπόν, άνθρωπος. Ζητείται βοήθεια. Είναι σαν το Διογένη που γύριζε μέρα μεσημέρι με το φανάρι μέσα στον κόσμο, την πολυκοσμία και φώναζε «άνθρωπον ζητώ!».

Και όμως, δεν είναι μόνο έτσι τα πράγματα. Δεν υπάρχει μόνο το μαύρο, μόνο το σκοτάδι. Υπάρχει και το φως. Μόνο που πρέπει ν’ ανοίξουμε τα μάτια μας για να το δούμε. Να δούμε τον εαυτό μας κάτω απ’ αυτό το φως, να δούμε το ξεστράτισμά μας, να δούμε πως πουθενά δεν μας βγάζει ο δρόμος που τραβάμε! Να ξεκόψουμε απ’ τα εφήμερα και τα παροδικά, αυτό το ναρκισσισμό μας, και να στρέψουμε την προσοχή μας στο αιώνιο και το διαρκές.

Μας γράφει ο φωτισμένος θεολόγος του 20ου αιώνα μακαριστός π. Αλέξανδρος Σμέμαν: «…Σ' αυτή λοιπόν τη συγκεκριμένη ευαγγελική ιστορία, τι είναι αιώνιο και διαρκές; Στο κέντρο της βρίσκονται σαφώς τα λόγια του παραλύτου προς το Χριστό, "άνθρωπον ουκ έχω". Αυτή είναι στ' αλήθεια η κραυγή του ανθρώπου που φτάνει στο σημείο να γνωρίσει την τρομακτική δύναμη του ανθρώπινου εγωισμού και ναρκισσισμού. Ο καθένας για τον εαυτό του. Ψάχνοντας για το νούμερο ένα. Όλοι αυτοί, όλο αυτό το πλήθος των τυφλών, αρρώστων, παραλύτων, των "εκδεχομένων την του ύδατος κίνησιν", που μ' άλλα λόγια περιμένουν για βοήθεια, φροντίδα, θεραπεία, παρηγοριά. Ο καθένας όμως περιμένει μόνος του· για τον εαυτό του. Και όταν τα νερά ταράσσονται, όλοι σπρώχνονται ξεχνώντας ο ένας τον άλλο... Από την άποψη του ευαγγελίου, αυτή η "κολυμβήθρα" είναι φυσικά μια εικόνα του κόσμου, μια εικόνα της ανθρώπινης κοινωνίας, ένα σύμβολο της ίδιας της οργάνωσης της ανθρώπινης συνείδησης.

Φυσικά, μέσα στον κόσμο μπορούμε να βρούμε πολλά παραδείγματα ανθρώπων που ξεπερνούν τον εγωισμό, παραδείγματα καλοσύνης και αυτοθυσίας. Όμως κι όταν ακόμη κάποιος έχει εμφανώς ξεπεράσει τον προσωπικό εγωισμό, τον κρατά ακόμη φυλακισμένο η κατηγορία "δικό μου". Μπορεί να έχει υπερβεί το δεσμό με τον εαυτό του ως άτομο, αλλά τότε έρχεται η οικογένεια "του" και για την οικογένεια "του", επειδή "αν δεν παινέψεις το σπίτι σου θα πέσει να σε πλακώσει". Κι αν δεν είναι η οικογένεια είναι η ομάδα "του" ή η χώρα "του". Κι αν δεν είναι αυτό, τότε έρχεται η κοινωνική "του" τάξη, ή το πολιτικό "του" κόμμα. Το δικό του, πάντα το δικό του! Αυτό δε το "δικό του" αντιτίθεται σταθερά σε κάποιο άλλο, που εξ ορισμού είναι ξένο και εχθρικό. Μας λένε πως έτσι δουλεύει ο κόσμος, τι μπορείς να κάνεις; Αυτή όμως είναι πράγματι η έσχατη, αντικειμενική και επιστημονική αλήθεια για το πρόσωπο και την ανθρώπινη ζωή;…

Δεν αισθανόμαστε πλέον, έστω και ασυνείδητα, ασφυξία σ' έναν κόσμο πνιγμένο στο παμφάγο εγώ. Έχουμε τόσο συνηθίσει στο αίμα. στο μίσος, στη βία, και τουλάχιστον στην αδιαφορία... Ένας πολύ νέος, μάλλον παιδί, άφησε ένα σημείωμα και κατόπιν αυτοκτόνησε: "Δε θέλω να ζήσω σ' έναν κόσμο όπου όλοι παίζουν ένα βρώμικο παιχνίδι...". Όλα αυτά τον έπνιγαν, δεν μπορούσε πλέον να τα υποφέρει. Σταδιακά όμως υποχρεωνόμαστε να τα δεχθούμε ως κανονικά, και παύουμε να βιώνουμε την τρομακτικότατα της φρίκης του εγωκεντρισμού... Όλοι αυτοί οι άρρωστοι, αβοήθητοι. παράλυτοι άνθρωποι είναι κατεξοχήν άρρωστοι από έναν αθεράπευτο ναρκισσισμό. Αυτό κάνει έναν άνθρωπο να φωνάζει: "άνθρωπον ουκ έχω!" Δεν υπάρχει κανείς! Αυτό σημαίνει πως ένα πρόσωπο έρχεται σε ύπαρξη όταν ξεπερνιέται ο ναρκισσισμός· σημαίνει πως οι άνθρωποι είναι πάνω απ' όλα πρόσωπα στραμμένα προς τους άλλους, μάτια που κοιτάζουν γεμάτα με στοργή και αγάπη τα μάτια του άλλου προσώπου. Είναι αγάπη, συμπόνια και φροντίδα. Το ευαγγέλιο μας λέει επίσης πώς αυτή η καινούρια και αυθεντική ανθρώπινη ύπαρξη μάς έχει αποκαλυφθεί, μάς έχει έρθει "εν Χριστώ". "Εν Αυτώ". Αυτός που έρχεται στον μοναχικό και χρονίως πάσχοντα παράλυτο δεν είναι ξένος, αλλά "δικός του"· έρχεται για να αναλάβει και να κάνει δικά Του τα βάσανα του αρρώστου, για να κάνει τη ζωή του δική Του. Να βοηθήσει και να θεραπεύσει.

"Θέλεις υγιής γενέσθαι;" Η ερώτηση αυτή δεν ανήκει σε κάποιον που επιδιώκει να υποχρεώσει, να πείσει ή να υποτάξει άλλους. Είναι ερώτηση της γνήσιας αγάπης και γι' αυτό του γνήσιου ενδιαφέροντος. Αλλοίμονο, η πίστη μπορεί να γίνει ακόμη και ναρκισσισμός, να ασχολείται αποκλειστικά με τον εαυτό της και τις δικές της υποθέσεις. Πρέπει όμως να καταλάβουμε πως αυτού του είδους η πίστη, οποιονδήποτε Χριστιανικό μανδύα κι αν φορεί, δεν είναι στην πραγματικότητα ο Χριστιανισμός... Επειδή ολόκληρος ο Χριστιανισμός συνίσταται ακριβώς στο να συντριβούν οι τρομεροί τοίχοι του εγωκεντρισμού και στο να αποκτηθεί εκείνη η αγάπη η οποία σύμφωνα με τα λόγια του αποστόλου Παύλου "εκκέχυται εν ταις καρδίαις ημών" (Ρωμ. 5. 5). Αυτή είναι η νέα, αιώνια εντολή του Χριστιανισμού και το περιεχόμενο ολόκληρου του ευαγγελίου και όλης της πίστης μας»...
Αναδημοσίευση κειμένου από: enoriaka.gr

Περισσότερα...

Τρίτη 28 Απριλίου 2015

Οι Μυροφόρες Γυναίκες


Σε αυτή την ανάρτηση θα κάνουμε λόγο για τις Μυροφόρες Γυναίκες, τις οποίες η Αγία μας Εκκλησία τιμά την Τρίτη Κυριακή του Πάσχα, μέσα από το βιβλίο των Εκδόσεων Ακρίτας, "Εορτολόγιο - Ετήσιος Εκκλησιαστικός Κύκλος" του Αλεξάνδρου Σμέμαν.

Ακούγωντας τη διήγηση για τη Σταύρωση και το Θάνατο του Χριστού, κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας, με εντυπωσιάζει συνεχώς μια λεπτομέρεια της Ιστορίας...



Η μέχρι τέλους αφοσίωση μιας χούφτας ανθρώπων, κυρίως γυναικών, για τις οποίες το ευαγγέλιο δεν λέει σχεδόν τίποτε άλλο.Αυτό που γνωρίζουμε είναι πως οι μαθητές του Χριστού, όλοι τους, έφυγαν και τον άφησαν μόνο. Ο Πέτρος Τον αρνήθηκε τρεις φορές. Ο Ιούδας Τον πρόδωσε. Τα πλήθη ακολουθούσαν το Χριστό ενώ κήρυττε, και όλοι περίμεναν να πάρουν κάτι απ’ Αυτόν: προσδοκούσαν βοήθεια, θαύματα και θεραπείες, περίμεναν την απελευθέρωσή τους από τη μισητή Ρωμαϊκή κατοχή, περίμεναν απ’ Αυτόν να ασχοληθεί με τις επίγειες μέριμνές τους. [...]

Δεν είναι δε το οδυνηρότερο μέρος αυτών των τελευταίων ημερών η προδοσία των στενών φίλων και μαθητών, στους οποίους ο Χριστός είχε αληθινά και ολοκληρωτικά δοθεί; Στον κήπο της Γεσθημανή, ακόμη και οι τρεις στενότεροι μαθητές Του δεν άντεξαν, αλλά αποκοιμήθηκαν ενώ ο Χριστός βρισκόταν στην τελική αγωνία, με τον ιδρώτα Του «ωσεί θρόμβοι αίματος» και προετοιμαζόταν για ένα φοβερό θάνατο. Γνωρίζουμε πως ακόμη κι ο Πέτρος, που τόσο ηχηρά είχε υποσχεθεί να πεθάνει για το Χριστό, κλονίστηκε την τελευταία στιγμή και Τον αρνήθηκε, Τον απέρριψε και Τον πρόδωσε. Και «τότε», γράφει ο ευαγγελιστής, «οι μαθηταί πάντες αφέντες αυτόν έφυγον» (Ματθ. 26, 56).

Όχι όμως όλοι, όπως αποδείχθηκε. Ο Σταυρός έφερε την ώρα της απλής ανθρώπινης αφοσίωσης και αγάπης. Αυτοί που την ώρα της «επιτυχίας» φαίνονταν τόσο απόμακροι, που δεν τους βρίσκουμε σχεδόν ποτέ στις σελίδες των ευαγγελίων, στους οποίους ο Χριστός ποτέ δεν προανήγγειλε την ανάστασή Του, και για τους οποίους τα πάντα τέλειωσαν και χάθηκαν τη νύχτα του Σταυρού, αυτοί ήταν παρέμειναν στο Σταυρό με ακλόνητη ανθρώπινη αγάπη. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης γράφει, «εισήκεισαν δε παρά τω σταυρώ του Ιησού η μήτηρ αυτού και η αδελφή της μητρός αυτού, Μαρία η του Κλωπά και Μαρία η Μαγδαληνή» (Ιωάν. 19, 25). Αργότερα, μετά το θάνατο του Ιησού,

Οψίας δε γενομένης ήλθεν άνθρωπος πλούσιος από Αριμαθαίας, τούνομα Ιωσήφ, ος και αυτός εμαθήτευσε τω Ιησού, ούτος προσελθών τω Πιλάτω ηττήσατο το σώμα του Ιησού, τότε ο Πιλάτος εκέλευσεν αποδοθήναι το σώμα, και λαβών το σώμα ο Ιωσήφ ενετύλιξεν αυτό σινδόνι καθαρά, και έθηκεν αυτό εν τω καινώ αυτού μνημείω ο ελατόμησεν εν τη πέτρα, και προσκυλίσας λίθον μέγαν τη θύρα του μνημείου απήλθεν. (Ματθ. 27, 57- 60).

