Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θαυμαστός ο Θεός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θαυμαστός ο Θεός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 11 Αυγούστου 2015

Θαύμα της Παναγίας


Στην ανάρτηση αυτή θα δούμε ένα πραγματικό γεγονός - τη θαυμαστή επέμβαση της Παναγί- ας για να σώσει αεροπλάνο - όπως το διηγεί- ται επιβάτης που ήταν στο αεροπλάνο το οποίο επέστρεφε από τους Αγίους Τόπους, τα χαρά- ματα της Παρασκευής 29 Αυγούστου του 2003.



Φεύγαμε με βαριά καρδιά από την Ιερουσαλήμ, με κατεύθυνση προς Τελ Αβίβ και από εκεί για Αθήνα. Είχαμε περάσει υπέροχα. Την προηγούμενη, είχαμε γιορτάσει Πανηγυρικά την Κοίμηση της Παναγίας μας στον Τάφο Της, αφού στα Ιεροσόλυμα η Κοίμηση εορτάζεται 13 ημέρες μετά, στις 28 Αυγούστου.


Ζήσαμε μία πρωτόγνωρη, μοναδική εμπειρία. Το πανηγύρι ήταν μεγαλοπρεπές, πλούσιο, γενναιόδωρο προς πάντας. Αργά το απόγευμα ετοιμάσαμε τις βαλίτσες μας, το βράδυ λάβαμε μέρος στην αγρυπνία στον Πανάγιο Τάφο και αμέσως μετά, γρήγορα στο πούλμαν που μας περίμενε ακριβώς έξω από την παλαιά Πόλη. O καιρός ήταν καλός. O ουρανός έναστρος και μέσα σε μία γλυκιά ησυχία απολαμβάναμε την Πόλη φωτισμένη. Είχαμε στυλώσει τα μάτια μας στα τείχη της, αγκαλιάζοντας νοερά όλα τα Πανάγια Προσκυνήματα, κλείνοντας τα ερμητικά μέσα στην καρδιά μας. Ένα σχεδόν αδιόρατο ελαφρύ χαμόγελο πρόδιδε την κούραση των ημερών, αλλά και την βαθιά ευγνωμοσύνη μας προς τον Θεό για όσα ζήσαμε. Η ευχαρίστηση μας ήταν τόση, που δεν κλονίστηκε καθόλου από την παρατεταμένη αναμονή, ούτε από τον εξαντλητικό έλεγχο των Ισραηλινών στο αεροδρόμιο.

Όταν επιτέλους επιβιβάστηκα στο αεροπλάνο - εάν θυμάμαι καλά ήταν ένα δικινητήριο Airbus - πρόσεξα ότι τα φώτα του τρεμόπαιζαν συνεχώς και δεν σταθεροποιούνταν σε μία συγκεκριμένη φωτεινότητα. Σκέφθηκα ότι κάποιο καλώδιο δεν κάνει καλή επαφή και βυθίστηκα στο κάθισμα μου. Όταν ξεκίνησε η τροχοδρόμηση, τα πρόβλημα στα ηλεκτρικά έγινε πιο έντονο, ενώ παράλληλα ακούγονταν και ο χαρακτηριστικός ήχος μικρών, πολλαπλών βραχυκυκλωμάτων. Δεν έδωσα σημασία· τα φώτα έσβησαν, απογειωθήκαμε και, όταν ξανάναψαν το πρόβλημα υφίστατο σε μικρότερο βαθμό. Καθόμουν με τη μητέρα μου στην αριστερή πλευρά του αεροσκάφους, μπροστά από το φτερό, ενώ φίλοι και γνωστοί κάθονταν σε κοντινές θέσεις.

Μετά από περίπου 20 λεπτά ακούσαμε έναν δυνατό θόρυβο και το αεροπλάνο άρχιζε να τρέμει και να κινείται δεξιά και αριστερά, σαν να «κοσκινίζει», όπως εύστοχα παρατήρησε κάποιος φίλος. O πιλότος είπε πρώτα στα εβραϊκά και μετά στα αγγλικά να παραμείνουμε με τις ζώνες μας δεμένες, το ίδιο έκαναν αμέσως και οι αεροσυνοδοί Αρχικά δεν δώσαμε σημασία, ώσπου κοίταξα το φτερό και είδα την τουρμπίνα να φλέγεται και να εκσφενδονίζει κομμάτια από πυρωμένο σίδερο! Μετά από ένα καθησυχαστικό πρόλογο, την έδειξα στη μητέρα μου και στους γύρω φίλους. Όλοι μας είχαμε ταξιδέψει πολλές φορές με αεροπλάνο, αλλά ήταν η πρώτη φορά που βλέπαμε φλεγόμενο κινητήρα. Σφιχθήκαμε κάπως αλλά κρύψαμε επιμελώς την ανησυχία μας, σιωπώντας. Κάποιοι από εμάς όπως έμαθα αργότερα, λέγαμε νοερά την Ευχή. Μετά από αρκετά λεπτά έγινε νέα ανακοίνωση που μας πληροφορούσε για την απώλεια του αριστερού κινητήρα και ότι θα προσπαθήσουμε να φθάσουμε στα Ελευθέριος Βενιζέλος με τον άλλον.

Δεν πέρασαν άλλα είκοσι λεπτά όταν ακούστηκε ένας λιγότερος δυνατός θόρυβος από τη δεξιά πλευρά και νοιώσαμε όλοι τις ίδιες έντονες δονήσεις του αεροσκάφους, αναμεμιγμένες με αναταράξεις. Κάποιοι που κάθονταν μπροστά από το δεξί φτερό φώναξαν «πήρε φωτιά η τουρμπίνα»! Το μέχρι τότε ήπιο και, μάλλον ευχάριστο κλίμα, του θαλάμου αντικαταστάθηκε σύντομα από πανικό. Το αεροσκάφος έχανε διαρκώς και απότομα ύψος και ακουγόταν ένας θόρυβος σαν σφύριγμα, που μετά θυμήθηκα ότι τον άκουγα στις ταινίες, όταν έπεφταν οι βόμβες των αεροπλάνων. Οι αεροσυνοδοί, που μόλις είχαν ξεκίνησε να προσφέρουν αναψυκτικά, ασφάλισαν τρέχοντας τα καροτσάκια τους στις κατάλληλες θέσεις· κάθισαν γρήγορα κα προσδέθηκαν κρατώντας το κεφάλι τους κοντά στα γόνατα. Αρκετοί καρδιοπαθείς και ηλικιωμένοι έπαιρναν τα χάπια τους δύο - δύο. Μεταξύ συζύγων, γίνονται δημόσιες εξομολογήσεις για το πότε απάτησε ο ένας τον άλλον και με ποιόν και ζητούσαν συγχώρεση. Γιαγιάδες και παπούδες απεκάλυπταν στα παιδιά τους ότι τους αδίκησαν στη διαθήκη τους και ζητούσαν συγχώρεση και εκείνα την έδιναν, αλλά και τη ζητούσαν με τη σειρά τους για παλιές άπρεπες συμπεριφορές. Φίλοι ομολογούσαν ότι με αφορμή το τάδε περιστατικό είχαν πει ψέματα και συκοφαντήσει αλλήλους....

Όλα τα παραπάνω μαζί με τη συνεχή και απότομη απώλεια ύψους, τις ασυνήθιστες αναταράξεις και τη σιγή του πιλότου έκαναν βαριά την ατμόσφαιρα. Σαν να μην έφθανε αυτό, κάποιος από την παρέα φώναξε «είχε δίκιο ο τάδε», ενθυμούμενος τα λόγια ενός μοναχού, που του είχε πει, παρουσία τρίτων, πριν από λίγες ήμερες ότι η Ελλάδα θα θρηνήσει μεγαλύτερο αριθμό νεκρών από ό,τι το Πάσχα - αναφερόμενος στο δυστύχημα λίγο πριν από τη Μεγάλη Εβδομάδα στα Τέμπη - μόνο που αυτή τη φορά θα είναι στη θάλασσα. Είχαμε αρχίσει να ανησυχούμε σοβαρά...

Το αεροπλάνο άρχισε να παίρνει κλίση καταλάβαμε ότι προσπαθεί να στρίψει και σκέφθηκα ότι θα επιστρέφαμε στο Τελ Αβίβ ή ότι θα πηγαίναμε στην Κύπρο. Σε λίγο σηκώθηκε μία αεροσυνοδός και πήγε βιαστικά να ασφαλίσει κάποια αντικείμενα που έπεφταν. Τη σταμάτησα και τη ρώτησα τι ακριβώς συνέβαινε. Η πρώην χαμογελαστή και γλυκομίλητη κοπέλα είχε γίνει κατάχλωμη και είχε χάσει τη φωνή της. Ο φόβος κυριαρχούσε στην έκφραση του προσώπου της, στα σφιγμένα δόντια και κορυφώνονταν στα μάτια της.

Τη ρώτησα εάν είχαμε χάσει και τους δύο κινητήρες και απάντησε με νεύμα καταφατικά. «Και τώρα τι θα γίνει; Πώς θα το αντιμετωπίσουμε;» ξαναρώτησα. Έπαψε να με κοιτάζει στα μάτια, το βλέμμα της έγινε μακρινό, σαν να κοιτούσε το κενό, κινούσε το κεφάλι της δεξιά και αριστερά, ανασήκωσε τους ώμους αδιάφορα, σαν όλα να είχαν τελειώσει και έκανε να φύγει. Τη συγκράτησα έντονα από το χέρι φωνάζοντας «Πέφτουμε;» και εκείνη μου έγνεψε πολλές φορές καταφατικά, χωρίς να μπορεί να αρθρώσει λέξη και έτρεξε να προσδεθεί πάλι στο κάθισμα της, κρατώντας σφιχτά το κεφάλι στα γόνατα. Πήραμε όλοι βαθιά ανάσα και προσπαθούσαμε όσο το δυνατόν ψύχραιμα να συνειδητοποιήσουμε τα συμβαίνοντα.

Το πέπλο της μελαγχολίας έσκισε η δυνατή φωνή ενός ρασοφόρου: «Μην φοβάστε, αδελφοί μου, ας προσευχηθούμε, δεν θα αφήσει ο Θεός!». Οι ιερείς έβαλαν πετραχήλι και άρχισαν να διαβάζουν, κάποιοι λαϊκοί έλεγαν νοερά την Ευχή και οι υπόλοιποι χωρίστηκαν σε δυο ομάδες - τη δεξιά και την αριστερή πτέρυγα του θαλάμου των επιβατών - και άρχισαν δειλά να ψάλουν οι μεν την Παράκληση της Παναγίας, οι δε τους Χαιρετισμούς. Αναθέσαμε την ελπίδα μας στον Θεό και αισθανθήκαμε πολύ καλύτερα ξελαφρώσαμε.

Οι αλλόθρησκοι επιβάτες, υπερβολικά φοβισμένοι σε σύγκριση μ' εμάς, νόμιζαν ότι τραγουδούσαμε και μας κοίταζαν σαν να ήμασταν τρελοί. Η παρήγορη όμως αυτή ψυχική ανάταση διεκόπη λίγο αργότερα, όταν έκανε ανακοίνωση με τρεμάμενη φωνή ο πιλότος: «όπως ήδη καταλάβατε, πριν από λίγη ώρα χάσαμε και το δεύτερο κινητήρα ανεφλέγη. Ρίξαμε τα καύσιμα και θα προσπαθήσουμε να επιστρέψουμε στο Μπεν Κουριόν (το αεροδρόμιο του Τελ Αβίβ), αλλά...» του ήρθε ένας κόμπος στον λαιμό και σταμάτησε απότομα. Προς στιγμήν πάγωσε το αίμα μας. Όπως και να το κάνουμε, αλλιώς είναι να υποθέτεις βάσιμα πως οδεύεις σε κάτι δυσάρεστο και αλλιώς είναι να σου το επιβεβαιώνουν επισήμως! Μετά τις πρώτες αμήχανες στιγμές, συνεχίσαμε όλοι μαζί να προσευχόμαστε από το σημείο που είχαμε σταματήσει, άλλοι την Ευχή, άλλοι την Παράκληση, άλλοι τους Χαιρετισμούς. Μού έκανε εντύπωση ότι προσεύχονταν θερμά και όσοι έδειχναν στο παρελθόν να μην πιστεύουν...

Προσπάθησα να φερθώ ψύχραιμα σε σημείο που κατηγορήθηκα για αναισθησία. Εξήγησα ήρεμα, με την ελπίδα να δώσω κουράγιο και σε κάποιους που έκλαιγαν: «Κάποτε όλοι θα πεθάνουμε αυτό δεν αλλάζει. Τι μας μένει τότε; Το πόσα χρόνια θα ζήσουμε και το πώς θα τα ζήσουμε. Όλοι μας θέλουμε να ζήσουμε πολλά χρόνια, εάν όμως ο Θεός αποφάσισε να πεθάνουμε σήμερα, ούτε αυτό αλλάζει. Εξάλλου, δεν υπάρχει κάτι που να μπορούμε να κάνουμε ανθρωπίνως για να σωθούμε και δεν το κάνουμε. Άρα, εάν πάρουμε ως δεδομένο ότι σήμερα θα κληθούμε σε απολογία, τι πρέπει να μας ενδιαφέρει; Το σε ποια κατάσταση βρίσκεται η ψυχή μας.

Τώρα θα μου πείτε: «είμαι σε άσχημη κατάσταση, αλλά, εάν είχα και άλλα χρόνια, θα μετανοούσα!» Αυτή όμως η φιλοσοφική σκέψη δεν είναι της παρούσης, είναι μάλλον ένας ευσεβής πόθος, γιατί είπαμε ότι παίρνουμε ως δεδομένο ότι παραδίδουμε σήμερα. Άρα τι μάς μένει να κάνουμε; Να προσευχηθούμε ειλικρινά και να ζητήσουμε με θερμή συγχώρεση των αμαρτιών μας. Όμως πρέπει να έχουμε την ελπίδα μας στο έλεος του Θεού, γιατί ο Θεός από την άπειρη αγάπη Του για εμάς, δεν θα επέτρεπε ποτέ να γίνει κάτι προς ζημία της ψυχής μας, δηλαδή, εάν μάς πάρει σήμερα, αυτό θα πει ότι θα μας πάρει στην καλύτερη στιγμή μας.

Οι περισσότεροι από εμάς εξομολογηθήκαμε και κοινωνήσαμε μόλις χθες στη εορτή της Παναγίας, άρα είμαστε κατά το δυνατόν έτοιμοι. σκεφθείτε να φεύγαμε εντελώς απροετοίμαστοι; Όσοι ήρθαμε εδώ, δεν ήρθαμε για τουρισμό αλλά για προσκύνημα• λέτε ο Κύριος και η Παναγία, που ήρθαμε στην εορτή Της, να μάς αφήσουν έτσι;

Οι αναταράξεις συνεχίζονταν πάλι έντονες. Ήμασταν χαμηλά, άρχισαν να διακρίνονται τα νησιά με τα χαρακτηριστικά τους και μακριά η στεριά. Ξαφνικά σηκώθηκε όρθιος ο ίδιος ρασοφόρος, που καθόταν μπροστά δεξιά και μάς είχε παροτρύνει να προσευχηθούμε - δεν γνωρίζω εάν ήταν μοναχός η Ιερομόναχος (θυμάμαι μόνο την ψηλόλιγνη μορφή του το ιλαρό του προσώπου και τη μακριά του γενειάδα) και είπε με δυνατή και γεμάτη σιγουριά φωνή και δακρυσμένα μάτια «Παιδιά μου, σας παρακαλώ, πιστέψτε με βλέπω την Παναγία μας μπροστά μου θεόρατη και κρατάει το αεροπλάνο από την κοιλιά - θα σωθούμε, θα σωθούμε!» και ξεσπώντας σε δάκρυα: «ας προσευχηθούμε να την ευχαριστήσουμε».

Όλοι οι επιβάτες πήραμε κουράγιο και αρχίσαμε να ψέλνουμε, δυνατά αυτή τι φορά, χαρμόσυνα την Παράκληση. Μέχρι και οι αεροσυνοδοί κατάλαβαν από τι γλώσσα του σώματος ότι κάτι ευχάριστο συμβαίνει και αναθάρρεψαν κοιτώντας απορημένες.

Σε λίγη ώρα φάνηκαν καθαρά τα κτήρια του Τελ Αβίβ - ήμασταν ήδη πολύ χαμηλά. Έμεναν λίγες μόλις στιγμές... Άρχισαν να μπαίνουν λογισμοί αμφιβολίας στο μυαλό μου: «Άραγε η πρόσκρουση θα γίνει στη στεριά ή θα πέσουμε στη θάλασσα;» Μα προσπαθούσα να τους διώξω με την προσευχή: «Πιστεύω Κύριε, βοήθει μου τη απιστία. Γεννηθήτω το θέλημα Σου. Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς.»

Σε λίγο φάνηκε το αεροδρόμιο. Ο διάδρομος ήταν στρωμένος με αφρό και κατά μήκος του ήταν παρατεταγμένα πολλά νοσοκομειακά. Άλλο αεροπλάνο δεν φαινόταν, προφανώς μάς είχαν δώσει προτεραιότητα. Μας φάνηκε ότι κατεβαίναμε με μεγάλη ταχύτητα σε σχέση με τις άλλες φορές, μας χώριζαν λίγα μόλις μέτρα από το έδαφος. Όταν έγινε η επαφή, το αεροπλάνο σταμάτησε κατά θαυμαστό τρόπο σε μόλις 50 μέτρα, χωρίς κανένας μας να κινηθεί από τη θέση του, έστω και κατ' ελάχιστον. Τουρμπίνες δεν είχε, για να τις θέσει σε ανάστροφη λειτουργία, ώστε να φρενάρει, και το φρένο στις ρόδες θα έπρεπε να είναι πολύ απότομο - πράγμα πολύ επικίνδυνο - για να σταματήσουμε μόλις σε 50 μέτρα, και ακόμα και τότε θα έπρεπε λόγω αδράνειας να πεταχτούμε όλοι προς τα μπροστά! (Εδώ φρενάρει κανείς λίγο με το αυτοκίνητο και με μικρές ταχύτητες και το σώμα του πηγαίνει μπροστά). Τίποτα όμως από όλα αυτά δεν έγινε. Το αεροπλάνο δεν σταμάτησε σύμφωνα με τους νόμους της φυσικής, αλλά σαν να εναποτέθηκε μαλακά στο έδαφος!

Όλοι αρχίσαμε, γεμάτοι ανακούφιση, τα ευχαριστήρια: «Δόξα Σοι Κύριε», «Σε ευχαριστώ Παναγία μου», «Ας είναι ευλογημένο το Όνομα Σου, Κύριε».