Μια μέρα αργότερα, μετά το Σάββατο, την αυγή της τρίτης ημέρας, οι ίδιες γυναίκες ήρθαν στον τάφο, όπου σύμφωνα με το έθιμο της εποχής θα άλειβαν το νεκρό με μύρα. Ακριβώς σ’ αυτές ο αναστημένος Χριστός εμφανίστηκε για πρώτη φορά. Ήταν οι πρώτες που άκουσαν απ’ αυτόν το «Χαίρετε», το οποίο πλέον έγινε για πάντα η ουσία της Χριστιανικής δύναμης. Ο Χριστός δεν είχε αποκαλύψει σ’ αυτές τις γυναίκες τα μυστήρια του μέλλοντος όπως τα είχε αποκαλύψει στους δώδεκα αποστόλους. Δε γνώριζαν ούτε το νόημα του θανάτου Του, ούτε το μυστήριο της προσεγγίζουσας νίκης Του με την ανάσταση. Γι’ αυτές ο θάνατος του δασκάλου και φίλου τους ήταν ένας απλός θάνατος, ένα τέλος, ακόμη χειρότερα, ήταν ένας τρομακτικός και επαίσχυντος θάνατος, ένα τρομερό και παράλογο τέλος. Στάθηκαν στο Σταυρό μόνο επειδή αγαπούσαν το Χριστό, και λόγω αυτής της αγάπης υπέφεραν μαζί Του. Δεν άφησαν το φτωχό, βασανισμένο σώμα Του, αλλά έκαναν όλα όσα η αγάπη κάνει πάντοτε κατά τον τελικό χωρισμό. [...]

Αυτό είναι το νόημα της Κυριακής των Μυροφόρων. Μάς υπενθυμίζει πως η αγάπη και η αφοσίωση λίγων ατόμων έλαμψε φωτεινά στο μέσο του απελπιστικού σκοταδιού. Μάς καλεί να εξασφαλίσουμε πώς σ’ αυτόν τον κόσμο η αγάπη και η αφοσίωση δε θα εξαφανισθούν, ούτε θα πεθάνουν. Κρίνει την έλλειψη θάρρους, το φόβο μας, τον ατέλειωτο και δουλοπρεπή ορθολογισμό μας. Οι μυστηριώδεις Ιωσήφ και Νικόδημος, και αυτές οι γυναίκες που πάνε στον τάφο την αυγή, καταλαμβάνουν τόσο λίγο χώρο στα ευαγγέλια. Ακριβώς εδώ όμως είναι που αποφασίζεται η αιώνια μοίρα του καθενός μας.

Νομίζω πως σήμερα έχουμε ιδιαίτερη ανάγκη να ξαναβρούμε αυτή την αγάπη και τη βασική ανθρώπινη αφοσίωση. Επειδή έχουμε εισέλθει σε μια εποχή όπου ακόμη κι αυτά δυσφημούνται από επιβλαβείς ιδέες σχετικά με το πρόσωπο και την ανθρώπινη ζωή, που επικρατούν τώρα σ’ αυτόν τον κόσμο. Για αιώνες ο κόσμος διέθετε ακόμη εκείνη την αδύνατη, αλλά τρεμάμενη και φεγγοβόλα φλόγα της αφοσίωσης, της αγάπης και της συμπόνιας που ήταν σιωπηλά παρούσα στα βάσανα του Ανθρώπου που είχε απορριφθεί από όλους. Πρέπει δε να πιαστούμε, σαν από τελευταία κλωστή, από το καθετί που στον κόσμο μας διαθέτει ακόμη αυτό το ζεστό φως της απλής, γήινης, ανθρώπινης αγάπης. Η αγάπη δεν εξετάζει θεωρίες και ιδεολογίες, αλλά μιλά στην καρδιά και στην ψυχή. Η ανθρώπινη ιστορία πέρασε με βοή, βασίλεια υψώθηκαν και έπεσαν, πολιτισμοί φτιάχθηκαν και αιματηροί πόλεμοι έγιναν, αλλά αυτό που έμεινε αμετάβλητο πάνω στη γη και σ’ αυτή την ταραγμένη και τραγική ιστορία είναι η φωτεινή εικόνα της γυναίκας.

Μια εικόνα φροντίδας, αυτοπροσφοράς, αγάπης και συμπόνιας. Δίχως αυτή την παρουσία, χωρίς αυτό το φως, ο κόσμος μας, ανεξάρτητα από τις επιτυχίες και τα κατορθώματά του, θα ήταν ένας κόσμος τρόμου. Μπορεί να ειπωθεί χωρίς υπερβολή πως η ανθρωπιά του ανθρωπίνου γένους διασώζεται και συντηρείται από τη γυναίκα, συντηρείται όχι με λόγια και ιδέες, αλλά με τη σιωπηλή παρουσία της που φροντίζει και αγαπά, και αν συνεχίζεται ακόμη η μυστηριώδης γιορτή της ζωής, παρά το κακό που επικρατεί στον κόσμο, αν ακόμη αυτή η γιορτή εορτάζεται σε κάποιο πάμφτωχο δωμάτιο, σ’ ένα γυμνό τραπέζι, τόσο χαρούμενα όσο και σ’ ένα παλάτι, τότε η χαρά και το φως αυτής της γιορτής ανήκει σ’ αυτή, στη γυναίκα, στην αγάπη και την αφοσίωσή της που ποτέ δε σβήνει. «Και υστερήσαντος οίνου...» (Ιωάν. 2, 3), αλλά όσο είναι αυτή εδώ, - η μητέρα, η σύζυγος, η νύφη – υπάρχει αρκετό κρασί, αρκετή αγάπη, αρκετό φως για τον καθένα...
Αναδημοσίευση κειμένου από: enoriaka.gr
Περισσότερα...

Τρίτη 21 Απριλίου 2015

Άγιος Γεώργιος


Ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος ανήκει στη χορεία των μεγαλομαρτύρων και είναι από τους λαοφιλεστέρους Αγίους της Εκκλησίας μας. Έζησε κατά τα τέλη του 3ου αιώνος μ.Χ. και τας αρχάς του 4ου, επί της βασιλείας του Διοκλητιανού.

Η εποχή του υπήρξε εποχή σκληρών και εξοντωτικών διωγ- μών κατά της Χριστιανικής Πίστεως. Ο Γεώργιος είχε μεγάλο αξίωμα. Ήτο κόμης και διακρινόταν σε όλες τις στρατιωτικές επιχειρήσεις για την γενναιότητά του και την ανδρεία του.


Παρ' όλη τη δόξα όμως και τις τιμές, δεν αρνήθηκε να θυσιάσει τα πάντα και να ομολογήσει με παρρησία ενώπιον του αυτοκράτορος και πολλών αρχόντων την χριστιανική του πίστη. Υπέμεινε βασανιστήρια πολλά και φρικτά που στο τέλος τον ανέδειξαν Μεγαλομάρτυρα.

Πολλά είναι τα θαύματα του Αγίου Γεωργίου. Όχι μόνον αυτά που αναφέρονται εδώ, αλλά και πολλά άλλα που πάντοτε και σήμερα εκτελεί σε όσους προσφεύγουν με πίστη στις πρεσβείες του. Πολλοί ναοί τιμώνται επ' ονόματι του Αγίου Γεωργίου, δείγμα κι' αυτό της αγάπης του λαού προς τον Άγιον, και πολλοί φέρουν το όνομά του. Δείγμα τιμής από μέρους μας προς τον Άγιον, είναι βέβαια και ο εορτασμός της μνήμης του και οι πανηγύρεις, αλλά πιο μεγάλο δείγμα τιμής είναι η μίμησις της αγίας ζωής του, γιατί «τιμή μάρτυρος» είναι η «μίμησις μάρτυρος». Μίμησις της ομολογίας, της μαρτυρικής, της αγίας ζωής του.


Ομολογητής ο κόμης Γεώργιος

Ο Μεγαλομάρτυς Γεώργιος γεννήθηκε στην Καππαδοκία από ευσεβείς γονείς, και έμεινε ορφανός από πατέρα σε ηλικίαν δέκα ετών. Η μητέρα του τον έφερε μαζί της στην Παλαιστίνη όπου ήταν η Πατρίδα της και είχε και τα κτήματά της. Ο Γεώργιος καίτοι νεαρός κατατάχθηκε στο στρατό, όπου μάλιστα προήχθη σε μεγάλα αξιώματα, ώστε να παίρνει μέρος και στις συνελεύσεις των ανωτάτων αξιωματούχων του Κράτους. Ο Διοκλητιανός τον εκτιμούσε πολύ.

Από την εποχή του αυτοκράτορος Δεκίου μέχρι την εποχή που ανέλαβε τον θρόνον ο Διοκλητιανός, το 284 μ.Χ., η Χριστιανική Εκκλησία επειδή είχε ειρήνη αυξήθηκε πάρα πολύ. Οι Χριστιανοί είχαν πάρει πολλές δημόσιες θέσεις, είχαν κτίσει πολλούς και μεγάλους ναούς, είχαν κτίσει σχολεία και είχαν οργανώσει και την διοίκηση και την διαχείριση των εκκλησιών και της Φιλανθρωπίας.

Ο Διοκλητιανός όταν ανέλαβε τα καθήκοντά του εργάσθηκε στην αρχή για την οργάνωση του αχανούς Κράτους του. Προσέλαβε στρατηγούς ως βοηθούς του και τους ωνόμασε αυτοκράτορας και Καίσαρας και αφού επέτυχε να υποτάξει τους εχθρούς του Κράτους του, και να σταθεροποιήσει τα σύνορά του, στράφηκε στα εσωτερικά ζητήματα. Δυστυχώς στράφηκε εναντίον της Χριστιανικής θρησκείας για να ανορθώσει την ειδωλολατρίαν και θεοποιήσει την ιδέα του αυτοκράτορος. Γι΄ αυτό λοιπόν τον λόγον, εκάλεσε τους βοηθούς του Καίσαρα το 303 μ.Χ. και τους στρατηγούς στην πρωτεύουσα του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους σε τρεις γενικές συγκεντρώσεις. Μεταξύ τους βρισκόταν και ο Γεώργιος που διακρίθηκε πολλές φορές στους πολέμους.

Συγκεντρώθηκαν λοιπόν όλοι, για να πάρουν αποφάσεις για την εξόντωση και τον αφανισμό της χριστιανικής πίστεως. Πρώτος εμίλησε ο Διοκλητιανός και επέβαλε σ' όλους να αναλάβουν τον εξοντωτικό αγώνα εναντίον του Χριστιανισμού. Όλοι υποσχέθηκαν ότι θα καταβάλουν κάθε προσπάθεια, για να εξαλείψουν την Χριστιανική θρησκεία από το Ρωμαϊκό Κράτος. Τότε ο γενναίος Γεώργιος στάθηκε στον μέσον του συνεδρίου και είπε: Γιατί, βασιλεύ και άρχοντες, θέλετε να χύσετε αίμα δίκαιον και άγιον και να εξαναγκάσετε τους χριστιανούς να προσκυνούν και να λατρεύουν τα είδωλα; Και διεκήρυξε την αλήθεια της Χριστιανικής θρησκείας και την Θεότητα του Χριστού.