Μόνο τις αεροσυνοδούς είχε πιάσει νευρική κρίση. Για τουλάχιστον πέντε λεπτά η μία άνοιγε ένα γιαούρτι, έτρωγε μία κουταλιά, το πέταγε και έπαιρνε άλλο, η άλλη ανοιγόκλεινε συνεχώς κάποια μεταλλικά συρτάρια, η άλλη έτρεμε και χτυπούσαν τα δόντια της.

Μετά από λίγο αποβιβαστήκαμε και συνοδεία αστυνομικών, ιατρών και νοσοκόμων πήγαμε σε ένα σαλόνι, όπου κάποιους προσπαθούσαν να τους συνεφέρουν και στους υπόλοιπους πρόσφεραν ένα αναψυκτικό. Από την ένταση είχε στεγνώσει το στόμα μας, αλλά ποιος νοιαζόταν;

Ήμασταν ζωντανοί μόνο αυτό μετρούσε! Σε λίγο ήρθε άλλο αεροσκάφος να μάς πάει στην Αθήνα, όπου και φθάσαμε ασφαλώς. Βέβαια μάς περίμεναν δημοσιογράφοι και κάμερες. Ένας φίλος μου τηλεφώνησε με αγωνία να δει εάν είμαι καλά, γιατί είδε ένα trailer στις πρωινές ειδήσεις μεγάλου καναλιού για την πτήση μας, αλλά μετά το θέμα αποσιωπήθηκε επιμελώς.

Από εκείνη τη στιγμή, όλοι μας χάσαμε το ενδιαφέρον μας για τις λεπτομέρειες. Δεν φώναζε κανείς, δεν διαμαρτύρονταν για την καθυστέρηση, για τις βαλίτσες, για τις δημοσίως εξομολογηθείσες βαριές αμαρτίες, για τίποτα. Βαδίζαμε στη γη, αλλά το μυαλό και η καρδιά μας ήταν γεμάτα ευγνωμοσύνη, κατά τη δύναμη του καθενός προσκολλημένα σε Εκείνον που μάς επιβεβαίωσε τόσο περίτρανα και πάλι την αγάπη Του. Ξέραμε ότι ζούσαμε μέσα στην πρόνοια του Θεού και αισθανόμασταν απέραντη χαρά και ανεκλάλητη ευγνωμοσύνη γι’ αυτό.

Και οι επόμενες ήμερες πέρασαν έτσι. Έβλεπα καθετί ως δημιούργημα του Θεού, το αγαπούσα και το θαύμαζα. Είχα πάψει να θυμώνω και να αναλώνομαι σε δευτερεύοντα πράγματα. Προσπαθούσα να ανταποκριθώ στην Αγάπη του Θεού με επιεική συμπεριφορά, μην κρίνοντας και, οπού μπορούσα, βοηθώντας τους άλλους. Δυστυχώς, μετά από μία περίπου εβδομάδα, ξαναμπήκα στη ρουτίνα τής καθημερινότητας. Ντρέπομαι που το αναφέρω, αλλά δεν κατάφερα να συγκρατήσω μέσα μου εκείνη την πρωτόγνωρη ειρήνη, την προσευχή, την ευγνωμοσύνη, την αγάπη.

Αυτά το πέρα για πέρα πραγματικό γεγονός, με έκανε να βλέπω τα πράγματα λίγο διαφορετικά, να προσπαθώ να βγω από το καβούκι του εγωκεντρισμού μου και της παράλογης λογικής μας, που τα βάζει όλα σε κουτάκια και θέλει να τα εξηγεί με νόμους και κανόνες. Ο φόβος του τέλους επιχαχύνει τη συνειδητοποίηση των λαθών, ωθεί σε συναίσθηση...

Η ευγνωμοσύνη που νοιώθει κανείς την άπειρη αγάπη Του Θεού μαλακώνει την καρδιά του, τον λιώνει, τον κάνει να αγαπάει διά του Θεού τους αδελφούς του και την κτίση και παράλληλα φοβάται μήπως με κάποια πράξη του λυπήσει τον Θεό και χάσει αυτό που αρχίζει να γεύεται η καρδιά του και σκιρτά, αυτό που φτιάχτηκε να αναζητά η ψυχή του την διά της αγάπης δωρεάν παρεχόμενης ένωσης της με τον Θεό.

(Αποφάσισα να γράψω αυτή τη μοναδική για μένα εμπειρία κατά παράκληση ενός αγαπητού αδελφού «προς δόξαν Θεού» και πνευματική τόνωση των αδελφών. Παρακαλώ, συγχωρέστε τον προσωπικό τόνο της διήγησης, αλλά ήθελα να αποδώσω τα γεγονότα και τα συναισθήματα ακριβώς, όπως τα ζήσαμε. Ευχαριστώ για την κατανόησή σας.)

Αναδημοσίευση κειμένου από: impantokratoros.gr
Περισσότερα...

Τρίτη 14 Ιουλίου 2015

Εμφάνιση της Αγ. Ευφημίας στον Γέροντα Παΐσιο


Στην ανάρτηση αυτή θα δούμε πώς η Αγία Ευφημία εμφανίστηκε στον Γέροντα Παΐσιο, μέσα από το βιβλίο «Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου», του Ιερομο- νάχου Ισαάκ, των εκδόσεων Καλύβης Αναστάσεως, Καψάλας Αγίου Όρους.

Ήταν στην αυλή της Καλύβης του ο Γέροντας (Παΐσιος), όταν τον επισκέφθηκε κάποιο πνευματικό του τέκνο. Επανελάμ- βανε συνεχώς από την καρδιά του: «Δόξα σοι ο Θεός», πάλιν και πολλάκις.


Σε μια στιγμή ο Γέροντας του είπε: «Αχρηστεύεται κανείς με την καλή έννοια»;

-Ποιος, Γέροντα;

-Ήσυχα καθόμουν στο Κελλί μου, ήρθε και με παλάβωσε. Ωραία περνούν επάνω.

-Τι συμβαίνει, Γέροντα;

-Θα σου πω, αλλά μην το πεις σε κανέναν.

Του διηγήθηκε τότε το έξης: «Είχα γυρίσει από τον κόσμο, όπου είχα βγει για ένα εκκλησιαστικό θέμα. Την Τρίτη, κατά η ώρα 10 το πρωί, ήμουν μέσα στο Κελί μου και έκανα τις Ώρες.

Ακούω χτύπημα στην πόρτα και μια γυναικεία φωνή να λέει: «Δι' ευχών των αγίων Πατέρων ημών…». Σκέφθηκα: «Πώς βρέθηκε γυναίκα μέσα στο Όρος;». Εν τούτοις ένιωσα μια θεία γλυκύτητα μέσα μου και ρώτησα:

- Ποιος είναι;

- Η Ευφημία! (απαντά).

Σκεφτόμουν, «ποια Ευφημία; Μήπως καμιά γυναίκα έκανε καμιά τρέλα και ήρθε με ανδρικά στο Όρος; Τώρα τι να κάνω;». Ξαναχτυπά. Ρωτάω:

- «Ποιος είναι»;

- «Η Ευφημία», απαντά και πάλι.

Σκέφτομαι και δεν ανοίγω. Στην τρίτη φορά που χτύπησε, άνοιξε μόνη της η πόρτα, που είχε σύρτη από μέσα. Άκουσα βήματα στον διάδρομο. Πετάχτηκα από το Κελί μου και βλέπω μια γυναίκα με μανδήλα. Την συνόδευε κάποιος, που έμοιαζε με τον Ευαγγελιστή Λουκά, ο οποίος εξαφανίσθηκε. Παρ’ όλο πού ήμουν σίγουρος ότι δεν είναι του πειρασμού, γιατί λαμποκοπούσε, την ρώτησα ποια είναι.

- Η μάρτυς Ευφημία, (απαντά).

- Αν είσαι η μάρτυς Ευφημία, έλα να προσκυνήσουμε την Αγία Τριάδα. Ό,τι κάνω εγώ να κάνεις και συ.

Μπήκα στην Εκκλησία, κάνω μια μετάνοια λέγοντας: «Εις το όνομα του Πατρός». Το επανέλαβε με μετάνοια. «Και του Υιού».

- «Και του Υιού», είπε με ψιλή φωνή.

- Πιο δυνατά, ν’ ακούω, είπα και επανέλαβε δυνατότερα.

- Ενώ ήταν ακόμα στο διάδρομο έκανε μετάνοιες, όχι προς την Εκκλησία, αλλά προς το Κελί μου. Στην αρχή παραξενεύτηκα, αλλά μετά θυμήθηκα ότι είχα μια μικρή χάρτινη εικονίτσα της Αγίας Τριάδος, κολλημένη σε ξύλο, πάνω από την πόρτα του Κελιού μου. Αφού προσκυνήσαμε και για τρίτη φορά.

- «Και του Αγίου Πνεύματος».

Μετά είπα: «Τώρα, να σε προσκυνήσω και εγώ». Την προσκύνησα και ασπάστηκα τα πόδια της και την άκρη της μύτης της. Στο πρόσωπο το θεώρησα αναίδεια να την ασπασθώ.

- Ύστερα κάθισε η Αγία στο σκαμνάκι και εγώ στο μπαουλάκι και μου έλυσε την απορία που είχα (στο εκκλησιαστικό θέμα).

- Μετά μου διηγήθηκε την ζωή της. Ήξερα ότι υπάρχει μια Αγία Ευφημία, αλλά τον βίο της δεν τον ήξερα. Όταν μου διηγείτο τα μαρτύρια της, όχι απλώς τα άκουγα, αλλά σαν να τα έβλεπα· τα ζούσα. Έφριξα! Πα, πα, πα!

- Πώς άντεξες τέτοια μαρτύρια; ρώτησα.

- Αν ήξερα τι δόξα έχουν οι Άγιοι, θα έκανα ό,τι μπορούσα να περάσω πιο μεγάλα μαρτύρια.

- Μετά απ’ αυτό το γεγονός για τρεις μέρες δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Σκιρτούσα και συνεχώς δόξαζα τον Θεό. Ούτε να φάω, ούτε τίποτα… συνεχώς δοξολογία».

Σε επιστολή του αναφέρει: «Σ’ όλη μου τη ζωή δεν θα μπορέσω να εξοφλήσω την μεγάλη μου υποχρέωση στην Αγία Ευφημία, η οποία ενώ ήταν άγνωστή μου και χωρίς να είχε καμιά υποχρέωση, μου έκανε αυτή την μεγάλη τιμή…».

Διηγούμενος το γεγονός πρόσθεσε με ταπείνωση ότι παρουσιάστηκε η Αγία Ευφημία, «όχι γιατί το αξίζω, αλλά επειδή με απασχολούσε εκείνο τον καιρό ένα θέμα που είχε σχέση με την κατάσταση της Εκκλησίας γενικά, και για δύο άλλους λόγους».

Εντύπωση έκανε στον Γέροντα «πώς αυτή η μικροκαμωμένη και αδύνατη άντεξε τόσα μαρτύρια. Να πεις ήταν καμία… (εννοούσε σωματώδης και δυνατή). Μια σταλιά ήταν».

Μέσα σε αυτήν την παραδεισένια κατάσταση συνέθεσε προς τιμήν της Αγίας ένα στιχηρό προσόμοιο: «Ποίοις ευφημιών άσμασιν ευφημήσωμεν την Ευφημίαν, την καταδεχθείσαν από άνωθεν και επισκεφθείσασαν κάτοικον μοναχόν ελεεινόν εν τη Καψάλα. Εκ τρίτου την θύραν πάλιν του έκρουσε τετάρτη ηνοίχθη μόνη εκ θαύματος και εισελθούσα με ουράνιον δόξαν, του Χριστού η Μάρτυς, προσκυνούντες ομού Τριάδα την Αγίαν».

Και ένα εξαποστειλάριο κατά το «Τοις μαθηταίς συνέλθωμεν…», που άρχιζε: «Μεγαλομάρτυς ένδοξε του Χρίστου Ευφημία, σ’ αγαπώ πολύ - πολύ μετά την Παναγία…». (Φυσικά αυτά δεν τα είχε για λειτουργική χρήση, ούτε τα έψαλλε δημοσίως).

Παρά την συνήθειά του βγήκε πάλι στην Σουρωτή και έκανε τις αδελφές μετόχους αυτής της ουράνιας χαράς. Με την βοήθειά του και τις οδηγίες του αγιογράφησαν την Αγία, όπως του εμφανίσθηκε.

Ο Γέροντας φιλοτέχνησε το αρνητικό της εικόνος της Αγίας σε μήτρα ατσάλινη με την οποία έκανε πρεσσαριστά εικονάκια και τα μοίραζε ευλογία στους προσκυνητές εις τιμήν της αγίας Ευφημίας. Κατά το σκάλισμα δυσκολεύτηκε να κάνει τα δάχτυλα του αριστερού της χεριού. Είπε: «Παιδεύτηκα να κάνω το χέρι της, αλλά μετά έβαλα έναν καλό λογισμό: «Ίσως επειδή και εγώ την παίδεψα την καημένη».
Περισσότερα...

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2015

Θαύμα Τιμίου Προδρόμου


Στην ανάρτηση αυτή θα δούμε μια διήγηση ενός γέροντα κατά την οποία περιγράφει τον θαυμαστό τρόπο με τον οποίο ο Τίμιος Πρόδρομος πολλαπλασίασε τους άρτους, ανήμερα της μνήμης του.

Τον περασμένο χρόνο (1939) ήμουν ένα διάστημα Τραπεζάρης. Πλησίαζε του Τιμίου Προδρόμου, κατά την οποία συνήθως μικροπανηγυρίζουμε. Εγώ από την προπαραμονή μέτρησα το ψωμί και ήταν όλα 250 ψωμιά.


Μ’ αυτό έπρεπε να κάμω 4 τράπεζες, γνωρίζοντας ότι για κάθε τράπεζα ξοδεύονται 70 - 80 ψωμιά. Εξαιτίας δε της εορτής του Τιμίου Προδρόμου έπρεπε να δώσω στους ξένους προσκυνητές και ευλογία ψωμί ένα ή δύο στον καθένα. Λογαριάζω καλά το ψωμί και βλέπω ότι δεν θα με φθάσει να περάσω.

Πηγαίνω στον ηγούμενο. Του λέω ότι το ψωμί δεν θα μας φθάσει και πρέπει αύριο (ήταν παραμονή της εορτής) να ζυμώσουμε. Ο ηγούμενος, δεν ξέρω τί συλλογίσθηκε, και μου λέει: «Όχι, όχι δεν θα ζυμώσουμε». «Μα Γέροντα, δεν θα μας φθάσει το ψωμί, θα ντροπιαστούμε και στους ξένους, να μην έχουμε ψωμί στην γιορτή του Τιμίου Προδρόμου». Αυτός πάλι το χαβά του! «Όχι, λέει, θα περάσουμε».

Τι να κάνω λοιπόν; Για να μη φιλονικώ, έφυγα πολύ λυπημένος και στενοχωρημένος. Πήγα στη τράπεζα, μοίρασα το ψωμί μέσα σε δύο κοφίνια. Έβαλα στο ένα 150 ψωμιά και στο άλλο 100. Αυτά έγιναν την Παρασκευή το πρωί. Σκέφθηκα, εν τω μεταξύ, για την τράπεζα του Σαββάτου το βράδυ, να μουσκέψω παξιμάδι για να τραπεζώσω να εξοικονομήσω την ανάγκη.

Την Παρασκευή λοιπόν και το Σάββατο το πρωί, για δύο τράπεζες που έγιναν, ξοδεύθηκαν τα 150 ψωμιά που υπήρχαν στο ένα κοφίνι. Αφού τελείωσε η τράπεζα του Σαββάτου το πρωί, το αδειανό κοφίνι το πήγα μέσα στο «παρακελλαρίκι», όπου έχουμε το παξιμάδι και τη ρακί. Μου έμειναν μόνον 100 ψωμιά και τα φύλαγα για το αυριανό τραπέζι στη γιορτή του Αγίου.

Το απόγευμα του Σαββάτου πήγα στο «παρακελλαρίκι» να πάρω παξιμάδι και να το μουσκέψω, καθώς είχα προαποφασίσει και, ω, των θαυμασίων σου, Τίμιε Πρόδρομε! Βλέπω το αδειανό κοφίνι, που είχα βάλει το πρωί εκεί, και ήταν γεμάτο ψωμί φρέσκο. Τρίβω τα μάτια μου. Μήπως είναι πλάνη του πονηρού; Μήπως δε βλέπω καλά; Σ’ αυτό το κοφίνι εγώ είχα τα 150 ψωμιά και τα ξόδεψα τις δύο ημέρες! Τί είναι τούτο; Τί είναι το άλλο; Τούτο είναι θαύμα του Τιμίου Προδρόμου.

Τρέχω λοιπόν στο Γέροντα χαρούμενος, του λέω όλη την ιστορία και τον προσκαλώ να έλθει μόνος του να δει το θαύμα. Πράγματι ήλθε, πιστοποίησε το θαύμα και δώσαμε και οι δύο την οφειλόμενη τιμή και δόξα στον Τίμιο Πρόδρομο. Και έβλεπες την άλλη μέρα παρακαλούσα τους ασκητές και ξένους προσκυνητές να πάρουν όχι από ένα, αλλά από πέντε και έξι ψωμιά ο καθένας, κηρύττοντας συνάμα σ’ όλους το θαύμα του Τιμίου Προδρόμου.

Αναδημοσίευση κειμένου από: vatopaidi.wordpress.com
Περισσότερα...

Τρίτη 2 Ιουνίου 2015

Το θαύμα της Θείας Ευχαριστίας


Στην ανάρτηση αυτή ξεφυλλίζουμε το γεροντικό του Σινά και στεκόμαστε σε ένα θαύμα που είδε ένας μοναχός του θεοβαδίστου Όρους, στο οποίο περιγράφεται πώς ο άρτος και ο οίνος της Θείας Ευχαριστίας είναι όντως το Σώμα και το Αίμα του Χριστού μας.

Αφηγήθηκαν κάποτε οι πατέρες για έναν αδελφό ότι όταν μια Κυριακή γινόταν ακολουθία ξεκίνησε να έλθει στην εκκλησία σύμφωνα με τη συνήθεια αλλά τον κορόιδεψε ο διάβολος λέγοντας του:


- «Πηγαίνεις στην εκκλησία για να μεταλάβεις άρτο και οίνο και για να σου πουν ότι αυτά είναι σώμα και αίμα Χριστού; Μην κοροϊδεύεσαι».

Ο αδελφός υπάκουσε στον λογισμό του και δεν πήγε σύμφωνα με την συνήθεια στην εκκλησία, ενώ οι αδελφοί του τον περίμεναν γιατί έτσι είναι η συνήθεια σε κείνη την έρημο, να μην τελούν την ακολουθία μέχρις ότου έλθουν όλοι. Αφού τον περίμεναν αρκετά και κείνος δεν ερχόταν, μερικοί απ' αυτούς πήγαν στο κελί του σκεπτόμενοι «Μήπως είναι άρρωστος ή πέθανε ο αδελφός;». 

Όταν ήλθαν στο κελί τον ρωτούσαν: «Γιατί αδελφέ δεν ήλθες στην εκκλησία», αυτός ντρεπόταν να τους απαντήσει. Όταν όμως αντιλήφτηκαν το φαύλο τέχνασμα του διαβόλου, οι αδελφοί τον υποχρέωσαν να τους ομολογήσει την επιβουλή του διαβόλου. Αυτός τους απάντησε: «Συγχωρήστε με, αδελφοί, γιατί ενώ ξεκινούσα όπως πάντα να έλθω στην εκκλησία, ο λογισμός μου, μου λέγει ότι δεν είναι το σώμα και το αίμα του Χριστού αυτό που πας να μεταλάβεις, αλλά είναι απλώς άρτος και οίνος.

Αν λοιπόν θέλετε να έλθω μαζί σας, διορθώστε μου τον λογισμό για τη θεία λειτουργία Αυτοί του είπαν: «Σήκω, έλα μαζί μας και θα παρακαλέσουμε τον Θεό να σου δείξει ζωντανά τη θεϊκή δύναμη». Αυτός πήγε στην εκκλησία και εκεί αφού ικέτευσαν πάρα πολύ τον Θεό για τον αδελφό, δηλαδή να του αποκαλυφθεί η δύναμη των μυστηρίων, άρχισαν αμέσως τη θεία λειτουργία, αφού τοποθέτησαν τον αδελφό στη μέση της εκκλησίας, ενώ αυτός ως την απόλυση δεν σταμάτησε να βρέχει με τα δάκρυα του το πρόσωπο του.

Μετά το τέλος της λειτουργίας παρακάλεσαν οι πατέρες τον αδελφό να τους απαντήσει.

- «Πες μας αν σου έδειξε κάτι ο Θεός για να ωφεληθούμε και εμείς».

Αυτός κλαίγοντας άρχισε να λέγει:

- «Όταν τέλειωσε ο κανόνας της ψαλμωδίας και αναγνώστηκε η διδαχή των αποστόλων και ετοιμάστηκε ο διάκονος να αναγνώσει το ευαγγέλιο, τότε είδα να ανοίγει η στέγη της εκκλησίας και να φαίνεται ο ουρανός και κάθε λόγος του αγίου ευαγγελίου να γίνεται φωτιά μέχρι τον ουρανό. Όταν τελείωσε η ανάγνωση του ευαγγελίου, ήλθαν οι κληρικοί από το διακονικό κρατώντας την μετάληψη των αγίων μυστηρίων.

Τότε είδα να ανοίγουν οι ουρανοί και να κατεβαίνει φωτιά και μαζί της ένα πλήθος αγγέλων και αρχαγγέλων και πάνω απ’ αυτούς δύο πρόσωπα ενάρετα των οποίων την ομορφιά δεν μπορώ να περιγράψω - γιατί η φεγγοβολή τους ήταν σαν αστραπή - και ανάμεσα τους υπήρχε ένα μικρό παιδί. Τότε οι άγγελοι παρατάχτηκαν γύρω από την Αγία Τράπεζα και το παιδί βρισκόταν ανάμεσα τους. Όταν τελείωσαν οι θεϊκές ευχές και άρχισαν οι κληρικοί να τεμαχίζουν τους άρτους της προθέσεως, είδα τα δύο πρόσωπα πάνω στην Αγία Τράπεζα να κρατούν τα χέρια και τα πόδια του παιδιού, που ήταν πάνω στην Αγία Τράπεζα, και με το μαχαίρι που κρατούσαν έσφαξαν το παιδί και άδειασαν το αίμα του στο Ποτήριο που βρισκόταν πάνω στην Αγία Τράπεζα. Αφού έκοψαν σε μικρά τεμάχια το σώμα του παιδιού τα τοποθέτησαν πάνω από τούς άρτους και έγιναν και οι άρτοι σώμα. Τότε ήρθε στο μυαλό μου ο Απόστολος που λέει γιατί η δική μας γιορτή του Πάσχα συνίσταται στο γεγονός ότι ο Χριστός θυσιάστηκε για χάρη μας. Όταν όμως πλησίασαν οι αδελφοί να μεταλάβουν την αγία προσφορά, τους προσφερόταν ζωντανό σώμα.

Μόλις όμως χρησιμοποιούσαν την επίκληση «αμήν» γινότανε άρτος στα χέρια τους. Όταν όμως πήγα και εγώ να μεταλάβω μου δόθηκε σώμα και δεν μπορούσα να μεταλάβω. Τότε άκουσα μια φωνή στα αυτιά μου να μου λέει:

- «Άνθρωπε γιατί δεν μεταλαβαίνεις, αυτό δεν είναι αυτό που ζήτησες»;

Τότε είπα: «Λυπήσου με, Κύριε, δεν μπορώ να μεταλάβω σώμα». Πάλι μου είπε:

- «Αν μπορούσε ό άνθρωπος να μεταλάβει σώμα, σώμα θα υπήρχε όπως το βρήκες. Κανείς όμως δεν μπορεί να φάγει σώμα, γι' αυτό όρισε ο Κύριος τους άρτους της προθέσεως.

Γιατί όπως από την αρχή ο Αδάμ με τα χέρια του Θεού έγινε σάρκα και μετά της έδωσε πνεύμα ζωής ο Θεός, κατόπιν η σάρκα χωρίστηκε στη γη, το πνεύμα όμως παρέμεινε, έτσι και τώρα ό Χριστός προσφέρει τη σάρκα του μαζί με το Άγιο Πνεύμα. Και η σάρκα δεν είναι τέλεια στον άνθρωπο, το πνεύμα όμως εγκαθίσταται στην καρδιά. Αν λοιπόν πίστεψες, μετάλαβε αυτό που έχεις στο χέρι σου».

Και μόλις είπα «Πιστεύω Κύριε», έγινε το σώμα που είχα στο χέρι μου άρτος. Αφού ευχαρίστησα λοιπόν τον Θεό μετέλαβα την αγία προσφορά. Όταν προχώρησε η λειτουργία και ξαναγύρισαν οι κληρικοί είδα πάλι το μικρό παιδί ανάμεσα στα δύο πρόσωπα και ενώ οι κληρικοί συμμάζευαν τα δώρα, είδα πάλι τη στέγη να ανοίγει και οι θείες δυνάμεις να ανυψώνονται στον ουρανό.

Αυτά αφού άκουσαν οι αδελφοί και αφού ένιωσαν βαθιά κατάνυξη, αναχώρησαν στα κελιά τους.
Περισσότερα...

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014

Ο Ταξιάρχης του Μανταμάδου


Στην ανάρτηση αυτή θα αναφερθούμε στο «Ποιητικό ιστορικό και τα θαύματα των αρ- χαγγέλων Μανταμάδου», μέσα από τον Δ’ τόμο του ομωνύμου βιβλίου του πρωτοπρε- σβυτέρου Ευστρατίου Δήσσου, Ιερατικού Προϊσταμένου του Ιερού Ναού Παμεγίστων Ταξιαρχών, Μυτιλήνη 2007.



Γύρω στο 10ο με 11ο αιώνα, όταν το Βυζαντινό κράτος μεσουρανούσε, οι Σαρακηνοί πειρατές βρίσκονταν κι αυτοί στις δόξες τους. Λυμαίνονταν τα νησιά του Αιγαίου, λήστευαν, έκαιγαν κι αιχμαλώτιζαν ανθρώπους, που τους προόριζαν για τα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής.

Η Λέσβος, πλούσια κι ελκυστική, είχε γίνει διαλεχτή λεία των κουρσάρων. Στην τοποθεσία Λεσβάδος, κοντά στο Μανταμάδο, υπήρχε μια αρχαία πολιτεία, ο Στένακας, και όχι πολύ μακριά της ένα μοναστήρι των Ταξιαρχών, που η ίδρυσή του χάνεται στα βάθη των αιώνων.

Το ιστορικό του το μαθαίνουμε από τη ζωντανή τοπική παράδοση, που έφτασε ως τις μέρες μας.

Ήταν οχυρωμένο σαν κάστρο με τείχη και πύργο, κι από νωρίς είχε προκαλέσει το ενδιαφέρον των πειρατών, που το 'χαν βάλει πείσμα να το πατήσουν.

Έτσι κάποια άνοιξη, ο αρχιπειρατής Σιρχάν, ένας άγριος και μελαψός γίγαντας, ζωσμένος το μπαλτά και τη σπάθα, κάλεσε το τσούρμο του και τους είπε:

- Αυτή τη φορά, το δίχως άλλο, θα μπούμε στο μοναστήρι. Εγώ θέλω μόνο το χρυσό ποτήρι, που λειτουργάνε οι καλόγεροι, για να πίνω το κρασί μου. Όλα τ' αλλά δικά σας.

Ο ίδιος δε θα 'παιρνε μέρος στην επιχείρηση. Δεν καταδεχόταν τέτοιες μικροδουλειές. Έβαλαν πλώρη για τη Λέσβο. Πλησίασαν το μοναστήρι μεσάνυχτα και κρύφτηκαν στα δέντρα.

Στο μεταξύ οι καλόγεροι, ανέμελοι από την ησυχία του χειμώνα, δεν φύλαγαν το μοναστήρι όπως έπρεπε. Κάποια στιγμή χτύπησε το σήμαντρο, που καλούσε τους μοναχούς στην ορθρινή ακολουθία. Τα βήματα τους ακούστηκαν ρυθμικά στον ξύλινο εξώστη, καθώς κατέβαιναν στην εκκλησία. Σε λίγο όλα ησύχασαν.

Τότε o αρχηγός έδωσε το σύνθημα. Ένας πειρατής έριξε το γάντζο, σκαρφάλωσε στα τείχη, πήδηξε στην αυλή και άνοιξε τη μεγάλη καστρόπορτα. Οι κουρσάροι όρμησαν με αλαλαγμούς στην εκκλησία. Πριν συνέλθουν οι μοναχοί από τον αιφνιδιασμό, περνούσαν από τη ζωή στο θάνατο...

Ένα δόκιμο καλογέρι, ο Γαβριήλ, βρισκόταν στο ιερό. Γρήγορος κι ευκίνητος, σκαρφάλωσε στη στέγη του ναού. Οι πειρατές τον ακολούθησαν. Τότε όμως ακούστηκε μια δυνατή βουή, και η σκεπή μετατράπηκε θαυματουργικά σε φουρτουνιασμένο πέλαγος. Πάνω στ' αφρισμένα κύματα ένας πελώριος και αγριωπός Στρατιώτης, με σπάθα που έβγαζε φωτιές, όρμησε εναντίον τους. Εκείνοι παράτησαν αμέσως όπλα και κλοπιμαία κι έφυγαν πανικόβλητοι.

Ο Γαβριήλ, ο μόνος που απέμεινε ζωντανός από την τραγωδία, συγκλονισμένος από το θαύμα του αρχαγγέλου πλησίασε και πρόσπεσε στο εικονοστάσι του. Όταν συνήλθε από την ταραχή, σήκωσε τα μάτια. Αλλά τι πρόσωπο ήταν αυτό; Αν και ζωγραφισμένο, φαινόταν ζωντανό κι είχε μια θεϊκή γλυκύτητα. Ο δόκιμος επιθύμησε να το ζωγραφίσει.

- Ταξιάρχη μου, παρακάλεσε, μεσίτευσε στον Κύριο ν' αναπαύσει τους αδελφούς μου. Κι έμενα αξίωσε με ν' απεικονίσω την εξαίσια μορφή σου.

Αμέσως, σαν να φωτίστηκε από τον αρχάγγελο, πήρε ένα σφουγγάρι, μάζεψε μ' αυτό ευλαβικά το αίμα των μοναχών σε μια λεκάνη, το ανακάτεψε με ασπρόχωμα και άρχισε να πλάθει την εικόνα του.

Από την αρχή της εργασίας ένιωσε αισθητή τη βοήθεια του Ταξιάρχη. Τα χέρια του, σαν να τα οδηγούσε αόρατη δύναμη, σχημάτιζαν γρήγορα και σταθερά με τον πηλό το πρόσωπο του αρχαγγέλου Μιχαήλ. Το πρόσωπο εκείνο που είδε στη σκεπή του ναού, το αγριωπό, αλλά με τη θεϊκή χάρη.

Ενώ στο μοναστήρι του Ταξιάρχη παιζόταν αυτό το δράμα, η ζωή στους γύρω συνοικισμούς συνεχιζόταν ήσυχη. Μόνο ένα τσοπανόπουλο, καθώς αγνάντευε τη θάλασσα από μια κορυφή, είδε κουρσάρικα καράβια λίγο πιο μέσα απ’ την ακτή.

Πήδηξε στ' άλογό του και κάλπασε προς τη μονή για να ειδοποιήσει τους μοναχούς να φυλαχθούν. Το θέαμα όμως που αντίκρισε, τον έριξε κάτω λιπόθυμο.

Όταν συνήλθε, έτρεξε και ειδοποίησε τον Αλέξη, τον άρχοντα του Στένακα, για τα συμβάντα. Εκείνος ξεκίνησε αμέσως για το μοναστήρι μ' άλλους πενήντα καβαλάρηδες.

Όταν μπήκε στο ναό τα’ χασε. Είδε τους μοναχούς σφαγμένους και βαμμένους στο αίμα και τον ηγούμενο νεκρό μπροστά στην αγία Τράπεζα! Έσφιξε τα δόντια και βγήκε έξω με διάθεση να εκδικηθεί.

Πήδηξαν όλοι στ' άλογα τους κι ακολουθώντας τ' άχνάρια των πειρατών, πλησίασαν σ' ένα πλάτωμα. Απότομα σταμάτησαν. Το θέαμα που αντίκρισαν τους έκανε κι ανατρίχιασαν. Είδαν αυτούς που καταδίωκαν, νεκρούς και σκορπισμένους σ' όλο το πλάτωμα. Μια σπαθιά, που άρχιζε απ’ το μέτωπο κι έφτανε ως την κοιλιά, ήταν χαραγμένη στο σώμα του καθενός και τ' άνοιγε στα δύο. Η μαχαιριά σε κάθε σώμα ήταν ακριβώς η ίδια.

Κανείς απ’ τους καβαλάρηδες δεν ρώτησε ποιος το 'κανε. Όλοι μάντευαν τον τιμωρό. Δεν είχαν αμφιβολία.

- Μεγάλη η χάρη κι η δύναμή σου, αρχάγγελε, ψέλλισαν και σταυροκοπήθηκαν.

Στο μεταξύ, δυο πειρατές, που είχαν μείνει στην παραλία περιμένοντας τους συντρόφους τους, ανησύχησαν από την αργοπορία και ανηφόρισαν για να τους συναντήσουν.

Όταν αντίκρισαν στο πλάτωμα το μακάβριο θέαμα, γύρισαν γρήγορα στα καράβια, οπού περίμενε με αγωνία ο αρχηγός τους, και του διηγήθηκαν την τραγωδία. Μόλις τ’ ακούσε εκείνος, χτύπησε τη γροθιά του στο τραπέζι και ορκίστηκε εκδίκηση.

Τον άλλο χρόνο έβαλε σ’ εφαρμογή το σχέδιό του για την κατάληψη του Στένακα. Μια νύχτα οι πειρατές αποβιβάστηκαν αθόρυβα στην παραλία και ετοιμάζονταν να επιτεθούν τα χαράματα στη μικρή πολιτεία, που κοιμόταν ανυποψίαστη.

Αυτή την κρίσιμη ώρα επεμβαίνει και πάλι ο Ταξιάρχης. Ο Στέφανος, ο γιος του άρχοντα Αλέξη, που μόλις είχε πέσει να κοιμηθεί, βλέπει μπροστά του τον αρχάγγελο. Ήταν πανώριος μες στην ολόχρυση πανοπλία του. Τα ξανθά μαλλιά του χύνονταν στους ώμους κι έδιναν στα κάτασπρα φτερά του χρυσή ανταύγεια. Στο δεξί χέρι κρατούσε πύρινη ρομφαία, ενώ τ’ αριστερό ήταν σηκωμένο με τεντωμένο το δείκτη. Χαμογέλασε στο νέο και με γλυκεία φωνή του είπε:

- Σήκω πάνω, Στέφανε. Πήγαινε γρήγορα με τον πατέρα σου να ετοιμάσετε την άμυνα της πόλης. Έρχονται οι Σαρακηνοί να σας αφανίσουν. Μη φοβηθείτε! Στο πλευρό σας θα είμαστε εγώ κι ο προστάτης σου Άγιος. Θα σας προστατεύουμε και θα σας καθοδηγούμε. Οι πειρατές έχουν αράξει στον όρμο, κάτω από την πόλη σας. Λίγοι απ’ αυτούς θ' αναρριχηθούν στο κάστρο, για να εξουδετερώσουν το σκοπό της πύλης και ν' ανοίξουν την καστρόπορτα. Θα σας επιτεθούν την ώρα που ή νύχτα παλεύει με τη μέρα. Προσοχή στην πύλη!

Τα γεγονότα εξελίχθηκαν όπως τα είπε ο Ταξιάρχης. Όταν οι κουρσάροι επιτέθηκαν, βρήκαν τους υπερασπιστές στις επάλξεις. Την ίδια ώρα ένα απόσπασμα με αρχηγό το Στέφανο, που είχε κατηφορίσει αθόρυβα στην παραλία, έβαζε φωτιά στα πειρατικά καράβια. Οι πειρατές είδαν τη φωτεινή ανταύγεια της φωτιάς και τα ‘χασαν. Ό πανικός που ακολούθησε ήταν απερίγραπτος. Ενώ έτρεχαν προς τη θάλασσα, τους καταδίωκαν έφιπποι οι Στενακιώτες και τους αποδεκάτιζαν.

Μια ομάδα με τον αρχιληστή κατάφερε να ξεφύγει, ακολουθώντας πορεία μέσα από το δάσος. Έπεσε όμως πάνω στο απόσπασμα που είχε πριν λίγο κάψει τα καράβια, και βρέθηκε κυκλωμένη. Σε λίγο κι αυτοί οι πειρατές, μαζί με τον αρχιληστή, είχαν εξολοθρευτεί.