Μόλις ετελείωσε, συγχύσθηκαν όλοι με την ομολογία του αυτή, και προσπάθησαν να τον πείσουν να μετανοήσει για όσα είπε για να καταπραϋνθεί και ο Διοκλητιανός. Αλλά ο Γεώργιος ήταν σταθερός και με θάρρος διεκήρυττε την χριστιανικήν πίστιν του.


Στη φυλακή - Βασανιστήρια

Ωργισμένος ο Διοκλητιανός διέταξε να τον κλείσουν στην φυλακή και να του περισφίξουν τα πόδια του στο ξύλο και πάνω στο στήθος του να του βάλουν μεγάλη και βαρειά πέτρα, αφού τον ξαπλώσουν ανάσκελα.

Το άλλο πρωί ο Διοκλητιανός διέταξε να του παρουσιάσουν τον Γεώργιον, για να τον ανακρίνει. Και πάλι ο Γεώργιος έμεινε ακλόνητος στην ομολογία του, και παρ' όλες τις κολακείες και τις υποσχέσεις που του έδωσε ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός, διεκήρυττε την πίστη του και μιλούσε για τους ουράνιους θησαυρούς. Τότε, αφού ωργίσθηκε ο Διοκλητιανός, διέταξε τους δημίους να δέσουν τον Άγιον σ' έναν μεγάλον τροχόν για να κομματιασθεί το σώμα του. Μάλιστα ειρωνεύθηκε την ανδρεία του Αγίου και τον κάλεσε να προσκυνήσει τα είδωλα. Ο Άγιος Γεώργιος ευχαρίστησε τον Θεόν που τον αξίωνε να δοκιμασθεί και δέχθηκε με ευχαρίστηση να υποστεί το φοβερό αυτό μαρτύριο, με το οποίο θα κομματιαζόταν σε μικρά και λεπτά κομμάτια ολόκληρο το σώμα του, επειδή γύρω - γύρω από τον τροχόν υπήρχαν μπηγμένα κοφτερά σίδερα, που έμοιαζαν με μαχαίρια. Πράγματι μόλις ο τροχός κινήθηκε, τα κοφτερά σίδερα άρχισαν να κόβουν το σώμα του. Τότε ακούσθηκε μια φωνή από τον ουρανόν που έλεγε: «Μη φοβάσαι Γεώργιε, γιατί εγώ είμαι μαζί σου» και αμέσως ένας άγγελος ελευθέρωσε τον άγιον, αφού τον έλυσε από τον τροχόν και θεράπευσε όλο το καταπληγωμένο σώμα του.

Ο Γεώργιος αφού απέκτησε το θαυμάσιο παράστημά του, με αγγελικήν όψη παρουσιάστηκε στο Διοκλητιανό που με άλλους είχε πάει να κάνει θυσία. Μόλις τον είδαν, έμειναν όλοι έκθαμβοι και απορημένοι. Μάλιστα μερικοί ισχυρίζοντο ότι είναι κάποιος που του μοιάζει, και άλλοι ότι είναι φάντασμα. Όπως εσχολίαζαν το γεγονός, εμφανίσθηκαν μπροστά στο βασιλιά δύο από τους αξιωματικούς του, ο Πρωτολεών και ο Ανατόλιος με χίλιους στρατιώτες και ωμολόγησαν την πίστι τους στον Χριστό. Ο Διοκλητιανός θύμωσε τόσο που έγινε έξαλλος και διέταξε να τους σκοτώσουν, πράγμα που έγινε.

Έπειτα διέταξε να γεμίσουν αμέσως ένα λάκκον με ασβέστη και νερό και να ρίξουν μέσα τον Γεώργιον και να τον αφήσουν τρεις ημέρες και τρεις νύκτες, έτσι που να διαλυθούν και αυτά τα κόκκαλά του.

Οι δήμιοι πράγματι έρριξαν τον Άγιο στο ζεματιστό ασβέστη και έκλεισαν και το στόμιο του λάκκου. Ύστερα από τρεις ημέρες ο Διοκλητιανός έστειλε στρατιώτες να ανοίξουν τον λάκκο, οπότε βρήκαν τον Άγιον Γεώργιον όρθιον μέσα στον ασβέστη και προσευχόταν. Το γεγονός εντυπωσίασε και προκάλεσε θαυμασμό και ενθουσιασμό στο λαό που εφώναζε ότι «ο Θεός του Γεωργίου είναι Μεγάλος». Και ο Διοκλητιανός ζήτησε εξηγήσεις από τον Γεώργιον, πού έμαθε τις μαντικές τέχνες και πώς τις χρησιμοποιεί. Ο Γεώργιος τότε του απάντησε ότι τα γεγονότα ήταν αποτελέσματα της Θείας Χάριτος και Δυνάμεως και όχι έργα μαγείας και γοητείας.

Ο Διοκλητιανός ωργισμένος, διέταξε να του φορέσουν πυρακτωμένα παπούτσια με σιδερένια καρφιά και να τον εξαναγκάζουν να περπατεί. Και ο άγιος προσευχόταν και περπατούσε χωρίς να πάθει τίποτα. Πάλι διέταξε να τον φυλακίσουν και σκέφθηκε να συγκαλέσει τους άρχοντες, για να συσκεφθούν τι έπρεπε να κάμουν στον Γεώργιον. Και αφού τον έδειραν τόσο πολύ με μαστίγια και κατεπλήγωσαν ολόκληρο το σώμα του αγίου, τον παρουσίασαν στον Διοκλητιανό, ο οποίος έμεινε έκπληκτος βλέποντας τον Γεώργιον να λάμπει σαν Άγγελος. Σκέφθηκε λοιπόν, ότι αυτό το φαινόμενο γίνεται με τις μαγείες. Γι' αυτό κάλεσε τον μάγο Αθανάσιον, για να λύση τα μάγια του Γεωργίου.


Μένει αβλαβής από το δηλητήριο

Ήλθε πράγματι ο μάγος Αθανάσιος και κρατούσε στα χέρια του δυο πήλινα αγγεία, στα οποία υπήρχε δηλητήριον. Μάλιστα στο πρώτο αγγείο υπήρχε το δηλητήριο που αν το έπινε κανείς θα τρελαινόταν, ενώ στο δεύτερο αγγείο, το δηλητήριο που όποιος το έπινε θα πέθαινε.

Πράγματι ωδήγησαν τον Άγιο στο Διοκλητιανό και στον μάγο Αθανάσιον. Ο βασιλεύς διέταξε να του δώσουν να πιει το πρώτο δηλητήριον. Και ο Άγιος χωρίς δισταγμό ήπιε το δηλητήριο του πρώτου δοχείου αφού προηγουμένως προσευχήθηκε λέγοντας «Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ο ειπών καν θανάσιμόν τε πίωσιν ου μη αυτούς βλάψη θαυμάστωσον νυν τα ελέη σου». Και δεν έπαθε τίποτα απολύτως.

Μόλις είδαν ότι δεν έπαθε τίποτα, ο βασιλεύς διέταξε να του δώσει ο μάγος και το δεύτερο το θανάσιμο. Το ήπιε και αυτό χωρίς να πάθει το παραμικρό. Τότε όλοι έμειναν έκπληκτοι μόλις είδαν το θαύμα αυτό. Ο Διοκλητιανός εξακολουθούσε να επιμένει ότι για να μην πεθάνει ο Γεώργιος, είχε δικά του μάγια. Ο μάγος Αθανάσιος που ήξερε πόσο δραστικά ήταν τα δηλητήρια που έδωσε στον Άγιο Γεώργιο αφού εγονάτισε μπροστά στον μάρτυρα ωμολόγησε την Πίστη του στον Αληθινόν Θεόν. Τότε ο Διοκλητιανός διέταξε και εφόνευσαν τον Αθανάσιο αμέσως. Εκείνη την στιγμή έφθασε και η γυναίκα του Διοκλητιανού Αλεξάνδρα, η οποία ωμολόγησε την πίστιν της στον Αληθινόν Θεόν. Και ο σκληρός και άκαρδος Διοκλητιανός διέταξε να την φυλακίσουν και την επομένην να της κόψουν το κεφάλι. Η Αλεξάνδρα, ενώ προσευχόταν στην φυλακή, παρέδωσε την ψυχή της στα χέρια του Θεού.


Μαρτυρικόν τέλος του Μεγαλομάρτυρος

Ο Άγιος Γεώργιος κλείσθηκε στην φυλακή και την νύκτα είδε στο όνειρό του τον Χριστό, ο οποίος του ανήγγειλε ότι θα πάρει τον στέφανον του μαρτυρίου και θα αξιωθεί της αιωνίου ζωής. Σαν εξημέρωσε, διατάχθηκαν οι στρατιώτες να παρουσιάσουν μπροστά του τον Άγιον. Πράγματι ο Άγιος Γεώργιος εβάδιζε γεμάτος χαρά προς τον βασιλέα, επειδή προγνώριζε ότι έφθασε το τέλος του. Μόλις λοιπόν τον αντίκρυσε ο Διοκλητιανός του πρότεινε να πάνε στο ναό του Απόλλωνος για να θυσιάσει στο είδωλόν του. Αφού μπήκε ο Γεώργιος στο ναό εσήκωσε το χέρι του και αφού έκανε το σημείο του σταυρού διέταξε το είδωλο να πέσει. Αμέσως το είδωλο έπεσε και κομματιάσθηκε.

Ο ιερέας των ειδώλων και ο λαός, τόσο πολύ εθύμωσαν που φώναζαν στον Βασιλέα να θανατώσει τον Γεώργιον. Ο Διοκλητιανός εξέδωκε τότε διαταγήν, και ο δήμιος του απέκοψε την κεφαλήν.


Τα θαύματα του Αγίου μετά το μαρτύριον

1) Το θαύμα της μεταφοράς της κολώνας.

Μια γυναίκα αγόρασε μια κολώνα και δεν μπορούσε να τη στείλει στην Ρώμη που κτιζόταν εκεί μια εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Είδε λοιπόν στο όνειρό της τον Άγιον ο οποίος μαζί της εσήκωσε την κολώνα και την έριξαν στη θάλασσα. Η κολώνα βρέθηκε στη Ρώμη με μια επιγραφή, να τεθεί στο δεξί μέρος της εκκλησίας.

2) Σωτηρία του αιχμαλώτου στρατιώτου.

Στην Παφλαγονίαν του Πόντου τιμούσαν πολύ τον Άγιον και μάλιστα είχαν κτισθεί προς τιμήν του πολλοί ναοί. Όλοι ετιμούσαν τον Άγιον τόσο, ώστε κάθε οικογένεια να ονομάζει ένα από τα άρρενα παιδιά της Γεώργιον. Αυτό συνέβη και σε μια καλή και ευσεβή οικογένεια. Μεγάλωσε το παιδί της το οποίον ήταν φρόνιμο, ηθικό, συνετό και σε ηλικία είκοσι χρονών το κάλεσαν στο στρατό. Στις μάχες που έγιναν εναντίον των βαρβάρων, πολλοί χριστιανοί έπεσαν σε ενέδρα των βαρβάρων, μεταξύ των οποίων και ο νεαρός Γεώργιος, και άλλους κατέσφαξαν, άλλους εκράτησαν ως υπηρέτας και άλλους επώλησαν ως δούλους. Ο Γεώργιος έγινε υπηρέτης κάποιου αξιωματικού, ο οποίος τον εξετίμησε πολύ.

Οι γονείς του Γεωργίου για έναν ολόκληρο χρόνο πενθούσαν και έκλαιγαν απαρηγόρητοι για το χαμένο τους παιδί. Καθημερινά πήγαιναν στην εκκλησία και γονατιστοί παρακαλούσαν με θερμή πίστη τον Θεόν να τους φανερώσει τι απέγινε ο αγαπημένος τους υιός.