Πέρασαν αιώνες. Το μοναστήρι ερειπώθηκε από τις αλλεπάλληλες επιδρομές των Αγαρηνών. Τον 18ο αιώνα ο μικρός παλαιός ναός αντικαταστάθηκε με νέο και μεγαλύτερο, μα η ανάγλυφη θαυματουργή εικόνα του αρχαγγέλου διασώθηκε ως τις μέρες μας, όπως ακριβώς τη φιλοτέχνησε ο δόκιμος Γαβριήλ. Διατηρεί την πρώτη ζωντάνια της και παραμένει άφθορη από το χρόνο κι από τους ασπασμούς χιλιάδων προσκυνητών. Στο μέτωπο και στα μάγουλά του οι πιστοί κολλάνε μεταλλικά νομίσματα, που αφήνουν σημάδια στο πρόσωπο του, αλλά γρήγορα εξαλείφονται. Κάθε τόσο τα μάτια του αρχαγγέλου βουρκώνουν, και οι χριστιανοί σκουπίζουν με μπαμπάκι τα δάκρυά του. Το ίδιο κάνουν με τον ίδρωτα, όταν συμβαίνει το πρόσωπο του να ιδρώνει.


Συγκλονιστικά θαύματα επιτε- λεί η χάρη του σε όσους προ- στρέχουν με πίστη κοντά του. Αλλά και το χτίσιμο του νέου ναού του άρχισε και τελείωσε με θαύμα:

Η επιτροπή που συγκροτήθηκε για την ανέγερσή του, αποφά- σισε να τον χτίσει λίγο μακρύ- τερα από το μοναστήρι.



Οι εργάτες άρχισαν να σκάβουν τα θεμέλια, αλλά το πρωί τα βρήκαν σκεπασμένα με χώμα, ενώ τα εργαλεία τους ήταν στην αυλή του παλιού ναού. Ξαναέσκαψαν τα θεμέλια από την αρχή. Κι όταν βράδιασε, άφησαν επίτηδες τα εργαλεία τους εκτεθειμένα, ενώ μερικοί άνδρες κρύφτηκαν στους θάμνους για να δουν τι θα συμβεί.

Τα μεσάνυχτα λοιπόν είδαν κάτι ανέλπιστο: Ένα δυνατό φως σηκώθηκε από τον παλιό ναό, σχημάτισε καμπύλη και στάθηκε πάνω από τα θεμέλια. Ύστερα ακολούθησε την αντίστροφη πορεία και χάθηκε. Οι φύλακες έμειναν εκστατικοί. Συγχρόνως ένιωσαν μυρωδιά από φρεσκοσκαμμένο χώμα. Πλησιάζουν στα θεμέλια και τα βρίσκουν πάλι σκεπασμένα. Τρέχουν στο δέντρο που ήταν κρεμασμένα τα εργαλεία, αλλά εκείνα έλειπαν.

Ξεκίνησαν ζαλισμένοι για τον παλιό ναό, στο μοναστήρι του Ταξιάρχη. Είχε αρχίσει να χαράζει, όταν ακούστηκε ξαφνικά η καμπάνα της μονής. Σταμάτησε για λίγο κι άρχισε πάλι να χτυπάει σιγά και ρυθμικά. Κι όμως, καθώς αργότερα έμαθαν, δεν τη χτυπούσε ανθρώπινο χέρι. Έφτασαν, τέλος, στο μοναστήρι και μπήκαν στην αυλή. Εκεί είδαν ακουμπισμένα στον τοίχο με τάξη τα εργαλεία, στο ίδιο σημείο που τα είχαν βρει και την προηγούμενη μέρα. Κατάλαβαν πια πως ήταν θέλημα του αρχαγγέλου να χτιστεί ο καινούργιος ναός στη θέση του παλιού.

Η κατασκευή ξεκίνησε. Όλοι βοηθούσαν στις εργασίες, ακόμα και οι Τούρκοι. Τον σέβονταν από παλιά και τον φοβόντουσαν. Μερικοί απ’ αυτούς είχαν τολμήσει να προσβάλουν το ναό του ή να μπουν στο προαύλιο καβάλα στ' άλογο τους, και τότε τον είδαν άγριο να τους κυνηγάει και να τους διώχνει.

Όταν ήρθε η ώρα να μετακινηθεί η ανάγλυφη εικόνα, στάθηκε αδύνατο. Ό Ταξιάρχης εμπόδισε κάθε προσπάθεια για μετακίνησή της. Ήθελε η εικόνα του να παραμείνει εκεί που την τοποθέτησε ο Γαβριήλ, ο κατασκευαστής της.

Οι εργασίες προχώρησαν γοργά και πλησίαζαν στο τέλος. Τα χρήματα όμως ήταν λιγοστά. Δεν έφταναν ούτε για τα μεροκάματα των εργατών. Συγκεντρώθηκαν τότε τα μέλη της επιτροπής ανεγέρσεως του ναού στο σπίτι του ταμία. Έμειναν μέχρι αργά το βράδυ προσπαθώντας να βρουν κάποια λύση. Μα έφυγαν άπρακτοι.

Ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Ο ταμίας καθόταν σε μια πολυθρόνα βαρύθυμος και σκεπτικός, όταν ξαφνικά άνοιξε η πόρτα. Ένας άγνωστος πέρασε μέσα, ανέβηκε τη σκάλα και προχώρησε στο δωμάτιο, όπου βρισκόταν το μπαούλο με τα λιγοστά χρήματα της επιτροπής.

Ο ταμίας προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά δεν μπόρεσε. Ένιωθε τα πόδια του καρφωμένα. Άκουσε το μπαούλο ν’ ανοίγει κι ύστερα από λίγο να κλείνει. Μετά είδε τον ξένο να επιστρέφει με βήματα αργά και βαριά.

Ήταν ένας νέος με σγουρά μαλλιά και ματιά φωτεινή σαν αστραπή. Φορούσε ρόδινο σακάκι και μαύρες μπότες, που ανέβαιναν μέχρι τους μηρούς. Χαμογέλασε στο νοικοκύρη και είπε:

- Τα χρήματα για τις πληρωμές βρίσκονται μέσα στο μπαούλο. Ύστερα κούνησε το χέρι, σαν να τον χαιρετούσε, άνοιξε την εξώπορτα και χάθηκε στο σκοτάδι.

Ο ταμίας έτρεξε στο μπαούλο. Ήταν κλειδωμένο. Το άνοιξε και τι να δει! Τρεις σειρές από φλουριά, μητζίτια και λίρες. Τα έπιασε στη χούφτα του για να βεβαιωθεί, και τ’ άφησε πάλι να πέσουν.

Τα χρυσά αυτά νομίσματα, που πρόσφερε για το ναό του ο ίδιος ο αρχάγγελος Μιχαήλ, ήταν ακριβώς όσα χρειάζονταν για να πληρωθούν τα έξοδα, μέχρι και το τελευταίο γρόσι.


Η ανέλπιστη σωτηρία

Στα 1963, το πρωινό εκείνο της επιθέσεως των Τουρκοκυπρίων στη μαρτυρική Κύπρο, όταν μπήκε ο νεωκόρος στο ιερό προσκύνημα του Μανταμάδου για ν’ ανάψει το καντήλι του Ταξιάρχη, είδε κατάπληκτος πως η ολόσωμη εικόνα του έλειπε!

Αυτή η απροσδόκητη εξαφάνιση προκάλεσε σύγχυση στον ευσεβή λαό και κράτησε μια βδομάδα. Ξαφνικά, η εικόνα βρέθηκε πάλι στη θέση της, όπως είχε εξαφανιστεί.

Πέρασε καιρός. Ένα χειμωνιάτικο πρωινό ο νεωκόρος του Μανταμάδου άκουσε ποδοβολητό αλόγου. Βγαίνει έξω και βλέπει ένα νέο, που μόλις είχε ξεπεζέψει, να σηκώνει στους ώμους του ένα κριάρι.

Μπήκαν μαζί στο ναό, κι ο νέος προχώρησε στην εικόνα του Ταξιάρχη, απίθωσε εκεί το κριάρι και άναψε λαμπάδα ίση με το μπόι του. Ύστερα γονάτισε, προσκύνησε την εικόνα και χάιδεψε με βουρκωμένα μάτια και τρεμάμενα χείλη το ανάγλυφο πρόσωπο του αρχαγγέλου.

- Είναι ο σωτήρας μου, γυρίζει και λέει συγκινημένος στο νεωκόρο. Αυτός μ’ έσωσε από τους Τούρκους.

- Πες μου, παιδί μου, τι σου συνέβη; ρώτησε μ' ενδιαφέρον εκείνος, καθώς έβγαιναν από το ναό.

- Στα τελευταία γεγονότα με τους Τούρκους, άρχισε ο νέος, υπηρετούσα τη στρατιωτική μου θητεία στην Κύπρο. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα της 12ης Αυγούστου, όταν μας ξάφνιασαν τα πυρά των Τουρκοκυπρίων. Ήμασταν πάντα σ’ επιφυλακή, γιατί ξέραμε τι ύπουλος εχθρός ήταν απέναντό μας. Μας δυσκόλευαν λίγο οι βολές του πολεμικού τους ναυτικού, αλλά δεν μας έβλαψε καθόλου η αεροπορία τους. Σε λίγες ώρες ελέγχαμε την κατάσταση και προχωρήσαμε στην αντεπίθεση. Λες κι είχαμε στα πόδια μας φτερά. Τους πήραμε φαλάγγι και τους κυνηγήσαμε. Λίγο ακόμα και θα τους ρίχναμε στη θάλασσα.

Ενώ τρέχαμε ακράτητοι από ενθουσιασμό και σχεδόν ακάλυπτοι, βλέπω ξαφνικά μπροστά μου, σε πέντε μέτρα απόσταση, να ξεπροβάλλει ένας ακανόνιστος όγκος. Σταμάτησα απότομα, και τότε... μέσα στο σύθαμπο της αυγής διέκρινα ένα τουρκικό πολυβολείο. Είδα την κάννη του πολυβόλου να στρέφεται πάνω μου, και, μη έχοντας που να καλυφθώ, έπεσα με το πρόσωπο στη γη, σκεπάζοντας καλά με το κράνος το κεφάλι μου. "Ταξιάρχη μου, σώσε με!", είπα μέσα μου, κι αμέσως ήρθε στο νου μου ο πατέρας μου, που σώθηκε θαυματουργικά από βέβαιο θάνατο στο αλβανικό μέτωπο, τάζοντας στον Ταξιάρχη ένα κριάρι. "Ταξιάρχη μου σώσε με!", μουρμούρισα πάλι, κάνοντας κι εγώ το ίδιο τάμα.

Την ίδια στιγμή ένας εκκωφαντικός κρότος πήρε σχεδόν την ακοή μου. "Με χτύπησαν", σκέφτηκα, κι έφερα στο νου μου τ’ αγαπημένα μου πρόσωπα... Ύστερα ένιωσα να μ’ ακουμπούν, να με ψάχνουν, να με σηκώνουν. Ήταν οι δικοί μας. "Χτύπησες; Πώς είσαι;", άκουσα αμυδρά τη φωνή τους. Ψάχτηκα, μα δεν βρήκα τραύμα. Τότε θυμήθηκα το πολυβολείο. Κοίταξα προς τα κει, αλλά δεν είδα τίποτα.

"Εδώ ακριβώς", φώναξα, "υπήρχε τουρκικό πολυβολείο". Πήγαμε κοντά, ερευνήσαμε, μα δεν το βρήκαμε. Στη θέση που ορθωνόταν πριν το πολυβολείο, υπήρχαν τώρα μόνο συντρίμμια και μια τεράστια τρύπα. Φαίνεται πως στην κρίσιμη για μένα στιγμή, κάποια οβίδα πλοίου ή κάποιος όλμος έκανε συντρίμμια το επικίνδυνο πολυβολείο, ενώ συγχρόνως κάποια ανώτερη δύναμη με φύλαξε τελείως αβλαβή κι απ’ τα πυρά κι από την έκρηξη.

Ο νεωκόρος, που μέχρι τώρα παρακολουθούσε συγκινημένος, πήρε το λόγο:

- Ναι, παιδί μου, ήταν ο Ταξιάρχης. Αυτός σ’ έσωσε. Τότε, με τα επεισόδια της Κύπρου, είχε χαθεί από δω η εικόνα του για μια βδομάδα.

Ο νέος ταράχθηκε. Αγκάλιασε με το βλέμμα του την εικόνα του αρχαγγέλου και τα μάτια του βούρκωσαν. Ήταν ένα ακόμη "ευχαριστώ" για την ανέλπιστη σωτηρία του.


Επέμβαση του αρχαγγέλου Μιχαήλ σε εγχείρηση

Ένα από τα πολλά θαύματα του Ταξιάρχη στο Μανταμάδο της Λέσβου, με προσωπική παρουσία του, είναι και η θεραπεία ενός παιδιού, του Βασίλη Καραστήρη από την Αθήνα.

Ενώ έπαιζε ο μικρός, έπεσε και χτύπησε άσχημα στο κεφάλι. Τον μετέφεραν στο νοσοκομείο, όπου διαπίστωσαν πως είχε μείνει τυφλός και παράλυτος. Ο διευθυντής κάλεσε τους γονείς του παιδιού στο γραφείο του και τους είπε:

- Η κατάσταση είναι σοβαρή. Χρειάζεται άμεση επέμβαση, αλλά οι ελπίδες επιτυχίας είναι σχεδόν μηδαμινές, μία ως δύο στις εκατό. Πρέπει ν’ αποφασίσετε έγκαιρα, Πριν είναι αργά. Η μητέρα ένιωσε να χάνει τον κόσμο. Ό πατέρας ρώτησε:

- Δεν υπάρχει άλλη λύση, άλλη ελπίδα, γιατρέ μου;

- Δυστυχώς, όχι.

Έσκυψε τότε και υπέγραψε. Το παιδί οδηγήθηκε στο χειρουργείο. Ενώ το ετοίμαζαν για την εγχείρηση, καθώς διηγήθηκε αργότερα το ίδιο, το σκοτάδι των ματιών του διαλύθηκε, κι ένα φωτεινό όραμα πήρε τη θέση του:

Βρέθηκε μπροστά σ' ένα ναό με καμάρες, που η πρόσοψή του ήταν χτισμένη με κόκκινες πέτρες. Από την ανοιχτή του πόρτα έβγαινε ένα εκτυφλωτικό φως.

Ο Βασιλάκης πλησίασε στην πόρτα, και τι να δει! Ένα ωραίο παλικάρι, λουσμένο στο φως, είχε απλώσει τα χέρια και τον καλούσε: "Έλα Βασίλη, μη φοβάσαι, θα γίνεις καλά. Εγώ θα οδηγώ στην εγχείριση το χέρι του γιατρού."

Το παιδί πλησίασε, γονάτισε μπροστά του, αγκάλιασε τα πόδια του νέου κι ακούμπησε το κεφάλι του στον αριστερό του μηρό. Τότε εκείνος άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε το κεφάλι του μικρού.

Πριν χαθεί η οπτασία, τα παιδικά μάτια πρόλαβαν και είδαν στο βάθος του ναού μια εικόνα μαυριδερή με ασημένιες φτερούγες.

Η εγχείριση πέτυχε. Η δράση και οι κινήσεις των μελών επανήλθαν. Οι γιατροί απέδωσαν την επιτυχία σε θαύμα. Ήταν 8 Νοεμβρίου, εορτή των παμμεγίστων Ταξιαρχών.

Πέρασαν χρόνια. Έγιναν πολλές αλλά άκαρπες αναζητήσεις. Ώσπου μια μέρα, σε τηλεοπτική παρουσίαση, αναγνώρισε ανέλπιστα και με συγκίνηση ο Βασίλης το ναό της οπτασίας του. Και πήγε προσκυνητής στον Ταξιάρχη, για να προσφέρει τα δάκρυα της ευγνωμοσύνης του στο σωτήρα της ζωής του.


Η δύναμη της πίστεως

Ο Γιάννης Απήκος, από το Μανταμάδο της Λέσβου, ξε- νιτεμένος στη Γερμανία, ζού- σε ήσυχα και χριστιανικά με τη γυναίκα του Καλλιόπη.

Το Νοέμβριο του 1987 η Καλλιόπη αρρώστησε σο- βαρά με βαρύ εγκεφαλικό. Μεταφέρθηκε αμέσως σε γερμανικό νοσοκομείο, όπου παρέμεινε σε κωματώδη κα- τάσταση για πέντε βδομά- δες. Οι γιατροί δεν της έδι- ναν ζωή. Ώρα με την ώρα περίμεναν το μοιραίο. Στην οικογένεια επικρατούσαν πόνος και θλίψη. Να όμως που φάνηκε κάποια ελπίδα:

Ο προστάτης του Μανταμάδου, της ιδιαίτερης πατρίδας τους, ο Ταξιάρχης Μιχαήλ. Όλη η οικογένεια γονάτισε αυθόρμητα μπροστά στο εικονοστάσι και σήκωσε τα μάτια ικετευτικά στο εικόνισμα του αρχαγγέλου. Προσευχήθηκαν με πόνο, με πίστη, με δάκρυα. Ύστερα σηκώθηκαν γαληνεμένοι, με κάποια κρυφή ελπίδα.

Απ’ αυτήν όμως την ομαδική προσευχή απουσίασε ο αδελφός της άρρωστης, ο Ηρακλής. Ήταν μάρτυρας του Ιεχωβά, γι' αυτό είχε ανοίξει αθόρυβα την πόρτα κι είχε εξαφανιστεί.

Πρωί - πρωί ξεκίνησαν για το νοσοκομείο. Εκεί δοκίμασαν μια έκπληξη. Η άρρωστη, που μέχρι χθες βρισκόταν σε κώμα, είχε ανοιχτά τα μάτια και τους κοιτούσε.

- Τι συμβαίνει, Καλλιόπη; ρώτησε ο Γιάννης.

- Πού πήγατε την εικόνα του Ταξιάρχη που είχαμε στο σπίτι; ρώτησε εκείνη με δυσκολία.

- Εκεί είναι, στη θέση της.

Τότε φάνηκε η γυναίκα να ησυχάζει, και με πολύ κόπο συνέχισε.

- Χθες το βράδυ μ' επισκέφθηκε ο Ταξιάρχης και στάθηκε εδώ, δίπλα μου. Ήταν λίγο στενοχωρημένος. Με κοίταξε πονετικά και μου είπε: "Θέλω ν' απλώσω τις φτερούγες μου και να σας σκεπάσω, αλλά δυσκολεύομαι". Με κοίταξε λίγο ακόμα κι εξαφανίστηκε. Τι συμβαίνει Γιάννη; Γιατί διστάζει ο Ταξιάρχης;

Ο Γιάννης αμέσως κατάλαβε. Το εμπόδιο ήταν ο χιλιαστής αδελφός της. Το βράδυ τον συνάντησε, τον ενημέρωσε και, τελειώνοντας, τόνισε:

- Ο αρχάγγελος, Ηρακλή, δε θέλει μόνο τη σωματική θεραπεία της αδελφής σου, αλλά και τη δική σου την ψυχική. Θέλει τη σωτηρία σου. Θέλει την επιστροφή σου στην ορθόδοξη πίστη. Και μαζί μ’ αυτή, θέλει και την προσευχή σου για την αδελφή σου.

Σε λίγο άρχισε ένας αγώνας σκληρός. Πάλευε ο χιλιαστής με την ορθόδοξη χριστιανική του συνείδηση. Η τελευταία είχε σύμμαχο την αγάπη της αδελφής του. Τελικά υπέκυψε στη δύναμη του Χρίστου, γονάτισε μπροστά στο εικονοστάσι, προσευχήθηκε με δάκρυα, αναγεννήθηκε.

Το πρωί βιάστηκαν όλοι να πάνε στο νοσοκομείο. Μα τι να δουν! Η άρρωστη τους περίμενε όρθια. Ο θάλαμος ήταν γεμάτος από γιατρούς και νοσοκόμες. Τα είχαν όλοι χαμένα.

- Τη νύχτα, άρχισε να λέει χαρούμενη η Καλλιόπη, άκουσα μέσα στην ησυχία δυνατό φτερούγισμα. Κοιτάζω ξαφνιασμένη, και βλέπω πάλι τον Ταξιάρχη. Τώρα όμως ήταν χαρούμενος και γελαστός. "Θα γίνεις καλά", μου είπε. Σήκωσε το χέρι του, με σταύρωσε, μου χαμογέλασε και χάθηκε. Έκανα να σηκωθώ, και είδα πως μπορούσα. Στο θάλαμο νοσηλευόταν μια ακόμη άρρωστη. Με είδε που περπατούσα, ήρθε και μ’ αγκάλιασε. "Τα είδα όλα", μου είπε. "Είδα να σε πλησιάζει στο κρεβάτι σου κάποιος ψηλός, μαυριδερός και λευκοντυμένος άνδρας. Τον είδα να κουνάει τα χέρια του. Και ξαφνικά χάθηκε... Στην αρχή νόμισα πως ήταν γιατρός με την άσπρη μπλούζα. Αυτός όμως ήταν ασυνήθιστα ψηλός, πάνω από δύο μέτρα. Δεν πατούσε στη γη και δεν έκαναν θόρυβο τα πόδια του. Με την παρουσία του ξεχύθηκε μια ευωδιά στο δωμάτιο. Τρόμαξα και σκεπάστηκα περισσότερο."

- Τι θα κάνουμε τώρα; ρώτησε ο Γιάννης το γιατρό.

- Δεν ξέρω, κύριε. Μόνο ένα θαύμα μπορούσε να φέρει αυτό το αποτέλεσμα. Και το θαύμα έγινε!

Την άλλη μέρα ο Γιάννης βρισκόταν κιόλας στην πατρίδα του, μπροστά στον Ταξιάρχη, κι έβρεχε την ιερή εικόνα του ευεργέτη του με δάκρυα χαράς κι ευγνωμοσύνης.


Τεκνοποίηση

Θαυμαστές επεμβάσεις του Ταξιάρχη Μανταμάδου στη ζωή της αφηγήθηκε και η κ. Μιχαηλάρη από την Ελευσίνα.

Ήταν άτεκνη, καθώς και η αδελφή της, κι επειδή ποθούσαν ν’ αποκτήσουν παιδί, στράφηκαν με πίστη στο Θεό και στη μεσιτεία του αρχαγγέλου.

Σε μια αγρυπνία που έκαναν προς τιμήν του Ταξιάρχη, τον παρακάλεσε με θέρμη η κ. Μιχαηλάρη για το πρόβλημα της. Τα ξημερώματα την πήρε λίγο ο ύπνος. Είδε ότι βρισκόταν στο ναό του αρχαγγέλου με την αδελφή της, όταν ξαφνικά παρουσιάστηκε ο Ταξιάρχης με όλη του τη μεγαλοπρέπεια. Γονάτισε αμέσως και τον παρακάλεσε να τους χαρίσει από ένα παιδί. Κι εκείνος άπλωσε το χέρι του, σαν να ήθελε να τις καθησυχάσει, και είπε:

- Μην ανησυχείτε. Κι οι δυο σας θα κάνετε παιδιά. Να ευχαριστήσετε το Θεό γι’ αυτό Του το δώρο.

Σε τέσσερα χρόνια η αδελφή της απέκτησε παιδί, η ίδια όμως όχι. Πέρασαν εννέα χρόνια, οπότε άρχισε ν' απελπίζεται. Στράφηκε τότε στην επιστήμη. Ταλαιπωρήθηκε, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Πληροφορήθηκε ότι στην Αγγλία υπήρχε ένας γιατρός που μπορούσε με εγχείρηση να οδηγήσει στην τεκνοποίηση, με πιθανότητες μία στις εκατό. Το αποφάσισε και ετοιμάστηκε για το ταξίδι. Ένιωθε όμως έλεγχο συνειδήσεως. Την τελευταία στιγμή δίστασε. Σκέφτηκε να καταφύγει στον Ταξιάρχη για να τη φωτίσει τι να κάνει.

Πήγε στο ναό του, στο Μανταμάδο, και τον παρακάλεσε. Και το ίδιο βράδυ, ενώ προσευχόταν, τον είδε να βγαίνει ολοζώντανος απ’ το εικόνισμά του, μ’ ένα βλέμμα παραπονεμένο, σαν να της έλεγε: "Γιατί λιγοψύχησες; Γιατί έχασες την πίστη σου και την ελπίδα στο Θεό; Δεν πείστηκες απ’ το παράδειγμα της αδελφής σου;".

"Έπεσε αμέσως μετανοημένη και ζήτησε με δάκρυα συγχώρηση. Τότε τον άκουσε να της λέει:

- Δεν θα πας έξω. Εκεί δεν πρόκειται να κάνεις παιδί. Εδώ θα το αποκτήσεις.

Σ’ ένα μήνα ήταν έγκυος κι έφερε στον κόσμο ένα χαριτωμένο κοριτσάκι, τη Βαρβάρα. Όταν η μικρή ήταν έξι χρονών, πήγανε στο ναό του αρχαγγέλου για να κάνουν μια ευχαριστήρια αγρυπνία.

Η μητέρα άφησε το παιδί σ’ ένα κελλί για να κοιμηθεί και πήγε στην εκκλησία. Όταν τελείωσε η λειτουργία και γύρισε στο κελλί, η μικρή της είπε:

- Εσύ, μαμά, ήσουν στην εκκλησία, αλλά ο Ταξιάρχης ήταν μαζί μου όλη τη νύχτα και μου κρατούσε συντροφιά.

Αργότερα, η ευλαβής γυναίκα δοκίμασε άλλη μια θαυμαστή εκδήλωση της προστασίας του αρχαγγέλου. Ανήμερα των Ταξιαρχών το 1989, την έπιασε δυνατός πόνος στη μήτρα. Σε λίγο καιρό η κατάσταση επιδεινώθηκε. Έγιναν οι απαραίτητες εξετάσεις και οι γιατροί συνέστησαν να γίνει εγχείρηση. Εκείνη, μόλις το άκουσε, αρνήθηκε, κι άρχισε να κλαίει σαν μικρό παιδί. Κατέφυγε πάλι στον Ταξιάρχη, και ζητούσε με επιμονή και πίστη το θαύμα του.

Με την προσευχή ηρέμησε, κι όταν το βράδυ έπεσε να κοιμηθεί, βλέπει στον ύπνο της την Παναγία - βασίλισσα στο θρόνο - και πλάι της τον Ταξιάρχη. Της χαμογελούσαν.

Το πρωί ξεκίνησε για να εισαχθεί στο νοσοκομείο. Έκανε πολλές εξετάσεις και περίμενε τ’ αποτελέσματα. Κάποια στιγμή την κάλεσαν οι γιατροί και της είπαν:

- Δεν έχεις απολύτως τίποτα, κυρία μου. Μπορείς να πας στο σπίτι σου...

Από τότε είναι εντελώς υγιής και δοξάζει τον Κύριο και τη χάρη του αρχαγγέλου Του.
Περισσότερα...

Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013

Το θαύμα της Μυρόβλυσης του Αγίου Δημητρίου


Στην ανάρτηση αυτή θα αναφερθούμε στο θαύμα της μυρόβλησης του Αγίου Δημητρίου, εντός του Ιερού Ναού του στη Θεσσαλονίκη, κατά το έτος 1987, όπως την διηγείται ο τότε διάκο- νος του Ναού και σημερινός Εφημέριος του Ιερού Ναού Κοιμήσεως της Θεοτόκου, Σαράντα Εκκλησιών Θεσσαλονίκης, π. Χρήστος Κότιος.



Ήταν 26 Οκτωβρίου 1987. Ώρα περασμένες δέκα το βράδυ. Η Θεσσαλονίκη γιόρταζε την μνήμη της αθλήσεως του πολιούχου της Αγίου Δημητρίου καθώς και τα ελευθέριά της από την περίπου πεντακοσίων ετών (1430-1912) καταδυναστεία των Οθωμανών. Ο ναός του Αγίου Δημητρίου με ανοιχτές τις πόρτες δεχόταν τους νυχτερινούς προσκυνητές, που γονάτιζαν μπροστά στην ασημένια λάρνακα με τα άγια λείψανα του Μυροβλύτου. Την ώρα εκείνη δεν θα ήταν περισσότεροι από τριάντα με σαράντα άνθρωποι στον ναό. Μια ομήγυρις περίπου δέκα γυναικών, μπροστά στην λάρνακα, έψελνε την παράκληση του Αγίου. Μοναδικός κληρικός που παρευρισκόταν, ο νεαρός και νεοχειροτονηθείς διάκονος του ιερού ναού μαζί με την διακόνισσα-σύζυγό του. Ο τότε προϊστάμενος του ναού και νυν μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας Παντελεήμων, τους είχε παραγγείλει να βρίσκονται εκεί και να τον περιμένουν.

Ξαφνικά, οι γυναίκες που έψελναν την παράκληση άρχισαν να φωνάζουν! Ο διάκονος έτρεξε κοντά τους και αυτές, με ανάμικτα συναισθήματα, του έδειξαν την λάρνακα! Ήταν λουσμένη κυριολεκτικά με ένα ελαιώδους συστάσεως μύρο (λέω μύρο γιατί η ευωδία του ήταν ασύγκριτη). Θα έλεγε κανείς με σιγουριά, ότι κάποιος άδειασε επάνω της τουλάχιστον δυο "κουβάδες" αρωματικό υγρό (χρησιμοποιώ την λέξη "κουβάδες" για να γίνει κατανοητό ότι η ποσότητα του μύρου που γλυστρούσε στα συμπαγή τοιχώματα της αργυρής λάρνακας με τις ανάγλυφες παραστάσεις, ήταν μεγάλη).

Ο διάκονος για μια στιγμή σάστισε: ο Άγιος μυροβλύζει! Χωρίς να αμφιβάλει καθόλου για το θαύμα, και ευρισκόμενος σε μια κατάσταση χαράς, έκπληξης και ενθουσιασμού, έτρεξε να φέρει βαμβάκι από κάποιο έπιπλο του ιερού βήματος. Επέστεψε τρέχοντας και άρχισε να σκουπίζει με το βαμβάκι το μύρο από τα εξωτερικά τοιχώματα της λάρνακας και να δίνει τμήματα από μυρωμένο αυτό βαμβάκι στους προσκυνητές. Σκούπιζε και το μύρο δεν τελείωνε, αλλά συνέχισε να αναβλύζει μυστικά, χωρίς να υπάρχει κάποια ορατή πηγή. Χαρακτηριστικά, του έκανε πολύ εντύπωση ένα γεγονός: με ένα μεγάλο κομμάτι βαμβάκι σκούπισε το μύρο από μια λεία περιοχή της λάρνακας. Το βαμβάκι σκούπισε καλά όλο το μύρο, όπως όταν σκουπίζουμε ένα τζάμι με ένα στεγνό πανί πιέζοντάς το καλά και αφαιρούμε την υγρασία που μπορεί να υπάρχει επάνω. Μια γυναίκα έσυρε την παλάμη του χεριού της πάνω στο τμήμα της λάρνακας που μόλις είχε σπογγιστεί. Ο διάκονος, με θαυμασμό, είδε το χέρι της βρεγμένο από το ελαιώδες κιτρινοπράσινο μύρο!!!

Εν τω μεταξύ η ευωδία είχε πλημμυρίσει όλον τον ναό και ξεχείλιζε από τις ανοιχτές πόρτες προς την οδό Αγίου Δημητρίου, προσελκύοντας τους περαστικούς, που έσπευδαν να δουν τι συμβαίνει και από που προέρχεται η ευωδία αυτή. Όλοι κατευθύνονταν προς την λάρνακα με τα λείψανα του Αγίου Δημητρίου, που ήταν τοποθετημένη όχι στο κιβώριό της (ακόμα δεν είχε κατασκευαστεί) αλλά μπροστά στο τέμπλο του ναού.

Οι ευχάριστες όμως εκπλήξεις δεν σταμάτησαν εκεί! Οι προσκυνητές διαπίστωσαν ότι όλες οι εικόνες του ναού, οπουδήποτε κι αν βρίσκονταν, σε προσκυνητάρια ή στο τέμπλο, ανέβλυζαν μύρο. Μάλιστα ο διάκονος είδε προσκυνητές να βγάζουν χαρτομάντηλα και να σκουπίζουν τα τζάμια τα προστατευτικά των εικόνων του τέμπλου και τα χαρτομάντηλα να κιτρινίζουν από το μύρο το οποίο "έτρεχε" και από τις δύο πλευρές του τζαμιού, εσωτερική και εξωτερική. Το μέγεθος του θαύματος ήταν τέτοιο που δεν άφηνε το παραμικρό περιθώριο για αμφισβήτηση. Δεν καταλαβαίναμε τί ζούσαμε, ήταν κάτι σαν όνειρο μέσα στην ομίχλη, αλλά το ζούσαμε!!! Το ψηλάφιζαν τα χέρια μας, το έβλεπαν τα μάτια μας, το μύριζαν τα αισθητήρια της όσφρησής μας!!!

Σε λίγο χρόνο δημιουργήθηκε μια "ουρά" από ανθρώπους που με δάκρυα στα μάτια προσκυνούσαν την λάρνακα του Μυροβλύτη και συνειδητοποιούσαν γιατί του δόθηκε το προσωνύμιο αυτό.

Εν τω μεταξύ έφθασε στον ναό και ο προϊστάμενος ιερεύς με άλλους κληρικούς. Ξεκλείδωσαν τα ανοίγματα της λάρνακας και αποκαλύφθηκαν τα άγια λείψανα του Πολιούχου της Θεσσαλονίκης. Ευωδίαζαν μεν, αλλά ήταν η ευωδία των ιερών λειψάνων. Η ευωδία του μύρου ήταν διαφορετική και χαρακτηριστική.

Ο μακαριστός Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κυρός Παντελεήμων ο Β΄, ο Χρυσοφάκης, απέδωσε το θαύμα της μυρόβλυσης του Αγίου Δημητρίου στο εξής γεγονός: Εκείνο το βράδυ, στην εορταστική τελετή του Πανεπιστημίου για τα ελευθέρια της Θεσσαλονίκης, ο κεντρικός ομιλητής αγνόησε στην ομιλία του παντελώς τον Άγιο, και δεν αναφέρθηκε καθόλου σ’ αυτόν. Ο Άγιος Δημήτριος όμως δήλωσε με την μυρόβλυσή του ότι, όπως ποτέ δεν εγκατέλειψε την πόλη του Θεσσαλονίκη έτσι και τώρα είναι πάντοτε παρών και αυτός είναι που την έσωσε και από την σκλαβιά και από τους σεισμούς, αλλά και διαμαρτύρεται όταν οι Θεσσαλονικείς αποδεικνύονται αχάριστοι και απομακρύνονται από τον Χριστό και τους Αγίους Του.

Πέρασαν 24 χρόνια από τότε. Είμαι ο τότε διάκονος του ναού, τώρα ιερεύς στην Θεσσαλονίκη και σας γράφω τα γεγονότα όπως τα θυμάμαι. Την ώρα εκείνη ήταν σαν να ζούσα ένα μυστήριο. Δεν μπορώ να περιγράψω τι αισθανόμουν! Χαρά, έκπληξη, συγκίνηση, ενθουσιασμό... δεν μπορώ να προσδιορίσω ακριβώς. Πάντως είναι από τα γεγονότα που ενισχύουν την πίστη, που μας γεμίζουν χαρά, ελπίδα και αίσθηση της παρουσίας του Χριστού και των Αγίων. Η πίστη μας είναι "ζωντανή".

Αναδημοσίευση κειμένου από: proskynitis.blogspot.com
Περισσότερα...

Τρίτη 20 Αυγούστου 2013

Προφητείες Πατροκοσμά


Σε αυτή την ανάρτηση θα δούμε μια ανέκδοτη προφητεία του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, μέσα από το περιοδικό "Άγιος Κοσμάς ο Αιτω- λός" που εκδίδει η Ιερά Μητρόπολη Αιτωλο- ακαρνανίας, τεύχ. 14 του 2010.

Η προφητεία αυτή φωτογραφίζει επιτυχώς την εποχή μας, τα τελευταία συμβάντα και την φορολογική επέμβαση των ξένων στη χώρα μας…



Αμυδρή ελπίδα δίνει η παρακάτω προφητεία του Αγίου Κοσμά: "Θα ξεκινήσουν να’ρθουν για να εισπράξουν τους φόρους. Δεν θα προφθάσουν όμως, γιατί θα γίνει πόλεμος...» (εννοώντας προφανώς τον Γ΄ Παγκόσμιο πόλεμο στα στενά του Βοσπόρου και στην Κωνσταντινούπολη...)

Είναι όμως αυτό, ή "έτερον προσδοκώμεν";


Οι προφητείες του Αγίου Κοσμά, ήταν αυτό που έκανε τον σκλαβωμένο Έλληνα του ΙΗ΄ αιώνα να αναθεωρήσει τη μοιρολατρική κατάσταση στην οποία τον είχε ρίξει η σκλαβιά των τριών αιώνων.