Και ο Γεώργιος από την εξορίαν του προσευχόταν στον Θεό να τον απαλλάξει από την σκλαβιά και να τον αξιώσει να συναντηθεί με τους αγαπημένους του γονείς. Πέρασε λοιπόν ένας χρόνος από τότε που εξαφανίσθηκε. Έφθασε μάλιστα και η γιορτή του Αγίου Γεωργίου, και οι γονείς που πάντα είχαν την ελπίδα ότι ο υιός τους ζει, κάλεσαν τους συγγενείς τους για δείπνο.

Ο αξιωματικός αφέντης του Γεωργίου, ζήτησε πριν από το δείπνο να του πλύνει τα πόδια και γι' αυτό ο Γεώργιος ζέσταινε νερό. Ολόκληρη την ημέρα ο Γεώργιος έκλαιγε και παρακαλούσε τον Άγιο Γεώργιο που γιόρταζε, να τον ελευθερώσει και να τον οδηγήσει κοντά στους γονείς του. Μόλις το νερό έβρασε και το έβαλε στην στάμνα και το ετοίμασε για τον κύριό του, εμφανίσθηκε μπροστά του ο Άγιος Γεώργιος έφιππος σε ένα άσπρο άλογο και ανέβασε τον νέο στο άλογο και αμέσως τον έφερε στο σπίτι του την ώρα που ευρίσκοντο όλοι οι καλεσμένοι στο τραπέζι. Έμειναν όλοι έκθαμβοι και όταν συνήλθαν ρωτούσαν τον Γεώργιο να τους πει πως βρέθηκε εκεί. Και εκείνος τους αφηγήθηκε το θαύμα με κάθε λεπτομέρεια. Και όλοι γεμάτοι χαρά, εδόξαζαν τον Θεόν και τον Μεγαλομάρτυρα Γεώργιον.

Υπάρχει και Βυζαντινή παράστασις του θαύματος αυτού, που έχει τον Άγιον στο άλογο και ένα νέον που κρατά την αργυράν στάμναν.

3) Το θαύμα της επιστροφής του υιού της χήρας.

Ένα παρόμοιο θαύμα με το προηγούμενον είναι και αυτό με τον υιόν της χήρας.

Εις την Μυτιλήνη ήλθαν πειρατές από την Κρήτη για να κλέψουν, λεηλατήσουν και αιχμαλωτίσουν όσον το δυνατόν περισσότερους μπορούσαν. Σκέφθησαν να κάνουν την επιδρομή τους την ημέρα της γιορτής του Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου που όλοι θα ευρίσκονταν στην εκκλησία συγκεντρωμένοι. Πράγματι οι κουρσάροι έκαναν την επίθεσή τους και μεταξύ των αιχμαλωτισθέντων ήταν και ένας ωραιότατος νέος, ο υιός μιας πλούσιας χήρας.

Οι κουρσάροι τον χάρισαν στον Αμμούν της Κρήτης, ο οποίος τον έβαλε υπηρέτην της τραπέζης του.

Η μάνα του, από τη στιγμή που χάθηκε ο υιός της έκλαιγε και παρακαλούσε τον Θεό και τον Άγιον Γεώργιον να της φανερώσει το χαμένο της παιδί. Ο μεγαλομάρτυς Γεώργιος δεν εβράδυνε να εκπληρώσει τον πόθον της πονεμένης εκείνης μάνας. Και ενώ ετοιμαζόταν ο νέος να προσφέρει στον Αμιράν κρασί, τον άρπαξε ο Άγιος Γεώργιος και τον μετέφερε στην μάνα του. Και οι δύο δεν επίστευαν στα μάτια τους για το συμβάν και όταν συνήλθαν εδόξαζαν τον Θεόν και τον Άγιον για τον παράξενο τρόπο της απελευθερώσεως.

4) Το θαύμα της ευεργεσίας του Αγίου προς το ευσεβές παιδί και η τιμωρία των ασεβών.

Στην Παφλαγονία υπήρχε ένας μεγάλος Ναός προς τιμήν του Αγίου Γεωργίου, και στην πλατεία του ναού τα παιδιά έπαιζαν διάφορα παιγνίδια. Ένα από τα παιδιά αυτά δεν μπορούσε να νικήσει σε κανένα από τα πολλά αγωνίσματα γι' αυτό το ειρωνεύονταν και το περιγελούσαν. Τότε στράφηκε προς την εικόνα του Αγίου Γεωργίου και τον παρεκάλεσε να τον βοηθήσει να νικήσει και υποσχέθηκε ότι θα του πρόσφερε ένα σφουγγάτον, δηλαδή φαγητό από αυγά τηγανισμένα με κρεμμύδια και μυρωδικά.

Μόλις έκανε το τάξιμο άρχισε να παλαίει με άλλα παιδιά τα οποία και ενίκησε. Αμέσως πήγε στο σπίτι του μόνος του, έφτιαξε το σφουγγάτον και το έβαλε μπροστά στην εικόνα του Αγίου. Ύστερα από λίγη ώρα έφθασαν εκεί τρεις νέοι για να προσκυνήσουν και μόλις είδαν το σφουγγάτον σκέφθηκαν να το φάνε. Και είπαν μεταξύ τους: «Ο Άγιος τί τα θέλει αυτά; Μήπως πρόκειται να τα φάει;». Εκάθισαν λοιπόν και έφαγαν το σφουγγάτον στα σκαλοπάτια της εκκλησίας. Όταν θέλησαν να φύγουν δεν ημπορούσαν να σηκωθούν, διότι είχαν κολλήσει στα μαρμάρινα σκαλοπάτια. Έκαμαν τότε φτηνά τάματα στον Άγιον για να ξεκολλήσουν αλλά τίποτα. Όταν έκαμαν ακριβό τάμα, ήτοι να δώση ο καθένας από ένα φλωρί, τότε μόνο μπόρεσαν να ξεκολλήσουν και να απελευθερωθούν. Μόλις λοιπόν βγήκαν από την εκκλησία και πήραν θάρρος, είπαν προς τον Άγιον: «Άγιε Γεώργιε, τα σφουγγάτα σου τα πωλείς ακριβά και γι' αυτό και εμείς τίποτα πια δεν θα αγοράσουμε από σένα».

5) Θαύμα του Μεγαλομάρτυρος στον Σαρακηνόν.

Κάποιος Σαρακηνός ταξιδιώτης, (ανιψιός του βασιλιά της Συρίας), σαν είδε την θαυμάσια εκκλησία του Αγίου Γεωργίου διέταξε τους υπηρέτες του να μεταφέρουν τις αποσκευές τους και να τις βάλουν στο νάρθηκα της εκκλησίας επειδή θα διέμεναν εκεί για να ξεκουραστούν και ύστερα θα συνέχιζαν το δρόμο τους. Όμως απαίτησε να βάλουν και τας δώδεκα καμήλους μέσα στην εκκλησία. Οι ιερείς της εκκλησίας τον παρεκάλεσαν να μη βεβηλώσει την εκκλησία τους. Αλλά αυτός επέμενε και ανέβηκε σε ένα ψηλό σημείο του ναού για να τις βλέπει και να τις παρακολουθεί. Όταν τις ωδήγησαν λοιπόν στην εκκλησία, αμέσως απέθαναν όλες. Και τότε το θαύμα διαδόθηκε και αποδόθηκε στον Άγιο Γεώργιο. Και ο Σαρακηνός εντυπωσιάσθηκε και ζήτησε να τις βγάλουν έξω και να τις θάψουν. Έμεινε στην εκκλησία μέχρι που ήλθε το πρωί ο ιερεύς για να λειτουργήσει. Παρακολούθησε τότε ο Σαρακηνός τις κινήσεις του ιερέα και κατά την ώρα της μετουσιώσεως των Τιμίων Δώρων, είδε, ότι ο ιερεύς αφού επήρε στα χέρια του ένα μικρό παιδί το έσφαξε, και το αίμα του χύθηκε στο άγιο Ποτήριον, και το σώμα του αφού το έκοψε σε μικρά τεμάχια το έβαλε στον ιερό δίσκο. Όταν ετελείωσε το Κοινωνικόν και είδε ο Σαρακηνός τον ιερέα να μεταδίδει στο λαό τις σάρκες και το αίμα του παιδιού, θύμωσε πολύ. Ύστερα από αυτήν την οπτασία ο Σαρακηνός ζήτησε να μάθει λεπτομέρειες και να πάρει εξηγήσεις για τα όσα συνέβησαν. Και ο ιερέας του εξήγησε σχετικά με την θείαν Ευχαριστίαν και ακόμη του είπε, ότι αξιώθηκε να δει ένα όραμα που μόνον οι Μεγάλοι Πατέρες είδαν. Εγώ, του λέει ο ιερέας, δεν αξιώθηκα ποτέ να δω το φρικτό αυτό Μυστήριον και βλέπω μόνον άρτον και οίνον. Εξήγησε κατόπιν στον άρχοντα Σαρακηνόν το θαυμαστό Μυστήριον. Τότε ο Σαρακηνός θέλησε να βαπτισθεί, γιατί πλέον είχε πιστέψει ότι η χριστιανική πίστις ήταν η πιο σωστή και αληθινή. Ο ιερέας τότε του είπε να πάει στα Ιεροσόλυμα να βαπτισθεί, γιατί όταν θα το επληροφορείτο ο θείος του Σαρακηνού, που ήταν βασιλιάς της Συρίας, θα τον εσκότωνε, θα άρχιζε φοβερό διωγμό εναντίον των Χριστιανών και θα κατέστρεφε και όλες τις εκκλησίες. Έτσι λοιπόν ο Σαρακηνός πήγε στην Ιερουσαλήμ όπου υπήρχε άλλος ηγεμόνας και εβαπτίσθη από τον Πατριάρχην. Ύστερα μάλιστα από λίγες ημέρες συμβουλεύθηκε τον Πατριάρχη τι έπρεπε να κάνει για να σωθεί. Τότε ο Πατριάρχης τον συνεβούλεψε να γίνει Μοναχός στο όρος Σινά. Πράγματι πήγε στο Σινά και έγινε Μοναχός.

Υστερα από τρία χρόνια πήρε άδεια από τον Ηγούμενόν του και έφυγε για να συναντήσει τον ιερέα του Αγίου Γεωργίου που τον είχε συμβουλεύσει να βαπτισθεί. Όταν έφθασε εκεί, ο ιερέας δεν τον αναγνώρισε. Αφού του απεκάλυψε ποίος ήταν, του εξέφρασε την επιθυμίαν και τον πόθον να δει τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Ο ιερέας τότε εδόξασε τον Θεόν και του είπε: «Πήγαινε τέκνον μου στο θείο σου Αμιράν και ωμολόγησε την πίστιν σου τόσον σε αυτόν, όσον και σε όλους τους Σαρακηνούς». O Μοναχός όταν άκουσε τα λόγια του θεοσεβούς ιερέως εσυγκινήθη και εξεκίνησε αμέσως να πάει στην πόλη, όπου ο θείος του ήταν Άρχοντας. Όταν έφθασε λοιπόν εκεί περίμενε να νυκτώσει και ανέβηκε στον μιναρέ του τζαμιού και άρχισε να φωνάζει: «Τρέξετε εδώ, Σαρακηνοί, διότι έχω να σας πω ένα λόγο». Τότε οι Σαρακηνοί έτρεξαν με λαμπάδες και όταν είδαν τον Μοναχό ρώτησαν τι είχε να τους πει. Ο Μοναχός τους είπε: «Με ρωτάτε τι έχω να σας πω; Λοιπόν σας ερωτώ: Πού είναι ο ανιψιός του Αμιρά που έφυγε κρυφά;» Εκείνοι του απάντησαν: «Αν μας πεις που ευρίσκεται θα σου δώσουμε όσα λεπτά θέλεις». Ο Μοναχός τους είπε: «Οδηγήστε με στον Αμιράν για να σας το πω».