Ο Άγιος Κοσμάς καλλιέργησε το δυνατόν της απελευθερώσεως. Μάλιστα για την απελευθέρωσή τους, τους φύτευε διάφορες μελλοντικές καταστάσεις. Τους προφήτευε για το ποθούμενον. Και τι άλλο γλυκύτερον μπορούσαν να επιθυμούν από το να φάνε το γλυκό ψωμί της ελευθερίας;

Έτσι άρχισε να κινείται το ενδιαφέρον και η επιθυμία για «το ποθούμενον» γράφει η Οσιολογιωτάτη μοναχή Ευθυμία, Καθηγουμένη της Ι. Μονής του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, στο βιβλίο της «Προφητείες του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, μέσα στην Ιστορία».

Εδώ, δεν θα σημειώσομε κάποια από τις γνωστές προφητείες του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, του Εθναποστόλου και Ιεραποστόλου, αλλά θα φέρουμε στο φώς, μια ανέκδοτη προφητεία που αφορά και μέλλοντα και παρόντα...

Από χρόνια είχα ακούσει από γέροντες, ότι ο Άγιος Κοσμάς και για τον τόπο μας είχε ειπεί προφητείες. Πολλές φορές άκουσα να λένε παππούδες και γιαγιάδες, ότι ο Άγιος Κοσμάς είπε: " Οι Τουρκοι θα ξανάρθουν μέχρι το Ντουγρί !... "Επειδή όμως τοποθεσίες με το όνομα «Ντουγρί» υπάρχουν και σε άλλα μέρη της Πατρίδος μας, δεν έδωσα και τόση σημασία...

Τελευταίως όμως, όταν ο π. Κωνσταντίνος Γιολδάσης υπηρετούσε ως διάκονος εις τον Ιερόν Ναόν της Ζωοδόχου Πηγής, Αγρινίου, σε μια συζήτηση, μου απεκάλυψε, ότι πρόκειται για το Ντουγρί Τριχωνίδος.

Άρχισα να ερωτώ. Επισκέφθηκα γέροντες της περιοχής μας και δή της ορεινής Τριχωνίδος, και άκουσα, σχεδόν τα ίδια, με αυτά που μου διηγήθηκε ο κ. Μιχαήλ Γιολδάσης, κάτοικος Αγίας Βαρβάρας.

Ο κ. Μιχαήλ Γιολδάσης επί λέξει είπε: "Όταν ήμουν στο δημοτικό Σχολείο η γιαγιά μου και ο παππούς μου, μου μιλούσαν για τον «Άγιο Παπουλάκη» που πέρασε και από το χωριό μας. Ο Παντελής Καρόπουλος, ή Ζάρας, μας διηγείτο γεγονότα και λόγια του «Αγίου Παπουλάκη» που κι εκείνος τα ήκουσε από τον παππού του, που ήταν αυτήκοος μάρτυς των λόγων του Αγίου Κοσμά, νέος τότε.

Έλεγε λοιπόν ότι: Κάποτε κατεβαίνοντας από το χωριό του, Μέγα Δένδρο, ο Άγιος Κοσμάς έφθασε στην Παραβόλα. Διψασμένος, ζήτησε από τους κατοίκους της Παραβόλας λίγο νερό να ξεδιψάσει...

Οι Παραβολιώτες όμως δεν του έδωσαν νερό από εκείνο που έπιναν, αλλά νερό από μία στέρνα... Ό Άγιος δεν το γεύτηκε και είπε: «Νερό να μην έχετε. Στα πόδια σας είναι το νερό. Στα πόδια σας είναι το νερό, κι εσείς δεν θα ’χετε δικό σας νερό.» Κοίταξε κατά τη λίμνη και τα βουνά ο Παπουλάκης και είπε: «Νερό, Νερό...»

(Πράγματι η Παραβόλα, μέχρι πρότινος δέν είχε νερό... Ο νυν Δήμαρχος κ. Βασίλειος Καπέρδας, ύστερα από κάποιο τρανταχτό γεγονός, προέβη σε γεώτρηση στην Παραβόλα και βρήκε ολόκληρο «Ποτάμι» νερό. Όχι μόνο σε ποσότητα αλλά και σε άριστη κατάσταση και ποιότητα. Από ευγνωμοσύνη προς τον Άγιο Κοσμά, έκτισε εκκλησάκι εις το Όνομα τον Αγίου. Πόσο φωτισμένη και όντως αληθινή υπήρξε η προφητεία τον Αγίου μας: «Κάτω από τα πόδια σας είναι ποτάμι νερό»!)

Έφυγε διψασμένος και προχώρησε και έφθασε στην Ντέμη, το σημερινό χωριό Καινούριο. Κάθισε κάτω από ένα Πλάτανο μεγάλο. Οι κάτοικοι του προσέφεραν νερό. Κάλεσε τότε τους Έλληνες του χωριού να έλθουν να τους μιλήσει... Όμως, ήλθαν λίγοι... Απορημένος τους ρώτησε:

- Γιατί δεν έρχονται και οι άλλοι; Και του απάντησαν:

- Άγιε Παπουλάκη φοβούνται μήπως ο Ντέμ, ή Άντέμ αγάς, που είναι εδώ, όταν μας δει μαζεμένους θα μας κόψει (τα κεφάλια)...

Τοτε ο Άγιος Κοσμάς τους βεβαίωσε, ότι ο Ντέμ αγάς έφυγε απ' εδώ και βρίσκεται στο Ζαπάντι. Και πρόσθεσε ο Άγιος:

- Θα ξανάρθουν οι Τούρκοι...


Οι δύο χώρες...

Εν τω μεταξύ συγκεντρώθηκαν οι κάτοικοι και ο Άγιος Κοσμάς τους μίλησε και τους δίδαξε... Όταν τελείωσε το Θείο λόγο του, οι κάτοικοι τον ερώτησαν.

- Πότε, άγιε Παπουλάκη, θα ’ρθουν οι Τούρκοι εδώ;

Κι εκείνος απάντησε, βάζοντας μία εικόνα της Παναγίας μέσα στην κουφάλα του Πλατάνου.

- «Όταν θα ξεραθεί αυτος ο Πλάτανος και θα σμίξουν οι δυο χώρες, τότε οι Τούρκοι θα ’ρθουν ατουφέκιστοι και θα πιουν καφέ στο Ντουγρί».

- Και πότε, Άγιε του Θεού, θα σμίξουν οι δυο χώρες, και ποιές είναι αυτές;

- «Σας είπα ότι, όταν ξεραθεί και κοπεί ο πλάτανος και σμίξουν οι δυο χώρες. Οι δυο χώρες είναι το Βραχώρι και ο τόπος που πατάμε τώρα (η Ντέμη). Τότε θα σας βάλουν μεγάλους φόρους οι Ευρωπαίοι. Θα βάλουν φόρους και στα παράθυρα και στα χωράφια. Θα ξεκινήσουν να ’ρθουν για να εισπράξουν τους φόρους. Δεν θα προφθάσουν όμως, γιατί θα γίνει πόλεμος...».

Εδώ και αρκετά χρόνια το 1974, ο πλάτανος ξεράθηκε... Οι κάτοικοι του Καινούριου (Ντέμη), καλύπτοντας το ρέμα, στην όχθη του οποίου ήταν ο πλάτανος, έκοψαν τις ρίζες του δένδρου και έριξαν τσιμέντα. Φυσικό ήταν, ο πλάτανος να ξεραθεί, οπότε τον έκοψαν...

Δίπλα ακριβώς από τον πλάτανο και το ρέμα, κάποιος κάτοικος του χωριού επονομαζόμενος Τασούλης, ανήγειρε το σπίτι του και στο ισόγειο άνοιξε καφενείο. Όταν έκλεινε αργά το βράδυ το καφενείο, για να ανέβει στο σπίτι του, έβλεπε μία σκιά να περιφέρεται, στον τόπο εκείνο. Κατ' αρχάς φοβήθηκε...

Όταν του είπαν, ότι εδώ ο Άγιος Κοσμάς στάθηκε και ομίλησε, συγκινημένος και εκδηλώνοντας την ευλάβεια του προς τον Άγιο, έκτισε ένα εικόνισμα, ή Προσκυνητάρι και έβαλε μέσα την εικόνα του Αγίου Κοσμά. Από τότε δεν είδε ξανά την σκιά!!! Σήμερα το καφενείο το έχουν τα παιδιά του.

Το δεύτερο «σημείο» το όποιο έδωσε ο Άγιος Κοσμάς είναι: «Όταν θα ενωθούν οι δυο χώρες, Βραχώρι και Ντέμη...». Ήδη με το σχέδιο «Καλλικράτης», το Αγρίνιο και το Καινούριο (Ντέμη) γίνονται ένας δήμος. «Οι δύο χώρες, ενώνονται»!!!

Άλλοι γέροντες προσθέτουν στην ανωτέρω προφητεία του Αγίου Κοσμά και τούτα τα λόγια του: «Αυτά θα γίνουν όταν θα είναι τα τέσσαρα 7 , τα 3 Κ, και ένα Π». Την πλήρη ερμηνεία των λόγων του Μεγάλου Αγίου μας, μόνο ο Κύριος γνωρίζει και ο χρόνος θα επιβεβαιώσει.

Προσθέτουν ακόμη οι Γέροντες, ότι ο Άγιος Κοσμάς είχε μαζί του τρία πράγματα: Ένα σκαμνακι, στο όποιο ανέβαινε να ομιλήσει, ένα σακούλι (που είχε μέσα βιβλία), και έναν Σταυρό, τον οποίο έστηνε και κάτω από τη σκιά του ομιλούσε... Τα προφητικά λόγια του Αγίου είναι φοβερά και συγκλονιστικά! Το δικό μας χρέος είναι να ετοιμαζόμαστε, διότι «ο καιρός συνεσταλμένος εστί» και «αι ημέραι πονηραί εισί...».
Περισσότερα...

Τρίτη 30 Ιουλίου 2013

Θαύμα Αγίου Παντελεήμoνος



Στην ανάρτηση αυτή θα δούμε ένα θαύμα του Αγίου Παντελεήμωνος, μέσα από το βιβλίο: "Σταχυολογήματα από την θαυμαστή ζωή του π. Ευαγγέλου Χαλκίδη εφημερίου Αγ. Βασιλείου Λαγκαδά", των εκδόσεων «Ορθό- δοξος Κυψέλη».





Η πρεσβυτέρα είχε όγκο στο στήθος και εγχειρίστηκε. Μόλις έβγαλαν τον όγκο, δίνουν ένα κομμάτι στον πατέρα Ευάγγελο να το πάει για βιοψία και να φέρει αμέσως τ' αποτελέσματα. Μετά την απάντηση της εξετάσεως, οι γιατροί δεν δίνουν ούτε έξι μήνες ζωής στην άρρωστη. Η κόρη του παπα - Βαγγέλη λιποθυμά μόλις το ακούει, Ο ίδιος τα χάνει. "Άκου, λέει, γιατροί να το πουν έτσι ξαφνικά στο παιδί! Στα χέρια του όμως σφίγγει το χέρι του Αγίου Παντελεήμονα, που έχει φέρει μαζί του, και προσεύχεται.

Βγάζουν την πρεσβυτέρα από το χειρουργείο. Με λαχτάρα ο πατήρ Ευάγγελος ακουμπά πάνω στις γάζες που σκεπάζουν το εγχειρισμένο στήθος της πρεσβυτέρας, το χέρι του Αγίου και γονατιστός προσεύχεται. Εκείνη την ώρα μπαίνει ο χειρουργός με τη μάσκα ακόμη. Βλέπει τη σκηνή και βάζει τις φωνές.

- Τι είναι αυτό το κόκκαλο παπά μου; Πάρτο από δω και τράβα σπίτι σου. Ζαλισμένος ο καημένος, μαζεύει γρήγορα τ' αγία λείψανα και προσπαθεί να βρει την πόρτα. Μέσα στη ζάλη του, όμως, ακούει τη νοσοκόμα να φωνάζει το γιατρό στο τηλέφωνο, που τον ζητά επειγόντως η γυναίκα του.

Το απόγευμα σταματά μια κούρσα έξω από το σπίτι του ιερέα και με έκπληξη ο παπα - Βαγγέλης βλέπει να βγαίνει ο γιατρός. Πω! πω! σκέφτεται, ο γιατρός και στο σπίτι μου ακόμα με κυνηγάει! Με φρίκη, όμως, βλέπει να κατεβαίνει από το αυτοκίνητο και ένας νέος παραμορφωμένος. Το στόμα του είχε πάει στο αυτί του. Αποσβολώθηκε ο παπάς.

- Πάτερ μου, του λέει ο γιατρός, εκείνο το κόκκαλο το έχεις; Με συγχωρείς, παραφέρθηκα, την ώρα που σ' έδιωχνα μου τηλεφώνησε η γυναίκα μου, ότι το παιδί μας, που έδινε εκείνη την ώρα εξετάσεις, έπαθε ξαφνικά αυτήν την πάρεση που βλέπεις. Κατάλαβα ότι εγώ έφταιξα και γι' αυτό σε παρακαλώ πολύ διάβασε μας μια ευχή. Τη διεύθυνση σου στο χωριό την πήρα από την πρεσβυτέρα.

- Ευχαρίστως παιδιά μου, ελατέ στο εκκλησάκι. Κράτα αγόρι μου το χέρι του Αγίου και γονάτισε.

Απλώνω στο κεφάλι του νέου το πετραχήλι και αρχίζω να διαβάζω την ευχή. Καθώς διαβάζω, ακούω θόρυβο κρακ, κρακ. Σκέφτομαι, τι συμβαίνει άραγε; Τελείωσα και όταν σηκώθηκε το παιδί, τί να δούμε, το στόμα του παιδιού είχε επανέλθει στην θέση του! Πατέρας και γιος ρίχνονται πάνω μου.

- Παπούλη πώς να σ' ευχαριστήσουμε;

- Όχι εμένα, παιδιά μου, το Θεό και τον Άγιο.

Από τότε για πάρα πολύ καιρό ερχόταν τακτικά να προσκυνήσουν και να φέρουν και το λάδι για το καντήλι του Αγίου.

Όσο για την πρεσβυτέρα, είναι τώρα περισσότερα από είκοσι χρόνια που είναι τελείως καλά χωρίς να κάνει απολύτως καμία θεραπεία. Μεγάλωσε τα παιδιά της και ζει στο χωριό προσέχοντας το εκκλησάκι με τα τόσα άγια λείψανα, μια που δεν υπάρχει πια ο πατήρ Ευάγγελος. Ο γιατρός πολλές φορές έλεγε στον παπα - Βαγγέλη:
''Εμείς παπά μου πρέπει να τα κάψουμε τα βιβλία μας''.
Περισσότερα...

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

Θαύμα των Αγίων Αναργύρων



Στην ανάρτηση αυτή θα δούμε ένα θαύμα των Αγίων Αναργύρων, όπως το διηγήθηκε ο ίδιος ο κ. Παναγιώτης Κουσουτζής, συνταξιούχος από τη Θεσσαλονίκη.



Από το έτος 2003 υπέφερα πολύ από το στομάχι μου. Οι γιατροί μου έδιναν διάφορα φάρμακα αλλά πάλι τα ίδια, εγώ πονούσα. Το 2004 μου έδωσαν παραπεμπτικό και έκανα αξονική εξέταση. Η εξέταση έδειξε ότι κάτι είχα στο στομάχι μου. Κάτι σαν πορτοκάλι. Πάλι με φόρτωσαν με άλλα, διάφορα φάρμακα αλλά ο πόνος συνεχιζόταν.

Τον Ιούνιο του 2005 η κατάσταση μου χειροτέρεψε περισσότερο. Ο γιατρός μου έδωσε παραπεμπτικό για να πάω να κάνω και μία γαστροσκόπηση. Κατά τις 20 Ιουνίου του 2005, με Θεία φώτιση, λέω στον εαυτό μου: «Από την αρχαιότητα όλοι οι πολεμιστές στις πληγές τους έριχναν λάδι για να θεραπευθούν· γιατί να μην πίνω κι εγώ κάθε πρωί μία κουταλιά της σούπας ελαιόλαδο»;

Άρχισα να πίνω κι εγώ. Φτάσαμε στην 1η Ιουλίου, ημέρα Σάββατο, των Αγίων Αναργύρων, από το πρωί πονούσα τρομερά. Έκανα κουράγιο και βγήκα μέχρι τον φούρνο της γειτονιάς μας να πάρω τα πρόσφορα, που είχα παραγγείλει, για την Εκκλησία την Κυριακή. Επέστρεψα και ξάπλωσα στο κρεβάτι. Όλη την ημέρα κυλιόμουν από τους πόνους. Δεν είχα διάθεση ούτε να φάω κάτι. Λέω στην Γυναίκα μου: «Αύριο μη με περιμένεις να πάμε μαζί στην Εκκλησία, πονάω πάρα πολύ. Αν μπορείς, να πας μόνη σου».

Ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου αισθανόμουν πως είχα ένα πορτοκάλι σιδερένιο, βαρύ μέσα στο στομάχι μου. Όταν γύριζα δεξιά, αισθανόμουν ότι μετακινούταν κι αυτό μαζί· όταν πάλι γύριζα αριστερά, μετακινούταν κι αυτό μαζί· και όταν ήμουν ανάσκελα μου ‘κοβε την αναπνοή από το βάρος του.

Το βράδυ ετοιμαστήκαμε για ύπνο. Πάω στο εικονοστάσι για την καθιερωμένη βραδινή προσευχή και πριν πω το «Δι' ευχών» επικαλούμαι την βοήθεια των Αγίων Αναργύρων. Δεν ζήτησα να με κάνουν καλά, αλλά είπα:

Άγιοί μου Ανάργυροι και θαυματουργοί, δείξτε μου τι να κάνω, διότι υποφέρω πολύ και οι υποχρεώσεις μου στο σπίτι είναι μεγάλες (έχω και ανάπηρο παραπληγικό παιδί, προσεβλήθηκε από Μηνιγγίτιδα όταν ήταν 2 ετών).

Αφού τελείωσα την προσευχή μου πήγα στο κρεβάτι μου να ξαπλώσω. Βλέπω το ωρολόι, ήταν 11 παρά 2 λεπτά. Έκλεισα για λίγο τα μάτια μου και βλέπω πως βρίσκομαι σε χειρουργικό κρεβάτι και δίπλα μου δύο γιατροί με τις άσπρες τους ποδιές σαν κάτι να σκαλίζουν στην περιοχή του στομάχου μου. Πρόσεξα όμως, πως οι γιατροί, μέσα από τις άσπρες τους ποδιές φορούσαν και πετραχήλια. Ταράχτηκα και πετάχτηκα από το κρεβάτι μου. Ανοίγω τα μάτια μου· βλέπω το ωρολόι, ήταν 11:02 λεπτά το βράδυ. Είχαν περάσει μόλις 4 λεπτά από την ώρα που ξάπλωσα. Έκανα τον Σταυρό μου κι έκλεισα τα μάτια μου προσπαθώντας να κοιμηθώ.