Αφού άρπαξαν λοιπόν τον Μοναχό, με μεγάλη χαρά τον ωδήγησαν στον Αμιράν λέγοντες: «Αυτός ο Μοναχός γνωρίζει που είναι ο ανιψιός σου». Ο Αμιράς τότε ρώτησε αν στα αλήθεια ξέρει που ευρίσκεται. Και εκείνος του απεκρίθη: «Ναι, τον ξέρω. Εγώ ο ίδιος είμαι. Όμως τώρα είμαι Χριστιανός και πιστεύω στον Πατέρα, τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα, την μία Θεότητα και ομολογώ ότι ο Υιός του Θεού εσαρκώθη εκ της Αειπαρθένου Μαρίας και έκαμε στο κόσμο μεγάλα και θαυμάσια και εσταυρώθη και τη Τρίτη ημέρα ανέστη και ανελήφθη στους ουρανούς και εκάθησε εν δεξιά του Θεού και Πατρός και μέλλει να έλθει να κρίνει ζώντας και νεκρούς». Μόλις ήκουσε αυτό ο θείος του ο Αμιράς εξεπλάγη και του είπε: «Τι έπαθες ταλαίπωρέ μου να αφήσεις το σπίτι σου, τα πλούτη σου, την δόξαν σου και να περπατείς έτσι περιφρονημένος σαν ζητιάνος; Επέστρεψε λοιπόν στη θρησκεία σου και παραδέξου ως προφήτην σου τον Μωάμεθ για να γυρίσεις πάλι στην πρώτην σου κατάσταση». Ο Μοναχός τότε του είπε: «Όσα καλά είχα όταν ήμουν Σαρακηνός, ήταν μερίδα του διαβόλου. Αυτό το τρίχινο ένδυμα που φορώ τώρα, είναι τα καύχημα και ο πλούτος μου και κυρίως ο αρραβών της δόξης που πρόκειται να απολαύσω για την αληθινή πίστη του Χριστού μου. Τον Μωάμεθ που σας επλάνεψε, καθώς και την θρησκείαν του, αναθεματίζω και αποστρέφομαι εντελώς».

Όταν ήκουσε αυτά ο Αμιράς είπε προς τους παρευρισκομένους Σαρακηνούς ότι ο ανιψιός του έχασε τα λογικά του και να τον διώξουν. Αυτό βέβαια το έκανε για να τον γλυτώσει από το νόμο που προέβλεπε για τους υβριστές της θρησκείας θανατική ποινή. Εκείνοι μόλις ήκουσαν τον Αμιράν είπαν: «Αφήνεις ελεύθερον αυτόν που ύβρισε τον προφήτην και την θρησκείαν μας; Ας αρνηθούμε και εμείς λοιπόν την θρησκείαν μας και ας γίνωμε Χριστιανοί». Ο Αμιράς, επειδή εφοβήθη τον όχλον μήπως εξαγριωθεί περισσότερο, έδωκε την άδεια να τον κάνουν ό,τι θέλουν. Εκείνοι τον άρπαξαν ενώ έτριζαν τα δόντια τους με λύσσα και αφού τον ωδήγησαν έξω από την πόλιν, τον ελιθοβόλησαν ενώ εκείνος προσευχόταν και ευχαριστούσε τον Θεόν, γιατί τον ηξίωνε να μαρτυρήσει για το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Αυτό ήταν το τέλος του θαρραλέου ομολογητού Μοναχού ο οποίος εστεφανώθη με τον στέφανον του Μαρτυρίου.

Κάθε νύκτα πάνω από τον σωρό των πετρών φαινόταν ένα άστρο λαμπρό που φώτιζε τον τόπον εκείνον. Οι Σαρακηνοί μάλιστα εθαύμαζαν για το γεγονός. Ύστερα από αρκετό καιρό ο Αμιράς έδωκε άδεια στους Χριστιανούς να βγάλουν το άγιο λείψανον του Μάρτυρος από τις πέτρες για να το ενταφιάσουν. Όταν λοιπόν εσήκωσαν τις πέτρες βρήκαν το λείψανον σώον και αβλαβές και ανέδιδε ευωδίαν. Αφού το προσκύνησαν με ευλάβεια το ενεταφίασαν με ύμνους και ψαλμωδίες δοξάζοντες τον Κύριον.

6) Το θαύμα του δράκοντος.

Στην Ανατολική επαρχία της Ατταλείας και στην πόλι Αλαγία εβασίλευε κάποιος Σέλβιος που ήταν πολύ χριστιανομάχος. Είχε βασανίσει πολλούς χριστιανούς για να αρνηθούν την πίστη τους και έπειτα τους εφόνευε.

Κοντά στην πόλη υπήρχε ένας δράκοντας φοβερός που καθημερινά άρπαζε ανθρώπους ή ζώα και τα κατέτρωγε. Οι κάτοικοι είχαν πανικοβληθεί και απέφευγαν να περνούν από εκεί. Κάποτε ο βασιλιάς συνεκέντρωσε τον στρατό του και πήγαν για να σκοτώσουν το άγριο θηρίο. Όμως τίποτα δεν επέτυχαν και επέστρεψαν άπρακτοι.

Όταν είδαν οι κάτοικοι ότι ο βασιλιάς απέτυχε να σκοτώσει τον δράκοντα, πήγαν να τον ερωτήσουν γιατί δεν μπόρεσε να βρει τρόπους να εξοντώσει το φοβερό θηρίο. Τότε ο βασιλιάς ύστερα από συμβουλήν που του έδωσαν οι ιερείς των ειδώλων, είπε προς το πλήθος: «Γνωρίζετε ότι επιχειρήσαμε αρκετές φορές να φονεύσωμε το θηρίον και δεν το κατορθώσαμε, γιατί έτσι ήταν το θέλημα των θεών. Τώρα λοιπόν κατά την εντολή τους θα πρέπει ο καθένας μας να στέλνει το παιδί του για να το τρώγη ο δράκοντας. Ακόμα και εγώ θα στείλω την μοναδική μου κόρη, όταν θα έλθει η σειρά της». Έτσι λοιπόν ο λαός υπήκουσε στη διαταγή του βασιλιά γιατί δεν μπορούσε να κάνει και διαφορετικά. Έστελναν λοιπόν τα παιδιά τους με δάκρυα και με θρήνους για να καταβροχθίζωνται από το θηρίον.

Όταν ήλθε και η σειρά της κόρης του βασιλιά ξετυλίχθηκαν τραγικές σκηνές. Ο βασιλιάς κτυπούσε το στήθος του, το πρόσωπόν του, τραβούσε τα γένεια του και με λυγμούς έλεγε: «Αλλοίμονον σε μένα τον ταλαίπωρον! Τι να πρωτοκλάψω γλυκύτατόν μου παιδί; Τον χωρισμόν μας ή τον ξαφνικόν σου θάνατον που πρόκειται να δω σε λίγο; Τι να πρωτοθρηνήσω, αγαπημένο μου παιδί, το κάλλος σου ή τον τρόμον που σε λίγο θα νοιώσεις καθώς θα σε κατασπαράζει το άγριο θηρίο; Αλλοίμονον, κόρη μου, που έλαμπες σαν πολύφωτη λαμπάδα στο παλάτι μου και περίμενα την ώρα που θα εώρταζα τους χαρούμενους γάμους σου. Πού θα βρω πια παρηγοριά και πώς θα ζήσω μακριά σου; Τι τη θέλω την ζωή και τα παλάτια χωρίς εσένα;» Αυτά έλεγε ο απαρηγόρητος βασιλιάς. Έπειτα γύρισε προς το πλήθος και είπε: «Αγαπητοί μου φίλοι και άρχοντες, σας ζητώ να με ελεήσετε και να με συμπονέσετε. Σας προσφέρω πλούτη όσα θέλετε, και ακόμη την βασιλείαν μου, αλλά να μου κάνετε μίαν χάρη. Να μου χαρίσετε το αγαπημένο και μονάκριβο παιδί, αλλιώς αφήστε με κι εμένα να πάω μαζί της». Κανένας όμως δεν συγκινήθηκε από τα λόγια του βασιλιά γιατί αυτός ήταν που εξέδωσε διαταγή, για να βρίσκουν τα παιδιά τους τέτοιο οικτρό τέλος. Έτσι με μια φωνή όλοι του είπαν ότι έπρεπε να εφαρμοσθεί και στο παιδί του η διαταγή του.

Μη μπορώντας να κάνει διαφορετικά ο βασιλιάς την συνώδευσε μέχρι την πύλη της πόλεως. Αφού την αγκάλιασε και την κατεφίλησε κλαίοντας, την παρέδωσε στους ανθρώπους για να την οδηγήσουν κοντά στην λίμνη. Πράγματι οι άνθρωποι την άφησαν εκεί και έφυγαν. Ο λαός έβλεπε μέσα από τα τείχη την κόρη που καθόταν κοντά στη λίμνη και περίμενε να έλθει το θηρίον για να την κατασπαράξει.

Εκείνον τον καιρό ο Μέγας Γεώργιος, που δεν είχε ακόμη ομολογήσει την Χριστιανικήν του πίστη, ήτο κόμης και αρχηγός στρατιωτικής μονάδος στο στράτευμα του Διοκλητιανού. Επέστρεφε μάλιστα στην Καππαδοκία από ένα πόλεμον που συνεξεστράτευσε με τον Διοκλητιανόν. Κατ' οικονομίαν Θεού επέρασε και από την λίμνην και όταν είδε το νερό θέλησε να ποτίσει τον ίππον του και να ξεκουρασθεί και ο ίδιος. Όταν είδε την κόρη να κλαίει ασταμάτητα και να διακατέχεται από αγωνία και τρόμον την επλησίασε και την ερώτησε γιατί έκλαιγε και ακόμη ποιος ήταν ο λόγος που την παρακολουθούσε ο λαός μέσα από τα τείχη. Η κόρη του είπε ότι αδυνατούσε να του διηγηθεί τα όσα συνέβησαν και τα όσα επρόκειτο να συμβούν και τον παρεκάλεσε να ιππεύσει τον ίππον του και να φύγει όσον πιο σύντομα μπορούσε, γιατί κινδύνευε να χάση την ζωή του και ήταν τόσο νέος και ωραίος». Ο Άγιος επέμενε να μάθει τι της συνέβη. Και αυτή του είπε: «Είναι μακρά η αφήγησις, κύριέ μου, και δε μπορώ να σου διηγηθώ τα καθέκαστα αυτήν την ώρα. Μόνο σου λέγω και σε παρακαλώ να φύγεις τώρα αμέσως για να μην θανατωθείς μαζί μου άδικα». Και ο Άγιος της είπε: «Πες μου την αλήθεια, γιατί κάθεσαι εδώ και ορκίζομαι στον Θεό που πιστεύω εγώ, ότι δε θα σε αφήσω μόνη, αλλά θα σε ελευθερώσω από τον θάνατο, αλλιώς θα αποθάνω μαζί σου».