Πάλι βλέπω ότι βρίσκομαι στο χειρουργικό κρεβάτι όπως και πριν, στο ίδιο σκηνικό, με τους δύο γιατρούς από πάνω μου.

Ο πρώτος ήταν ένας ψηλός με κοντό γένι κι ο δεύτερος ήταν ένας κοντούλης, γηραλέος με μακριά γενειάδα που βοηθούσε τον πρώτο γιατρό. Και οι δύο φορούσαν μέσα από τις άσπρες ποδιές τους και πετραχήλια.

Ο ψηλός γιατρός που ήταν από πάνω μου, κάτι έκανε επάνω στο στομάχι μου, αισθανόμουν μόνο το ακούμπημα των δακτύλων του.

Σε λίγο, αφού τελείωσε, δείχνοντας με τον δείκτη του δεξιού χεριού του, μου λέει:

«Το λαδάκι όμως θα το πίνεις».

Εγώ απόρησα, πώς ο γιατρός ξέρει ότι εγώ πίνω λάδι; Εγώ δεν το είπα σε κανέναν. Αφού με πήρε ο ύπνος το πρωί ξύπνησα στις 5:00 η ώρα και δεν είχα τίποτε, καμία ενόχληση στο στομάχι μου.

Όταν κατάλαβα ότι ξύπνησε και η Γυναίκα μου της λέω: «Σήκω να πάμε στην Εκκλησία δεν έχω τίποτε, με θεράπευσαν οι Άγιοι Ανάργυροι».

Πήγαμε στην Εκκλησία και ευχαρίστησα τους Αγίους για την θεραπεία μου. Από τότε μέχρι και σήμερα (Μάιος του 2008) δεν έχω τίποτε απολύτως. Δόξα σοι ο Θεός.

Κατά την ταπεινή μου γνώμη ο γιατρός που ακουμπούσε τα δάχτυλά του επάνω μου ήταν ο Άγιος Κοσμάς (ο ένας των Αγίων Αναργύρων) και ο βοηθός του πρέπει να ήταν ο Μοναχός Πατέρας Παΐσιος (ο πρόσφατα κεκοιμημένος Μοναχός του Αγίου Όρους, που ετάφη στην Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, στην Σουρωτή Θεσσαλονίκης). Είχα την τύχη να τον γνωρίσω εν ζωή και να πάρω την Ευλογία του.

Αναδημοσίευση κειμένου από: vatopaidi.wordpress.com
Περισσότερα...

Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2012

Το διορατικό χάρισμα ενός μικρού παιδιού


Στην ανάρτηση αυτή θα δούμε το διορατικό χάρισμα ενός μικρού παιδιού, έτσι όπως αναφέρεται στο βιβλίο «Ασκητές μέσα στον κόσμο», Άγιον Όρος 2008, των εκδόσεων του Ιερού Ησυχαστηρίου Άγιος Ιωἀννης ο Πρόδρομος, Μεταμόρφωσης Χαλκιδικής.

Τὸν Σεπτέμβριο κάποιου ἔτους στὸ ὀγκολογικὸ τμῆμα τοῦ Πανεπιστημιακοῦ Νοσοκομείου τοῦ Ρίου ἐπικρατεῖ μεγάλη ἀναστάτωση. Ὁ μικρὸς Δημητράκης ζητοῦσε ἐπειγόντως τὸν ἱερέα τοῦ Νοσοκομείου.


Ἦταν 13 ἐτῶν καί ἤθελε ὁπωσδήποτε νὰ κοινωνήσει. Ἐνάμισι περίπου χρόνο βρισκόταν στὴ συγκεκριμένη κλινική. Ἕνας μικρὸς πονοκέφαλος τὸν ὁδήγησε ἐκεῖ. Οἱ γιατροὶ διέγνωσαν καρκίνο τοῦ ἐγκεφάλου. Ἡ καταγωγὴ του ἦταν ἀπὸ τὸ Φίερι τῆς Ἀλβανίας. Οἱγονεῖς του ἀβάπτιστοι. Ἔμεναν ἀρκετὰ χρόνια στὴν Πάτρα. Αὐτός, λίγο μετὰ τὴν εἴσοδό του στὸ Νοσοκομεῖο, θέλησε νὰ βαπτιστεῖ. Ἄκουγε γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ ἤθελε νὰ γίνει «παιδί» Του. Βαπτίστηκε «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», κατόπιν κατηχήσεως βέβαια.

Ὅλοι τὸν ἀγαποῦσαν πολὺ στὴν κλινική. Ὁ καρκίνος εἶχε προχωρήσει ἀρκετὰ καὶ ἤδη τοῦ εἶχε στερήσει τὴν ὅράση. Δὲν ἔβλεπε καθόλου, τίποτε καὶ κανέναν. Ἄκουγε ὅμως μὲ μεγάλη καὶ θαυμαστὴ ὑπομονή. Δὲν παραπονιόταν. Ἔλεγε ὅτι ὁ Θεὸς τὸν ἀγαπᾶ πολύ. Προσευχόταν καὶ παρακαλοῦσε καὶ τοὺς γονεῖς του νὰ κάνουν τὸν ἴδιο.

Ὅσοι τὸν ἐπισκέπτονταν καταλάβαιναν νὰ ὑπάρχει κάτι διαφορετικὸ σ' αὐτὸ τὸ παιδί. Μιλοῦσε συνέχεια γιὰ τὸν Θεό. Ἦταν πάντα εὐγενικὸ καὶ χαρούμενο. Τὸ πρόσωπο του ἔλαμπε. Ἤθελε νὰ κοινωνάει συχνὰ τῶν Τιμίων Δώρων. Ὅταν κάποιες φορὲς ἡ μητέρα του ἦταν σὲ κάποιον ἄλλο χῶρο τῆς κλινικῆς, φώναζε: «Μητέρα, ἔλα γρήγορα. Φτάνει ὁ παππούλης μὲ τὸν Χριστό. Ἀνεβαίνει τὰ σκαλιά. Ἔλα νὰ μὲ ἑτοιμάσεις». Καὶ ἔτσι γινόταν. Ὁ ἱερέας ἐρχόταν καὶ εὕρισκε τὸν Δημητράκη καθισμένο στὸ κρεβάτι του, μὲ ἀνοιχτὸ τὸ στόμα κάνοντας μὲ εὐλάβεια τὸν... σταυρό του. Ἐνῶ δὲν γνώριζε τὴν ἀκριβῆ ὥρα τῆς προσελεύσεως τοῦ ἱερέως μὲ τὰ Τίμια Δῶρα, μὲ διορατικὸ χάρισμα τὸν ἔβλεπε νὰ ἔρχεται, μολονότι παρεμβάλλονταν δύο κλειστὲς πόρτες που χώριζαν τὸ δωμάτιό του ἀπὸ τὸν διάδρομο που ἐρχόταν ὁ ἱερέας. Αὐτὸ τὸ βεβαιώνει καὶ ἡ εὐλαβὴς κυρία Μαρία Γαλιατσάτου ἡ ὁποία ἐθελοντικὰ φρόντιζε τὸ παιδὶ αὐτό. «Κυρία Μαρία, θέλω κάτι νὰ σᾶς πῶ», τῆς εἶπε μία μέρα. «Ὅταν ἔρχεται ὁ παππούλης μὲ τὸν Χριστό, τὸν βλέπω στὶς σκάλες που ἀνεβαίνει καὶ δίπλα του ὑπάρχουν δύο ψηλοί, ὄμορφοι ἄνθρωποι μὲ ὁλόασπρη στολὴ πού γέρνουν πρὸς τὸ Ἅγιο Ποτήριο καὶ μὲ ἀνοιχτὰ τὰ χέρια τους τὸν προστατεύουν».

Κάποτε τὸν ρώτησε ὁ γιατρός: «Τί κάνεις, Δημητράκη, πῶς πᾶμε;». Τοῦ ἀπάντησε: «Κύριε γιατρέ, μπορῶ νὰ σᾶς πῶ ἀπὸ κοντά. Ἐγὼ εἶμαι καλά. Ἐσεῖς μὴν στενοχωριέστε που ἔφυγε ἡ γυναίκα σας. Ὁ Θεὸς θὰ εἶναι μαζί σας γιατί εἶστε καλὸς ἄνθρωπος». Ὁ γιατρὸς ἔμεινε λίγο ἀκίνητος. Κανεὶς δὲν ἤξερε τὸ θλιβερὸ γεγονὸς που εἶχε συμβεῖ τὴν προηγούμενη ἡμέρα στὸ σπίτι του, ὅτι δηλαδὴ ἡ γυναίκα του τὸν ἐγκατέλειψε καὶ πῆρε ἄλλον ἄνδρα.

«Αὐτὸ εἶναι παιδὶ τοῦ Θεοῦ», ἔλεγαν ὅσοι τὸν γνώριζαν.

Τὴν τελευταία φορὰ ποὺ κοινώνησε δὲν μποροῦσε πλέον νὰ σταθεῖ καθιστὸς στὸ κρεβάτι ἀλλὰ ὑποδέχθηκε μὲ χαρὰ καὶ λαχτάρα τὸν Χριστὸ ξαπλωμένος. «Εὐχαριστῶ πολύ», ψέλλισε καὶ μετὰ ἐκοιμήθη.

Ὁ ἱερέας, ὅταν τὴν ἄλλη μέρα πῆγε στὸ νεκροτομεῖο νὰ διαβάσει στὸν Δημητράκη τὸ τρισάγιο, εἶπε: «Τέτοιο λείψανο πρώτη φορὰ στὴν ζωή μου βλέπω. Τὸ πρόσωπό του εἶναι χαμογελαστό, λάμπει καὶ ἔχει τὸ χρῶμα τοῦ κεχριμπαριοῦ».

Οἱ γονεῖς του ἀγάπησαν πολύ τὸν Χριστὸ καὶ θέλουν καὶ αὐτοὶ νὰ βαπτιστοῦν.
Περισσότερα...

Παρασκευή 27 Απριλίου 2012

Θαύμα Αγίου Ραφαήλ


Στην ανάρτηση αυτή θα δούμε το θαύμα που επιτέλεσε ο Άγιος Ραφαήλ, θεραπεύοντας καρκίνο με μετα- στάσεις, μέσα από το βιβλίο "Θαύματα Αγίων - Σημεία Θεού", του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Γουμενίσσης, Αξιουπόλεως και Πολυκάστρου, κ. Δημητρίου.

Όλα ξεκίνησαν τον Μάρτιο του 2001, διηγείται ο Λάμπρος Θεοδωράκος, ετών 31, κάτοικος Βάθης N. Κιλκίς.



Αναγκάστηκα να πω στους δικούς μου ότι είχε διογκωθεί ο ένας όρχις και υπέφερα. Μέχρι τότε δεν υπολόγιζα τον κίνδυνο, ντρεπόμουν και να το πω. Ξεκίνησε ένας Γολγοθάς για μένα.

Ήταν 7 Μαρτίου, όταν μου έκαναν εισαγωγή στην Ουρολογική Κλινική του Νοσοκομείου Κιλκίς, στο οποίο υπηρετεί και η αδελφή μου Βασιλική ως νοσηλεύτρια. Εξετάσεις αίματος, αξονικές, υπέρηχος έδειξαν κατά 90% ότι ήταν από τις πιο άσχημες μορφές καρκίνου του όρχεως. Οι γιατροί πρώτη φορά έβλεπαν τόσο διογκωμένο αδένα. Η χοριακή γοναδοτροπίνη, με φυσιολογικό ανώτατο όριο το 5, σε μένα ήταν 1502! Για να αποφευχθεί περαιτέρω επιδείνωση και με άλλες μεταστάσεις, έγινε αμέσως εγχείρηση στις 9 Μαρτίου, πρώτο χειρουργείο, με ολική ορχεκτομή του ενός όρχεως. Χειρουργός ο κ. Χασάκιολης.

Οι γονείς μου Δημήτριος και Ελευθερία, απλοί και πιστοί άνθρωποι, δεν απελπίστηκαν, σε αντίθεση με την αδελφή μου, που λόγω της ιδιότητας της και των συζητήσεων με τους γιατρούς καταλάβαινε τη σοβαρότητα της καταστάσεως.

Αμέσως μετά την εγχείρηση, η αδελφή μου μετέφερε το παρασκεύασμα στη Θεσσαλονίκη, στη γνωστή μας παθολογοανατόμο κ. Νικολαΐδου στο Νοσοκομείο “Παπανικολάου” για ιστολογική εξέταση. Στο σύντομο ταξίδι έκλαιγε και παρακαλούσε. Βλέπει ξαφνικά σαν όραμα μπροστά της μέσα σε μια λάμψη την εικόνα της μορφής του αγίου Ραφαήλ, αλλά αμέσως χάθηκε.

Το Σαββατοκύριακο 10­ και 11 Μαρτίου ήταν εφιαλτικό για κείνην, περιμένοντας τα αποτελέσματα. Εγώ υπέφερα φρικτά. Σταματούσαν οι πόνοι μόνο όταν καθόταν δίπλα μου η Βασιλική, μ έπιανε από το ένα χέρι, και από το άλλο κρατούσαμε σφικτά κι οι δύο από μια εικόνα των τριών αγίων Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης, και παρακαλούσαμε· και μετά από λίγο πάλι με έπιαναν οι πόνοι! Κι αυτό, γιατί είχα την αρρώστια πολύ καιρό. Κι όπως μου εξήγησαν αργότερα, έκανε μετάσταση και είχα μυοσκελετικούς πόνους. Μεταστατικά παρουσίασα “μπλοκ λεμφαδένων” κοντά στο δεξιό νεφρό, άλλον έναν όγκο ψηλαφητό!

Τη Δευτέρα βγήκαν τα αποτελέσματα της ιστολογικής, ήταν σεμίνωμα, καρκίνος χημειο­ευαίσθητος (αντιμετωπίσιμος με χημειοθεραπεία) και απ αυτήν την άποψη όχι η χειρότερη μορφή καρκίνου.

Η κ. Νικολαΐδου συνεννοήθηκε με την Διευθύντρια Γ΄ Χημειοθεραπείας του “Θεαγενείου” Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης για να αρχίσω χημειοθεραπείες, τέλη Μαρτίου. Οι γιατροί πάντως έλεγαν, επειδή είχε περάσει πολύς καιρός, ότι ίσως να μην ενεργούσε η χημειοθεραπεία και να χρειαζόταν νέα επέμβαση, για να αφαιρεθεί και ο μεταστατικός όγκος.

Έκανα συνολικά πέντε "σχήματα" χημειοθεραπείας. Μετά από κάθε θεραπεία, πηγαίναμε εγώ, η μητέρα μου και η αδελφή μου στο Μοναστήρι του Αγίου Ραφαήλ στην Γρίβα της Γουμένισσας, και μάς διάβαζαν Ευχή υπέρ θεραπείας. Είχαν κρατήσει και το όνομά μου και με μνημόνευαν στις Λειτουργίες. Όταν πάλι πηγαίναμε οι τρεις για τη θεραπεία, ο πατέρας μου έβρισκε κάποιον συγχωριανό μας με αυτοκίνητο και πάντοτε ερχόταν στο Μοναστήρι εκείνος και διάβαζε Παράκληση για μένα. Συνέχεια προσευχόμασταν και κάθε μέρα που πήγαινε η αδελφή μου για το Νοσοκομείο περνούσε από το προσκυνητάρι έξω απ τη Μητρόπολη, άναβε κερί και παρακαλούσε.

Από τις χημειοθεραπείες έπεσαν τα μαλλιά μου, φορούσα καπέλο. Το Πάσχα ντράπηκα να πάω στην Εκκλησία, στα χάλια που ήμουν, έμεινα με τον πατέρα μου συντροφιά στο σπίτι. Στην Εκκλησία πήγαν η μητέρα και η αδελφή μου. Την ώρα που ψέλνει ο Ιερεύς το “Χριστός Ανέστη”, βλέπει η Βασιλική σε όραμα εμένα και τον πατέρα μου στο δωμάτιο να μάς φωτίζει από πάνω ένα φως και ψηλά μέσα στο φως τον άγιο Ραφαήλ. Πήρε πολύ κουράγιο απ αυτό που είδε, διότι ήταν συνέχεια λυπημένη για την κατάστασή μου.

Την άλλη μέρα, καθόταν δίπλα μου, να μου δίνει θάρρος. Όπως αποκοιμήθηκα και προσευχόταν, βλέπει ολοζώντανα μπροστά της τον άγιο Ραφαήλ με τον άγιο Νικόλαο να με πιάνουν από το κεφάλι και τα πόδια, να με μεταφέρουν σε χειρουργικό τραπέζι, να με χειρουργεί ο άγιος Ραφαήλ εκεί που είχα τον μεταστατικό καρκίνο με κανονική τομή, από την οποία έβγαλε ένα μαύρο ογκίδιο και το έδωσε στην αγία Ειρήνη να το πετάξει μακριά, ενώ ο άγιος Νικόλαος μου έβαζε λάδι στην τομή. Ξύπνησα κι ένιωθα πότε τσιμπήματα πότε πόνους σ εκείνο το σημείο!

Ήρθε ο καιρός για τη νέα αξονική τομογραφία, μετά την ολοκλήρωση των πέντε “σχημάτων”. Η κ. Νικολαϊδου μάς έλεγε εντωμεταξύ ότι όλο και μίκραινε ο όγκος, όπως τον ψηλαφούσε η ίδια. Αποβραδίς η αδελφή μου δεν κοιμήθηκε καθόλου. Προσευχόταν, έκλαιγε, την έτρωγε η αγωνία. Την ώρα που πηγαίναμε για τη Θεσσαλονίκη, βλέπει πάλι σε όραμα τον άγιο Ραφαήλ μπροστά μας να κρατάει μια μαυρισμένη αξονική, να την βυθίζει σε ένα δοχείο νερού, να την πλένει και να μάς την δείχνει ολοκάθαρη στο πάσχον μέρος, εκεί που ήταν προηγουμένως μαυρισμένη.