Τότε η κόρη εστέναξε πικρώς και διηγήθη στον Άγιον τα όσα συνέβησαν. Αφού άκουσε ο Άγιος τα γεγονότα ερώτησε την κόρη: «Ο πατέρας σου και η μητέρα σου και ο λαός σε ποιόν θεόν πιστεύουν;» Και εκείνη απεκρίθη: «Πιστεύουν στον Ηρακλή και στη μεγάλη θεά Άρτεμιν». Ο Άγιος τότε της είπε: «Από σήμερα να μη φοβάσαι ούτε και να κλαις. Μόνον πίστεψε στο Χριστό που πιστεύω εγώ και θα δεις τη δύναμή του Θεού μου». Η βασιλοπούλα απήντησε στον άγιον: Πιστεύω, κύριέ μου, μ' όλη μου την ψυχή και μ' όλη μου την καρδιά». Ο Άγιος συνέχισε: «Έχε θάρρος στο Θεό που εδημιούργησε τον ουρανό και την γην και την θάλασσα διότι ο Χριστός πρόκειται να καταργήσει την δύναμη του θηρίου και θα ελευθερωθούν και ακόμη θα διώξουν το φόβο του θηρίου όλοι οι κάτοικοι του τόπου αυτού. Μείνε λοιπόν εδώ και μόλις δεις το θηρίο να έρχεται, φώναξέ με».

Τότε ο Άγιος έκλινε τα γόνατά του στη γη και αφού ύψωσε τα χέρια του προς τον ουρανό προσευχήθηκε λέγοντας: «Ο Θεός ο Μέγας και Δυνατός, ο καθήμενος επί των Χερουβίμ και επιβλέπων αβύσσους, ο ων ευλογητός και διαμένων εις τους αιώνας, Συ γνωρίζεις τας καρδίας ότι είναι μάταιες. Συ, Φιλάνθρωπε Δέσποτα, ο των προαιωνίων θαυμασίων Θεός, τον οποίον ούτε έννοια μπορεί να συλλάβει ούτε λόγος να ερμηνεύσει, επίβλεψον και τώρα επ' εμέ τον ταπεινόν και φανέρωσέ μου τα ελέη σου. Υπόταξε υπό τους πόδας μου το πονηρόν αυτό θηρίον, για να γνωρίσουν όλοι ότι υπάρχεις μαζί μου και είσαι Συ ο μόνος Θεός και εκτός από εσένα άλλος δεν υπάρχει». Τότε ηκούσθη φωνή από τον ουρανόν η οποία έλεγε: «Εισηκούσθη η δέησίς σου, Γεώργιε, και κάνε όπως θέλεις, διότι εγώ θά'μαι πάντοτε μαζί σου». Μόλις ετελείωσε την προσευχή ο Άγιος, εφάνη το άγριο θηρίον. Όταν το είδε η κόρη εφώναξε: «Αλλοίμονόν μου, κύριέ μου. Έρχεται το θηρίο για να με κατασπαράξει».

Τότε ο Άγιος έτρεξε για να συναντήσει το θηρίο. Ήτο το θηρίο φοβερό. Έβγαζε από τα μάτια του φωτιά και ήταν τόσο εξαγριωμένο και απαίσιο ώστε παρουσίαζε ένα θέαμα φοβερό. Αμέσως ο Άγιος έκαμε το σημείο του Τιμίου Σταυρού και είπε: «Κύριε ο Θεός μου, ημέρεψε για χάρη μου, που είμαι δούλος σου, το θηρίο αυτό, για να πιστέψει ο λαός στο όνομά Σου το Άγιον». Έτσι και έγινε. Ο φοβερός δράκοντας με τα μεγάλα δόντια έπεσε στα πόδια του ίππου του Αγίου και ενώ κυλιόταν, εβρυχάτο. Μόλις η βασιλοπούλα είδε το θέαμα αυτό ένοιωσε μεγάλη χαρά. Και ο Άγιος της είπε: «Βγάλε την ζώνη σου και δέσε μ' αυτήν τον δράκοντα από τον λαιμό». Αμέσως τότε η κόρη άφοβα έβγαλε την ζώνην της και έδεσε τον δράκοντα, και ευχαριστούσε τον Άγιο που την εγλύτωσε από τον βέβαιον θάνατον. Ο Άγιος αφού ανέβηκε στο άλογό του είπε προς την βασιλοπούλα: «Σύρε τον δράκοντα με την ζώνη σου μέχρι την πόλη».

Όταν είδαν οι κάτοικοι το παράξενο συμβάν, ότι δηλαδή μια κόρη σύρει τον δράκοντα δεμένο, ετράπησαν σε φυγή. Ο Άγιος Γεώργιος τους φώναξε: «Μη φοβείσθε, σταθείτε και θα δείτε την δόξα του Θεού και τη σωτηρία σας». Τότε σταμάτησαν όλοι απορημένοι και περίμεναν να δουν τι θα τους δείξει. Τους προέτρεψε λοιπόν να πιστέψουν στον Αληθινό Θεό και αυτοί δέχτηκαν με χαρά. Αφού σήκωσε το χέρι του κτύπησε με το ακόντιο τον δράκοντα και το φοβερό τέρας εσκοτώθη. Έπειτα αφού πήρε από το χέρι την βασιλοπούλα την παρέδωσε στον βασιλιά. Όλοι ένοιωσαν μεγάλη και ανέκφραστη χαρά και αφού εγονάτισαν, καταφιλούσαν τα πόδια του Αγίου και ευχαριστούσαν τον Πανάγαθον Θεόν, διότι τους ελευθέρωσε από το θηρίο κι έτσι σταμάτησε η θυσία των παιδιών τους.

Ο Άγιος Γεώργιος εκάλεσε από κάποια πόλη της Αντιοχείας τον Επίσκοπον Αλέξανδρον και βάπτισε τον βασιλιά και τους άρχοντας και ολόκληρο τον λαόν. Μέσα σε δεκαπέντε μέρες βάπτισε σαρανταπέντε χιλιάδες.

Αφού λοιπόν βαπτίσθηκαν όλοι και έγινε μεγάλη χαρά στη γη και στον ουρανό,ν έκτισαν και μια μεγάλη εκκλησία επ' ονόματι του τρισυποστάτου Θεού. Ο Άγιος πήγε να την δει. Μόλις μπήκε στο Άγιο Βήμα και προσευχήθηκε, βγήκε πηγή αγιάσματος και σκορπίσθηκε ευωδία στο Ναό. Η πηγή αυτή σώζεται μέχρι σήμερα.


Ο Διάβολος του στήνει ενέδρα

Ο Άγιος, αφού απεχαιρέτησε τον βασιλέα και τον λαό έφυγε για την πατρίδα του Καππαδοκία. Στο δρόμο του τον συνάντησε ο διάβολος μετασχηματισμένος σε μορφή ανθρώπου. Εκρατούσε και δύο ραβδιά πάνω στα οποία στηριζόταν σαν γέρος. Φαινόταν μάλιστα σαν νικημένος και καταφρονημένος στρατιώτης. Είπε λοιπόν με ταπείνωση προς τον Άγιον: «Χαίρε Γεώργιε». Ο Άγιος αμέσως αντελήφθη ότι επρόκειτο περί διαβόλου και του είπε: «Ποιος είσαι και πώς με ξέρεις; Εάν δεν ήσουνα πονηρός διάβολος δεν θα ημπορούσες να με ξέρεις, εφ' όσον ποτέ δε μ' έχεις ξαναδεί». Ο διάβολος είπε: «Πώς τολμάς να υβρίζεις τους Αγγέλους του Θεού και ρωτάς ποιος είμαι εγώ; Μάθε να μιλάς καλά». Ο Άγιος τότε απεκρίθη: «Αν είναι έτσι όπως μου τα λες και είσαι Άγγελος ακολούθησέ με. Αν όμως είσαι πνεύμα πονηρόν να μην μετακινηθής από τη θέση σου». Μόλις ετελείωσε τον λόγο του αυτό ο Άγιος, ο διάβολος βρέθηκε δεμένος και εφώναξε δυνατά: «Αλλοίμονόν μου! Τι κακή ώρα ήταν αυτή που σε συνάντησα! Τι κακό έπαθα να πέσω στα χέρια σου ο ταλαίπωρος!».

Ο Άγιος βεβαιώθηκε ότι ήταν πνεύμα πονηρόν και του είπε: «Σε ορκίζω στο Θεό, να μου πεις τι επρόκειτο να μου κάνεις». Και ο δαίμονας είπε: «Εγώ, Γεώργιε, είμαι από το δεύτερον τάγμα του σατανά και όταν ο Θεός έκαμε τον ουρανόν και διεχώριζε την γην από τα ύδατα ήμουνα παρών. Εγώ έκαμα φοβερές βροντές και αστραπές, εγώ έδεσα κεφαλές και τώρα εξ αιτίας της υπερηφάνειάς μου κατάντησα κάτω στον Άδη και έγινα δαίμονας. Αλλοίμονόν μου, Γεώργιε, γιατί ζήλεψα την χάρη που σου δόθηκε και ήλθα να σε παραπλανήσω να με προσκυνήσεις. Αλλά επλανήθηκα και απατήθηκα. Αλλοίμονόν μου τι κακόν εζήτησα να πάθω και δεν μπορώ να λυθώ! Σε παρακαλώ, Γεώργιε, ενθυμήσου την προηγούμενή μου ευτυχία και μην με αφήσης να επιστρέψω στην άβυσσον γιατί σου τα είπα όλα». Τότε ο Άγιος αφού ύψωσε τα χέρια στον ουρανόν είπε: «Σε ευχαριστώ, Κύριέ μου, διότι μου παρέδωκες στα χέρια μου τον πονηρόν δαίμονα, ο οποίος πρόκειται να σταλεί σε σκοτεινόν τόπον για να τιμωρήται αιώνια». Μόλις είπε αυτά ο Άγιος επετίμησε και απέλυσε το πονηρόν πνεύμα.

Έκτοτε ο Άγιος προεγνώρισεν ότι είναι θέλημα Θεού να μαρτυρήσει για την αγάπη του Χριστού. Έτσι πήγε στον Διοκλητιανό όπου με θάρρος διεκήρυξε την πίστη του και εμαρτύρησε δίνοντας το αίμα του για την αγάπη του Χριστού.


Περί των θαυματουργών εικόνων του Αγίου Γεωργίου εν τη Ιερά Μονή του Ζωγράφου εν Αγίω Όρει ευρισκομένων

α) Περί της εκ της Μονής Φανουήλ θαυμασίως μεταφερθείσης.

Επί της βασιλείας του Λέοντος Σοφού (886-912) ήσαν τρεις γνήσιοι αδελφοί, Μωϋσής, Ααρών και Βασίλειος και η καταγωγή τους ήταν από την μεγαλούπολη Λιγχίδα η οποία μετωνομάσθηκε αργότερα σε Όχριδα. Αυτοί λοιπόν απεφάσισαν να εγκαταλείψουν τον κόσμον, τον πλούτον, την δόξαν και να πάρουν το Αγγελικό Σχήμα. Έφθασαν στο Άγιον Όρος και αφού βρήκαν ήσυχον τόπον κατεσκεύασαν τρεις σκηνές όπου έμειναν για αρκετό διάστημα και συνηντώντο μόνο την Κυριακή. Διεδόθη λοιπόν η φήμη της αρετής τους και γι' αυτό πολλοί προσήρχοντο κοντά τους και δεν έφευγαν.

Βρήκαν και ένα χώρο όπου έκτισαν Μοναστήρι. Αφού έκτισαν και τον Ναόν εσκέπτοντο πώς να τον ονομάσουν. Άλλοι έλεγαν να τον αφιερώσουν στον Άγιο Νικόλαο, άλλοι στον Άγιο Κλήμεντα Αρχιεπίσκοπον Αχρίδος που ήταν και συμπατριώτης τους και ο καθένας λοιπόν ήθελε να δώσει στο ναό το όνομα του Αγίου που έτρεφε μεγαλυτέραν ευλάβειαν. Επειδή λοιπόν δε συμφωνούσαν, απεφάσισαν να προσφύγουν δια της προσευχής στο Θεό και να δεηθούν ώστε Αυτός να αποφασίσει και διατάξει σε ποιόν από τους Αγίους Του θα αφιερώσουν τον Ναόν και ποια εικόνα θα ζωγραφίσουν στη σανίδα που ετοίμασαν. Προσευχήθηκαν λοιπόν και οι τρεις, ο καθένας στο ησυχαστήριό του. Κατά την διάρκεια που προσηύχοντο διεχύθη από τον νεόκτιστον Ναόν ένα ασυνήθιστον φως λαμπρότερον από τις ακτίνες του ηλίου γύρω από τα κελλιά των μοναχών. Οι μοναχοί κατελήφθησαν από φόβο και απορία και έμειναν προσευχόμενοι ολόκληρη τη νύκτα.

Την επομένη το πρωί, όταν κατέβηκαν οι μοναχοί στην Εκκλησία, είδαν με θαυμασμό ότι στη σανίδα που ετοίμασαν να ζωγραφίσουν, εζωγραφήθη η εικόνα του Αγίου Μεγαλομάρτυρος και Τροπαιοφόρου Γεωργίου. Από αυτήν μάλιστα έβγαινε η λάμψη που εφώτιζε τα ταπεινά ησυχαστήρια. Έτσι λοιπόν αφιερώθη η εκκλησία στον Άγιο Γεώργιον και η Μονή ωνομάσθη του Ζωγράφου.

Η θαυματουργική εικόνα υπήρχε στην Μονή του Φανουήλ που βρίσκεται στη Συρία κοντά στη Λύδδα. Κατά την μαρτυρία του Καθηγουμένου της Μονής Φανουήλ, Ευστρατίου, όταν κάποτε ο Θεός ηθέλησε και δικαίως, να τιμωρήσει την Συρία και να την παραδώσει στους Σαρακηνούς, η ζωγραφιά της εικόνος ξαφνικά απεχωρίσθη από την σανίδα και αφού ανυψώθη κρύφτηκε σε άγνωστον μέρος. Οι μοναχοί τότε επειδή εφοβήθηκαν και ελυπήθηκαν από το θαύμα, αφού εγονάτισαν προσηύχοντο στο Θεό θερμά και με δάκρυα και τον παρακαλούσαν να τους αποκαλύψει που εκρύβη το πρόσωπον του Αγίου Μεγαλομάρτυρος και Τροπαιοφόρου Γεωργίου. Ο Πανάγαθος Θεός άκουσε την δέηση των Μοναχών γι΄αυτό και παρουσιάσθηκε στον Καθηγούμενον Ευστράτιον ο Άγιος Γεώργιος, ο οποίος του είπε: «Μη λυπείσθε για μένα. Εγώ βρήκα για τον εαυτόν μου Μονήν της Παναγίας στον Άθω. Εάν θέλετε σπεύσετε και σεις προς τα εκεί γιατί η οργή του Κυρίου είναι έτοιμη να πέσει στη διεφθαρμένη Παλαιστίνη και σχεδόν σε όλη την οικουμένη εξ αιτίας των αμαρτιών των Χριστιανών».

Αφού συγκέντρωσε όλους τους Μοναχούς ο Καθηγούμενος, τους ανακοίνωσε τα συμβάντα. Έπειτα κάλεσε και τους εγκρίτους της πόλεως Λύδδης, τους ανήγγειλε τα όσα συνέβησαν περί της αγίας εικόνος και τους παρήγγειλε τα εξής: «Εμείς φεύγουμε για την αγία Πόλιν της Ιερουσαλήμ για να προσκυνήσουμε τον Άγιον Τάφον του Κυρίου και ας γίνει το θέλημά Του. Εσείς εγκατασταθείτε στη Μονή για να την προφυλάξετε.

Με δάκρυα και με λύπη έπειτα ξεκίνησαν. Αφού έφθασαν στην Ιόππη βρήκαν πλοίον και ανεχώρησαν για το Όρος Άθω. Ύστερα από αρκετές ημέρες έφθασαν και πήγαν στην Μονή Ζωγράφου. Όταν μπήκαν στο Ναό, προς θαυμασμόν και έκπληξίν τους, είδαν την ζωγραφιά του Αγίου Γεωργίου, που είχαν στη Μονή Φανουήλ, νά είναι προσκολλημένη χωρίς καμμιά αλλοίωσιν σε μια νέα σανίδα. Τότε με συγκίνηση και δάκρυα, γονάτισαν μπροστά στην εικόνα και έλεγαν: «Γιατί μας προξένησες τόση λύπη, Μεγαλομάρτυς Γεώργιε;» Οι Μοναχοί της Ζωγράφου απορούσαν, γιατί συνέβαιναν όλα αυτά τα παράξενα. Όμως εκείνοι τους διηγήθηκαν τα συμβάντα και όλοι εδόξαζαν ολοψύχως τον Κυρίον και τον Άγιον Γεώργιον. Τον Καθηγούμενον Ευστράτιον τον έκαμαν Ηγούμενόν τους.

Από τότε άρχισαν να γίνoνται από την αγία εικόνα πολλά θαύματα γι' αυτό και ο κόσμος πήγαινε στη Μονή Ζωγράφου, να προσκυνήσει τον Τροπαιοφόρον Γεώργιον. Η φήμη των θαυμάτων έφθασε μέχρι και τον βασιλέα Λέοντα Σοφόν, ο οποίος ήτο πολύ ευσεβής. Μάλιστα απεφάσισε να πάει αυτοπροσώπως στο Άγιον Όρος για να προσκυνήσει και να ευφρανθεί πνευματικώς με τις ψυχωφελείς συζητήσεις που θα έκανε με τους ασκητάς Μωϋσή, Ααρών και Βασίλειον που έγιναν ξακουστοί για την αρετή τους. Ύστερα από τον Λέοντα επεσκέφθη την Μονή και ο βασιλιάς των Βουλγάρων Ιωάννης από το Τίρνοβον. Με την πλουσία βοήθεια αυτών άρχισε να κτίζεται η μεγαλοπρεπής Μονή του Ζωγράφου. Αργότερα η Ιερά Μονή κατεδαφίσθη από τους βαρβάρους και τους πειρατές. Η υφιστάμενη Μονή κτίσθηκε από τον Ηγεμόνα της Μολδαβίας Στέφανον.

Η αγία εικόνα έχει μέχρι σήμερα το άκρον του δακτύλου ενός Επισκόπου που χαρακτηριζόταν για την ολιγοπιστίαν του ως προς την θαυματουργικήν δύναμη της εικόνος. Ο Επίσκοπος αυτός καταγόταν, κατά την παράδοση, από τα Βοδενά (Έδεσσα) και όταν άκουσε για τα θαύματα της εικόνος θέλησε μαζί με την συνοδεία του να πάει να διαπιστώσει εάν πράγματι ήσαν αληθινά τα όσα διεδίδοντο ή ήσαν εφευρέσεις των Μοναχών, για λόγους φιλοχρηματίας. Όταν έφθασε στο Άγιον Όρος, πήγε και στην Μονή του Ζωγράφου όπου οι εκεί Μοναχοί τον υποδέχθηκαν με την πρέπουσα τιμή. Εν συνεχεία τον ωδήγησαν στον Ναόν για να προσκυνήσει τον Άγιον Γεώργιον. Αλλά ο Επίσκοπος, αντί να φανεί ταπεινός και σεμνός εξ αιτίας και του επισήμου σχήματός του, εφάνη υπερήφανος και ολιγόπιστος. Αφού με αδιαφορία είδε τον Ναόν στάθηκε μπροστά στην εικόνα του Αγίου Γεωργίου και με αλαζονικό ύφος είπε προς τους Μοναχούς: «Ώστε αυτή είναι η θαυματουργός εικόνα του Αγίου Γεωργίου;». Και άγγιξε με τον δάκτυλόν του την παρειά του Αγίου. Αμέσως όμως το δάκτυλόν του κόλλησε στην εικόνα και μάταια προσπαθούσε να το ξεκολλήση. Η αγωνία του και ο φόβος του μεγάλωνε όσο αγωνιζόταν και δοκίμαζε να το ξεκολλήση. Κάθε φορά που προσπαθούσε να το αποχωρήσει από την εικόνα, ένοιωθε και πόνους γιατί το δάκτυλό του είχε κολλήσει πολύ δυνατά. Στο τέλος ο δυστυχής Επίσκοπος δέχθηκε, παρά την θέλησίν του, να του κόψουν ύστερα από επέμβαση το δάκτυλό του και έτσι έμαθε καλά εξ ιδίας πείρας την γνησιότητα, την αλήθεια και την δύναμη των θαυμάτων του ενδόξου Τροπαιοφόρου Γεωργίου.

Η εικόνα του Αγίου Γεωργίου είναι στολισμένη με αργυρούν ένδυμα το οποίον κατεσκευάσθη στην Πετρούπολη, με την ευλογία του Μητροπολίτου Σεραφείμ, καθώς αναγράφεται και στο κράσπεδον του κάτω μέρους του ενδύματος. Η αγιογράφησις της εικόνος είναι Βυζαντινή, αλλά εξ αιτίας της παρόδου του χρόνου είναι σκοτεινή.

β) Περί της εικόνος που ήλθε μέσω θαλάσσης από την Αραβίαν.

Υπάρχει κοντά στον κίονα του αριστερού χορού που ευρίσκεται η εικόνα του Αγ. Γεωργίου η εξής χειρόγραφος διήγησις.

Η αγία εικόνα ήλθε από την Αραβίαν και βρέθηκε στο λιμάνι της Μονής Βατοπαιδίου. Η απροσδόκητη άφιξις της εικόνος προκάλεσε ταραχή και θόρυβον στο Άγιον Όρος. Διότι η φήμη εξαπλώθηκε γρήγορα και συνέρρεαν μοναχοί απ' όλα τα Μοναστήρια για να προσκυνήσουν την αγίαν εικόνα που με θαύμα εφανερώθη στο λιμάνι. Μάλιστα κάθε Μοναστήρι επεδίωκε να αποκτήσει τον θησαυρό αυτό και οι Γέροντες ηρνούντο να την δώσουν στην Μονή Βατοπαιδίου. Τελικά απεφάσισαν να βάλουν κλήρο και να δεχθούν την απόφαση της αγίας εικόνος. Πράγματι επήραν ομοφώνως απόφασιν όλοι οι Γέροντες να φορτώσουν την εικόνα, σ' έναν ξένον και άγριον νέον ημίονον που δεν ήξερε τους δρόμους και τα Μοναστήρια και αφού τον αφήσουν ελεύθερο να τον ακολουθήσουν από μακριά. Εκεί που θα εσταματούσε, θα έπρεπε να μείνει η ιερά εικόνα. Έτσι και έγινε. Αφού ωδήγησαν τον ημίονο στο δρόμο Θεσσαλονίκης - Αγίου Όρους τον άφησαν στην θέλησή του. Και ο ημίονος με αργό και ισόμετρο περπάτημα σαν να ένοιωθε ότι μετέφερε ιερό φορτίο επέρασε από δύσβατους τόπους, δάση και υψώματα και έφθασε στη Μονή Ζωγράφου και στάθηκε ακίνητος σ' έναν ωραιότατον λόφον.