Εκείνο τον καιρό είχε δει σε όνειρο και τη μακαρίτισσα γιαγιά μας Βασιλική και της είπε: "Προσεύχομαι κι εγώ για το Λάμπρο. Μη νομίζεις ότι οι πεθαμένοι δεν προσεύχονται. Είμαι σε πολύ καλό μέρος. Ο Λάμπρος θα γίνει καλά" Κι ο πατέρας μου είδε τον άγιο Ραφαήλ μέσα στο σπίτι σε όνειρο και του είπε: “Μη στενοχωρείσαι, όλα θα είναι καλά”! Βγαίνω από τον τομογράφο, πηγαίνει η αδελφή μου στο γιατρό να πάρει την αξονική και της λέει ο γιατρός: “Αν δεν είχα την προηγούμενη, θα έλεγα ότι έχω αξονική απόλυτα υγιούς ανθρώπου”!

Στο “Θεαγένειο” δεν πίστευαν ότι θα προέκυπταν τέτοια αποτελέσματα. Και στην Ουρολογική του Κιλκίς οι θεράποντες γιατροί είπαν: “Ήταν σαν να έπεσες από ψηλά, από τον τελευταίο όροφο πολυκατοικίας, και το μόνο που έπαθες ήταν να σπάσεις το χέρι σου”, δηλαδή ασήμαντο το κακό. Είμαι απόλυτα υγιής.
Περισσότερα...

Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2011

Θαύματα Αγίου Γερασίμου


O Πανάγαθος Θεός έδωσε στον Άγιο Γεράσιμο πολλά χαρίσματα. Το μεγαλύτερο όμως από αυτά ήταν το θαυματουργικό. Συνομιλούσε με τα άγρια θηρία, τον υπάκουαν και τους έδινε ονόματα, ζούσε με ελάχιστη τροφή, άντεχε τις κακουχίες και τον καύσωνα, ήταν ήρεμος και δε θύμωνε, είχε μεγάλη υπομονή, έκανε πολλή άσκηση και εργαζόταν πολύ, αγρυπνούσε και προ-σευχόταν ασταμάτητα. Ήξερε να διαβάζει τις σκέψεις των άλλων, γνώριζε από πριν αυτά που θα γίνονταν στο μέλλον.


Επίσης έβλεπε από μακριά αυτά που γίνονταν σε ένα μέρος, χωρίς να είναι παρών. Έτσι είδε με τα μάτια της ψυχής του ότι κοιμήθηκε ο Μέγας Ευθύμιος, που το μοναστήρι του ήταν λίγα χιλιόμετρα μακριά από αυτό του Αγίου Γερασίμου. Πήγε λοιπόν με το μαθητή του, τον Άγιο Κυριάκο, στο μέρος όπου ήταν το λείψανο του μεγάλου αυτού Αγίου, τον έθαψαν και ξαναγύρισαν στο μοναστήρι τους.

Ο Άγιος έκανε θαύματα όταν ήταν ζωντανός, αλλά εξακολουθεί να κάνει και μετά το θάνατό του. Στις μέρες μας ακόμα εξακολουθεί να κάνει πολλά θαύματα. Πιο κάτω θα διηγηθούμε μερικά από τα θαύματά του.


Ανάσταση νεκρού

Όταν ακόμα ήταν στη ζωή ο Άγιος Γεράσιμος ανάστησε ένα νεκρό. Πώς όμως έγινε το μεγάλο και παράδοξο αυτό θαύμα; Κάποτε κοιμήθηκε κάποιος μοναχός της Λαύρας και δεν το έμαθε ο Άγιος, που ήταν τότε ηγούμενος. Όταν κτύπησε το σήμαντρο για την κηδεία του, πήγε κι ο γέροντας στο ναό. Όταν είδε το λείψανο λυπήθηκε γιατί δεν τον αποχαιρέτισε, πριν φύγει από τη ζωή. Πήγε λοιπόν κοντά στο φέρετρο και λέγει στον πεθαμένο:

- Σήκω, αδελφέ, να αποχαιρετιστούμε.

Τότε ο νεκρός μοναχός αναστήθηκε, σηκώθηκε και αποχαιρέτισε τον Άγιο. Αυτός μετά του ξαναείπε:

- Κοιμήσου τώρα μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία, οπότε θα σε αναστήσει ο Χριστός.

Πραγματικά ο μοναχός ξαναμπήκε στο νεκροκρέβατο και συνέχισε τον αιώνιο ύπνο του.

Αν σκεφτούμε ότι νεκρούς ανάστησε μόνο ο Χριστός, μερικοί απόστολοι και λίγοι άγιοι, θα καταλάβουμε σε ποια ύψη αγιότητας είχε φτάσει ο Άγιος Γεράσιμος.


Θεραπεία δωδεκάχρονου με ψηλό πυρετό

Μετά την κοίμηση του ο Άγιος Γεράσιμος ανακηρύχθηκε άγιος και έκανε θαύματα, από τα παλιά εκείνα χρόνια μέχρι και σήμερα. Πολλοί μάλιστα λένε ότι ο Άγιος άκουσε πολύ γρήγορα τις παρακλήσεις και τις προσευχές τους και τους έκανε καλά. Γι’ αυτό από πολλούς ονομάζεται "Ο Άγιος Εξπρές". Ο Άγιος είναι πάντα ζωντανός, κυκλοφορεί ανάμεσα στους προσκυνητές και στους άλλους πιστούς, συνομιλεί μαζί τους, τους παρηγορεί, τους ενθαρρύνει, τους θεραπεύει και σκορπίζει παντού την αγάπη του.

Ο τωρινός ηγούμενος, αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος, διηγείται το πιο κάτω θαύμα.

- Πριν είκοσι χρόνια περίπου ήρθε από τα Ιεροσόλυμα ο διάκονος Ειρηναίος της μονής Σινά. Είχε μαζί του και ένα δωδεκάχρονο αγόρι από την Κρήτη που φοιτούσε στη σχολή της Σιών.

Ήταν Σάββατο απόγευμα, ήμουν πολύ κουρασμένος και ζύμωνα, γιατί δεν είχα πρόσφορο για τη λειτουργία της Κυριακής. Ξαφνικά το παιδί παρουσίασε πολύ ψηλό πυρετό, είχε φοβερούς πονοκεφάλους και ανυπόφορους πόνους. Δεν ήξερα τι να κάνω. Όχημα δεν είχα, εκτός από ένα μηχανάκι, δεν μπορούσα να το πάρω στο γιατρό και ήμουν σε απελπιστική κατάσταση. Προσευχήθηκα στον Άγιο να κάνει το παιδί καλά. Κατά τις έντεκα η ώρα ο διάκος και το παιδί αποκοιμήθηκαν. Εγώ ήμουν κατακουρασμένος, είχα τα ψωμιά στο φούρνο, σκεφτόμουν τη λειτουργία της επόμενης μέρας και παρακαλούσα θερμά τον Άγιο να κάνει καλά το άρρωστο παιδί.

Σε μια στιγμή ο διάκος ακούει την πόρτα να κτυπά. Σηκώνεται, κοιτάζει, δεν ήταν κανένας. Ήρθε και με βρήκε και πήγαμε μαζί στο δωμάτιό τους. Του είπα ότι ο Άγιος θα ήτανε. Δεν πρόλαβα να τελειώσω την κουβέντα και το παιδί, εκεί που παραμιλούσε, ξύπνησε και μου είπε: "Γέροντα, έγινα μούσκεμα. Ένας παππούλης έριξε απάνω μόνο έναν τενεκέ νερό". Του έβγαλα το φανελάκι και το σκουπίσαμε με την πετσέτα. Σε πέντε λεπτά κοιμήθηκε ήσυχο, χωρίς πυρετό και το πρωί ήταν τελείως καλά.


Ο Άγιος προσφέρει φρούτα στους προσκυνητές του

Ο ηγούμενος Χρυσόστομος συνεχίζει:

- Μια φορά ήταν εδώ, στους Αγίους Τόπους, ένα γκρουπ από την Ελλάδα, με ένα δεσπότη - Διονύσιο τον λέγανε - από μια περιοχή της Μακεδονίας. Είχε έρθει με φοιτητές της θεολογίας. Ειδοποιήσανε από την Ιεριχώ ότι έρχονται κι αν μπορούσα να τους ετοιμάσω φάβα (γιατί εγώ συνηθίζω να ψήνω φάβα για τον κόσμο).

Όταν μπήκανε μέσα στο μοναστήρι είπα στο δεσπότη: "Δεσπότη μου, να με συγχωρέσεις αλλά δεν έχω φρούτο να φάτε μετά τη φάβα". Σε λίγο μπαίνει ένας στρατιώτης μ’ ένα κασόνι πορτοκάλια και λέει: "Αμπούνα, (Γέροντα) πάρε αυτά τα πορτοκάλια". Εγώ απόρησα, γιατί έφυγε αμέσως και πήγα να δω από ποιο στρατόπεδο είναι. Βγαίνω έξω, κοιτάζω από δω, κοιτάζω από κει, τίποτα. Άφαντος ο στρατιώτης.

Φωνάζω έναν εργάτη και τον ρωτάω πού πήγε ο στρατιώτης. Αυτός απορεί και μου λέει ότι δεν είδε κανένα στρατιώτη να μπαίνει στο μοναστήρι. "Πώς δεν μπήκε" του λέω. "Να τα πορτοκάλια". Αυτός έμεινε κόκαλο και λέει: "Δεν μπήκε κανείς. Εγώ εδώ ήμουνα, στην πόρτα. Δεν ήρθε κανένας ούτε φάνηκε κανένα τζιπ". Μπήκα μέσα και είπα στο δεσπότη ότι ο Άραβας δεν είδε κανένα να μπαίνει. Όλοι απόρησαν και είπαν ότι τον είδαν με τα μάτια τους. Βγαίνουν όλοι έξω - ένα λεπτό είχε περάσει - δε βλέπουν τίποτα. Κι αυτοκίνητο να 'ταν, δε θα προλάβαινε ν’ απομακρυνθεί. Φρόντισε ο Άγιος και έστειλε φρούτα.


Θαυματουργική ανεύρεση νερού για το μοναστήρι

Ο ηγούμενος Χρυσόστομος συνεχίζει τη διήγηση του, φέρνοντας στο νου του ακόμα ένα από τα πολλά θαύματα του Αγίου Γερασίμου.

Το πηγάδι στην αυλή του μοναστηριού είχε πολύ λίγο νερό, που έπιανε από τη βροχή. Γι’ αυτό ζήτησα και μου έδωσαν οι Εβραίοι λίγο νερό. Και πάλι όμως δεν ήταν αρκετό για τις ανάγκες του μοναστηριού. Έτσι αποφάσισα να σκάψω σ’ ένα διπλανό χείμαρρο, όπου είχα ακούσει ότι υπήρχε παλιά νερό. Σκάβαμε τρεις εργάτες. Ο Σαμίρ, ένας Άραβας που είχα εδώ από μικρό παιδί, ένας προσωρινός εργάτης και εγώ. Αφού κατεβήκαμε είκοσι τρία μέτρα βάθος δε βρήκαμε ούτε ίχνος νερού. Θυμάμαι ήταν μεσημέρι. Ήμουν κατακουρασμένος και στενοχωρημένος και κάθισα κάτω από ένα αγριόδεντρο, για να ξεκουραστώ λιγάκι. Τότε είπα: "Άγιε μου Γεράσιμε, φαίνεται ότι δεν θέλεις να βρούμε νερό. Αν δεν το βρούμε και σήμερα θα το κλείσω το πηγάδι".

Δουλεύαμε με τον παραδοσιακό τρόπο. Σκάβαμε με την τσάπα και τον κασμά και καθαρίζαμε με το φτυάρι, για να κατεβούμε κάτω. Εκείνη την ώρα σκάβανε κάτω δύο εργάτες κι εγώ ήμουν απάνω και άδειαζα τους κουβάδες. Μου φωνάζουν: "Αμπούνα, έλα κάτω γιατί βρήκαμε χαλίκι". Είχανε βρει μόνο χώμα, χωματόπετρα. Σηκώθηκα αμέσως. Κατεβαίνω κάτω, παίρνω αμέσως τον κασμά και αρχίζω μόνος μου να σκάβω. Έσκαβα, έσκαβα, έσκαβα, κατέβηκα γύρω στο μισό μέτρο και παρατήρησα ότι όλο και πιο βρεγμένο ήταν το χαλίκι. Στο ενάμισι μέτρο βρήκαμε το νερό.

Πιστεύω πως ήταν οπωσδήποτε θαύμα του Αγίου. Αν δεν τον παρακαλούσα και δεν συνεχίζαμε το σκάψιμο, την άλλη μέρα θα το έκλεινα το πηγάδι, γιατί ήταν και παράνομο. Οι Εβραίοι απαγορεύουν ν’ ανοίξεις πηγάδι ή να κτίσεις κάτι χωρίς άδειες, γι' αυτό κι έχω πάντα προβλήματα. Μεγαλύτερο θαύμα του Αγίου είναι που το νερό ήταν καθαρό και γλυκό. Στην περιοχή αυτή τα νερά, επειδή είναι κοντά η Νεκρά Θάλασσα, είναι όχι μόνο αλμυρά, αλλά λύσσα, έχουν θειάφι και μυρίζουν σαν κλούβια αυγά.


Παρουσία του Αγίου στο ναό του

Πριν δώδεκα χρόνια περίπου ο ηγούμενος είχε πάει στην Ελλάδα. Στο μοναστήρι βρισκόταν μια ρουμάνα καλογριά, η Μαρία, ο Ασάμ ο άραβας, μικρό παιδί τότε και δίπλα στη σπηλιά η γερόντισσα Χριστοδούλη.

Κάθε νύκτα ακούγανε την πόρτα της εκκλησίας του Αγίου Γερασίμου να ανοίγει και να κλείνει. Πήγαινε η Μαρία να δει ποιος ήταν και δεν έβλεπε κανένα. Το ίδιο και ο Ασάμ, που γύριζε στο μοναστήρι, κοίταζε και δεν έβλεπε κανένα.

Όταν ο π. Χρυσόστομος γύρισε στο μοναστήρι τον ρωτήσανε:

- Γέροντα, ποιος ανοιγοκλείνει την πόρτα της εκκλησίας κάθε βράδυ;

Κι εκείνος τους απάντησε;

- Ο Άγιος Γεράσιμος είναι, ποιος άλλος να είναι;

Ο Άγιος εκτελούσε χρέη φύλακα του μοναστηριού, όταν απουσίαζε ο αγιοταφίτης φύλακάς του.

Επίσης μέσα στο μοναστήρι πάρα πολλοί ένιωσαν μια θαυμάσια ευωδία, που δεν μπορούν να περιγράψουν με λόγια.


Θεραπεία νεαρού μαθητή στην Κύπρο

Η Δ.Σ. από τη Λάρνακα της Κύπρου διηγείται:

- Ο γιος μου Γιώργος, δεκαπέντε χρονών, είχε σοβαρό πρόβλημα υγείας. Για πέντε ως έξι μήνες συνέχεια, κάθε μέρα, λιποθυμούσε. Πήγαμε σε πολλούς γιατρούς, ξοδέψαμε πολλά λεφτά, υποφέραμε πολύ, μέχρι που ακούσαμε για τον Άγιο Γεράσιμο και τον ηγούμενο Χρυσόστομο.

Μιλήσαμε μαζί του και μετά από παράκληση στον Άγιο, το παιδί έγινε καλά. Τώρα εργάζεται κανονικά. Ενώ πιο πριν είχε και πρόβλημα καρδιάς από πολύ μικρός, οι τελευταίες εξετάσεις έδειξαν ότι χαίρει άκρας υγείας και δεν έχει το παραμικρό.


Ο Άγιος Γεράσιμος εξομολογεί αντρόγυνο

Ένα αντρόγυνο διηγιόταν το παρακάτω θαύμα:

- Πριν λίγα χρόνια ήρθαμε στο μοναστήρι του Αγίου και μείναμε για λίγες μέρες. Ένα απόγευμα παρακαλέσαμε τον ηγούμενο να μας εξομολογήσει, αν είχε χρόνο. Ο γέροντας απάντησε ότι δεν μπορούσε, γιατί είχε πολλές δουλειές. Μετά από λίγο ανεβήκαμε τη σκάλα και μπήκαμε στο ναό του Αγίου Γερασίμου. Εκεί συναντήσαμε πάλι τον ηγούμενο. Όταν μας είδε, μας είπε με πολλή αγάπη: "Ελάτε, παιδιά μου, να σας εξομολογήσω".

Όταν τελείωσε η εξομολόγηση, κατεβήκαμε πάλι στο προαύλιο. Σε λίγο περνούσε από κοντά μας ο ηγούμενος και τον ευχαριστήσαμε γιατί, παρόλες τις σκοτούρες και την κούραση, μας έκανε το χατίρι και μπήκε στον κόπο να μας εξομολογήσει. Τότε εκείνος έκπληκτος μας είπε:

- Τι λέτε, βρε παιδιά; Εγώ σας εξομολόγησα; Εγώ κανένα δεν εξομολόγησα σήμερα. Αφού σας είπα ότι δεν είχα καιρό και ήμουν και κουρασμένος.

Εμείς μείναμε άφωνοι. Καταλάβαμε ότι εκείνος που μας εξομολόγησε δεν ήταν άλλος από τον Άγιο Γεράσιμο. Εμφανίστηκε με τη μορφή του ηγουμένου, για να μην τον καταλάβουμε. Δοξάζουμε το Θεό και τον ευχαριστούμε. Επίσης ευχαριστούσαμε το μεγάλο Άγιό του, τον Άγιο Γεράσιμο, που μας έκανε τη μεγάλη τιμή να μας εξομολογήσει.


Ευλογεί ιερωμένο

Ένας ιερωμένος διηγήθηκε τα εξής:

- Μια μέρα βρισκόμουν στη μονή του Αγίου Γερασίμου και καθόμουν στην εσωτερική αυλή. Σε μια στιγμή πέρασε από μπροστά μου ο ηγούμενος και με ευλόγησε. Ύστερα από λίγο ξαναπέρασε και τον ευχαρίστησα για την ευλογία του, την ώρα που περνούσε από μπροστά μου, πριν λίγη ώρα. Ο ηγούμενος τότε μου είπε:

- Πάτερ, πριν λίγο δεν πέρασα από εδώ, ούτε σε ευλόγησα.

Τότε του απάντησα ότι ίσως κάποιος άλλος ιερωμένος να βρισκόταν στο μοναστήρι. Εκείνος όμως μου είπε ότι οι μόνοι ρασοφόροι που βρίσκονταν ως εκείνη την ώρα στο μοναστήρι ήμασταν εμείς οι δυο. Καταλάβαμε ότι ο Άγιος Γεράσιμος πήρε τη μορφή του ηγουμένου και έκανε βόλτες μέσα στο μοναστήρι του.


Αναδημοσίευση κειμένου από: pigizois.net
Περισσότερα...