Με αυτό τον τρόπο επληροφορήθησαν όλοι ότι η θέληση του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου ήταν να μείνει η ιερή του εικόνα στη Μονή Ζωγράφου. Όλοι οι Μοναχοί δέχθηκαν στη Μονή με χαρά και με πνευματική πανήγυρι την ιερή εικόνα και την ετοποθέτησαν στον κίονα του αριστερού χορού. Ο ημίονος που μετέφερε των αγίαν εικόνα μόλις του την ξεφόρτωσαν εξέπνευσε και τον έθαψαν στον τόπον εκείνον. Σε ανάμνηση για τον ερχομό της ιεράς εικόνος του Αγίου Γεωργίου έκτισαν στον λόφο ένα κελλί και μικρή εκκλησία στο όνομα του Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου.

γ) Περί της αγίας εικόνος που αφιέρωσε ο Ηγεμόνας της Μολδοβλαχίας Στέφανος.

Στον βορειοδυτικό κίονα, στον οποίο στηρίζεται και ο τρούλλος, είναι ανηρτημένη και άλλη εικόνα του Αγίου Γεωργίου, για την οποίαν υπάρχει η εξής χειρόγραφος διήγησις στη Μονή Ζωγράφου.

Ο Ηγεμόνας της Μολδοβλαχίας Στέφανος είχε, ως γνωστόν, συνεχώς πολέμους με τους Τούρκους. Κάποτε συνεκεντρώθησαν τα τούρκικα ασκέρια, που ήσαν αναρίθμητα, αποφασισμένα να τον αφανίσουν. Όταν είδε ο Στέφανος το πλήθος του εχθρού εφοβήθη. Αμέσως όμως συνήλθε και με θερμή προσευχή κατέφυγε στον Κύριον τον Θεόν και επεκαλέσθη με δάκρυα την βοήθειάν του. Με την εκ βάθους καρδίας προσευχήν του απεκοιμήθη. Μόλις τον επήρε ο ελαφρός ύπνος, του εμφανίσθηκε ο Μεγαλομάρτυς Γεώργιος που τον περιέλουζε ένα λαμπρό και θαυμάσιον φως, τα μάτια του άστραφταν και η ουράνια δόξα τον περιέβαλλε. Ο Στέφανος αν και κοιμόταν εφοβήθη και ετρόμαξε. Τότε ο Άγιος του είπε: «Έχε θάρρος στον Κύριό σου και μη φοβάσαι το πλήθος αυτό. Αύριο συγκέντρωσε όλο το στράτευμά σου και οδήγησέ το εναντίον των εχθρών του Χριστού με φωνές πανηγυρικές και σάλπιγγες και θα δεις την δύναμη του Θεού μας που πάντα σε βοηθεί. Γι' αυτό τον λόγο στάθηκα εδώ, για να σου αποκαλύψω ποιος θα νικήσει και να σου αναφέρω ότι η δύναμις του Θεού είναι μαζί σου και ότι ακόμη και εγώ θα σε βοηθήσω στη μάχη αυτή. Για όλα αυτά ανακαίνισε την Μονή Ζωγράφου που είναι αφιερωμένη στ' όνομά μου, και που ερημώθηκε. Στείλε μάλιστα και την δική μου εικόνα που έχεις μαζί σου».

Ο Στέφανος πήρε θάρρος από την εμφάνιση του Αγίου και ακόμη από την υπόσχεση που του έδωσε ότι θα τον βοηθούσε, θεία χάριτι. Αφού μάλιστα έφερε και την αγία εικόνα μαζί του με την φωνή των σαλπίγγων, επέπεσε ξαφνικά σαν λαίλαπας δυνατός στον όγκο των Οθωμανών και τους συνέτριψε χωρίς χρονοτριβή και τους διέλυσε. Ύστερα από ολίγον καιρό έστειλε και την αγία εικόνα στο Άγιον Όρος και ανακαίνισε την Μονή Ζωγράφου, σύμφωνα με την θέληση του Αγίου, αφού αφιέρωσε σε αυτή και πολλά αφιερώματα.

Κάποιος Ρώσσος συγγραφέας αναφερόμενος στην αγία εικόνα του Αγίου Γεωργίου, γράφει τα εξής: «Κατά τον 15ον αιώνα εφάνη και άλλος ευεργέτης της Μονής Ζωγράφου ο Στέφανος που ήταν επίσημος Ηγεμόνας της Μολδοβλαχίας, ο οποίος ηγωνίσθη πολλές φορές εναντίον των Οθωμανών πάντοτε τροπαιοφόρως. Όταν τον περικύκλωσαν κάποτε αμέτρητα πλήθη εχθρού, σκεφτόταν με ποιο τρόπο θα μπορούσε να σώσει τους περιβόλους του φρουρίου. Τότε φάνηκε πάνω στο τείχος η μάνα του, η οποία του είπε: «Δεν θα επιτρέψω ποτέ στους εχθρούς σου να ανοίξουν τις πύλες του φρουρίου σου. Εάν δεν νικήσεις και δεν μπορέσεις να αντισταθείς σ' αυτούς στο πεδίον της μάχης, ελάχιστη ελπίδα σου απομένει για τους περιβόλους».

Εκείνο λοιπόν το βράδυ εφάνη ο Άγιος Γεώργιος προς τον συγχυσμένο ηγεμόνα Στέφανον και του υπεσχέθη τη νίκη. Επίσης τον διέταξε να αποστείλει την αγία εικόνα που είχε πάντοτε μαζί του ο Στέφανος στην Μονή Ζωγράφου, και να την ανακαινίσει γιατί ήδη ήταν ερημωμένη. Η νίκη έστεψε τα όπλα του ηγεμόνος και κατατρόπωσε τον εχθρό. Ο Στέφανος εξεπλήρωσε την εντολή του Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου και την εικόνα απέστειλε και την Μονή μεγαλοπρεπώς ανακαίνισεν.

Και οι τρεις εικόνες του Αγίου Γεωργίου είναι περιβεβλημένες με ωραιότατα αργυρά ενδύματα που είναι κοσμημένα με πολύτιμους λίθους. Μάλιστα όλος ο διάκοσμός τους ετεχνουργήθη στη Ρωσία.


Περί της θαυμαστής εικόνος του αγίου Γεωργίου που βρίσκεται στην Ιερά Μονή Ξενοφώντος

Στον Άγιον Όρος σώζεται η αρχαία προφορική παράδοσις και για την αγία εικόνα που υπήρχε κατά τους χρόνους των ασεβών και κακοδόξων εικονομάχων που με βασιλικά διατάγματα εκαίοντο οι άγιες και σεβαστές εικόνες.

Στα χρόνια εκείνα λοιπόν οι υπηρέτες του παρανόμου βασιλιά ερευνούσαν και προσπαθούσαν να βρίσκουν τις άγιες εικόνες για να τις συντρίβουν και να τις ρίχνουν στη φωτιά. Βρήκαν λοιπόν και την αγία αυτή εικόνα και την έρριξαν στη φωτιά για να καεί. Αλλά μάταια εκοπίαζαν οι ανόητοι, διότι η αγία εικόνα έμεινε άφλεκτος μέχρι που έσβησε τελείως η φωτιά. Οι εικονομάχοι όταν είδαν ότι ελάχιστα η φωτιά πείραξε τα ενδύματα του Αγίου και το πρόσωπόν του τίποτα δεν έπαθε, εξεπλάγησαν. Ένας μάλιστα περισσότερο ασεβής έμπηξε μαχαίρι στο πηγούνι του Αγίου και αμέσως έτρεξε αίμα καθαρό. Τότε όλοι όσοι είδαν το θαύμα έφυγαν ο καθένας για το σπίτι του. Ένας ευσεβής χριστιανός, αφού παρέλαβε την αγία εικόνα και ήλθε στον γιαλόν, προσευχήθηκε θερμά προς τον Κύριον για να σταματήσει η φρικτή θύελλα της εικονομαχίας. Έπειτα αφού γύρισε προς την αγία εικόνα είπε: «Μεγαλομάρτυρα του χριστού Τροπαιοφόρε Γεώργιε, Συ ο οποίος και στη ζωή αλλά και μετά θάνατον έκαμες τόσα πολλά θαύματα και που μόλις τώρα άφησες άφλεκτον την αγία σου εικόνα, διεφύλαξε και τώρα αυτήν και από την θάλασσα και μετέφερέ την όπου συ γνωρίζεις και επιθυμείς προς δόξαν του Θεού μας». Και μόλις ετελείωσε έβαλε την εικόνα στη θάλασσα.

Ο Χριστιανός εκείνος έφυγε. Ο Μεγαλομάρτυς Γεώργιος φρόντισε ώστε η αγία του εικόνα να φθάσει στο Άγιον Όρος όπου και άλλες εικόνες η θεία Πρόνοια oδήγησε. Η εικόνα ετοποθετήθη κοντά στην Μονή Ξενοφώντος όπου έρρεαν τα ιαματικά όξινα νερά. Υπήρχε μάλιστα εκεί ένα Μονύδριον αφιερωμένο στον Μεγαλομάρτυρα Δημήτριον. Ακόμη σώζεται ο ναΐσκος αυτός όπου οι μοναχοί όταν είδαν την εικόνα του Αγ. Γεωργίου την μετέφεραν εκεί γεμάτοι χαρά και ευλάβεια. Ύστερα έκτισαν Ναόν κοντά στο ναΐδριον. Όταν αυξήθηκαν οι μοναχοί και μεγάλωσε η Μονή, ωνομάσθη του Αγίου Γεωργίου. Οι Μοναχοί εορτάζουν καθημερινώς μαζί με τον Άγιο Γεώργιο και τον Μεγαλομάρτυρα Δημήτριο και τους μνημονεύουν κατά τας απολύσεις των ακολουθιών.

Η αγία εικόνα ευρίσκεται στο μεγάλο Καθολικό νέο Ναό του Αγίου Γεωργίου στον ανατολικό κίονα του δεξιού χορού και έχει ζωγραφισμένο ολόσωμο τον Μεγαλομάρτυρα και σε ένδειξη του θαύματος φέρει και την πληγή στο πηγούνι και το αίμα του είναι πηγμένο σε αυτήν. Μέχρι σήμερα το θαυμαστό φαινόμενο κηρύττει περίτρανα τα πάμπολλα θαύματα που επετέλεσε και επιτελεί ο Άγιος Μεγαλομάρτυς και Τροπαιοφόρος Γεώργιος.

Η μνήμη του εορτάζεται την 23ην Απριλίου.


Ἀπολυτίκιον - Ἦχος δ'
Ὡς τῶν αἰχμαλώτων ἐλευθερωτής, καὶ τῶν πτωχῶν ὑπερασπιστής, ἀσθενούντων ἰατρός, βασιλέων ὑπέρμαχος, Τροπαιοφόρε Μεγαλομάρτυς Γεώργιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν. 


Κοντάκιον - Ἦχος δ' - Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῶ 
Γεωργηθεὶς ὑπὸ Θεοῦ ἀνεδείχθης, τῆς εὐσεβείας γεωργὸς τιμιώτατος, τῶν ἀρετῶν τὰ δράγματα συλλέξας σεαυτῷ, σπείρας γὰρ ἐνδάκρυσιν, εὐφροσύνη θερίζεις, ἀθλήσας δὲ δι' αἵματος, τὸν Χριστὸν ἐκομίσω, καὶ ταῖς πρεσβείαις Ἅγιε ταῖς σαῖς, πᾶσι παρέχεις πταισμάτων συγχώρησιν.


Πηγή: Έκδοσις Ορθοδόξου Ιδρύματος "Ο Απόστολος Βαρνάβας"
Περισσότερα...