Σάββατο 4 Απριλίου 2015

Η Έγερσις του Λαζάρου


Το Σάββατο πριν την Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα, η Ορθόδοξη Εκκλησία πανηγυρίζει μια μεγάλη εορτή, το θαύμα του Κυρίου και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού όταν ανάστησε εκ των νεκρών τον νεκρό για τέσσερις ημέρες Λάζαρο.

Στο τέλος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και των σαράντα ημερών νηστείας και μετάνοιας, η Εκκλησία συνδυάζει αυτή την Εορτή με την Κυριακή των Βαΐων που ακολουθεί.


Μέσα σε θρίαμβο και χαρά η Εκκλησία γίνεται μάρτυρας της δύναμης του Χριστού πάνω στο θάνατο και Τον εξυψώνει ως Βασιλέα προτού εισέλθουμε στην πιο κατανυκτική εβδομάδα του χρόνου, αυτή που οδηγεί τους πιστούς στην ανάμνηση των Παθών, της Σταυρικής θυσίας και του θανάτου του Χριστού και τερματίσει στην Εορτή των Εορτών, το Άγιο και Μεγάλο Πάσχα.

Ο Λάζαρος είχε πατρίδα την Βηθανία της Ιουδαίας και ήταν φίλος του Χριστού. Αδελφές του ήταν η Μάρθα και η Μαρία που φιλοξένησαν και υπηρέτησαν τον Κύριο πολλές φορές (Λουκ.ι΄, 38-40, Ιωαν.ιβ΄, 1-3) στη Βηθανία (κοντά στα Ιεροσόλυμα περίπου δύο μίλια).

Λίγες μέρες προ του Πάθους του Κυρίου ασθένησε ο Λάζαρος και οι αδελφές του ενημέρωσαν σχετικά τον Ιησού που τότε ήταν στη Γαλιλαία να τον επισκεφθεί. Ο Κύριος όμως επίτηδες καθυστέρησε μέχρι που πέθανε ο Λάζαρος, οπότε είπε στους μαθητές του πάμε τώρα να τον ξυπνήσω. Όταν έφθασε στη Βηθανία παρηγόρησε τις αδελφές του Λάζαρου που ήταν πεθαμένος τέσσερις μέρες και ζήτησε να δει το τάφο του.

Όταν έφθασε στο μνημείο, δάκρυσε και διέταξε να βγάλουν την ταφόπλακα. Τότε ύψωσε τα μάτια του στον ουρανό, ευχαρίστησε τον Θεό και Πατέρα και με μεγάλη φωνή είπε: «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω». Αμέσως βγήκε έξω τυλιγμένος με τα σάβανα ο τετραήμερος νεκρός μπροστά στο πλήθος που παρακολουθούσε και ο Ιησούς ζήτησε να του λύσουν τα σάβανα και να πάει σπίτι του. (Ιωάν. ια΄,44). Αυτό το υπερφυές θαύμα λοιπόν γιορτάζουμε την ημέρα αυτή.

Αρχαία παράδοση λέγει ότι τότε ο Λάζαρος ήταν 30 χρονών και έζησε άλλα 30 χρόνια. Τελείωσε το επίγειο βίο του στην Κύπρο το έτος 63 και ο τάφος του στην πόλη των Κιτιέων έγραφε: «Λάζαρος ο τετραήμερος και φίλος του Χριστού».

Το έτος 890 μετακομίσθηκε το ιερό λείψανό του στην Κωνσταντινούπολη από τον αυτοκράτορα Λέοντα το σοφό, ο οποίος συνέθεσε τα ιδιόμελα στον εσπερινό του Λαζάρου: «Κύριε, Λαζάρου θέλων τάφον ιδείν», κλπ.

Χαρακτηριστικό της μετέπειτα ζωής του Λαζάρου λέγει η παράδοση, ήταν ότι δεν γέλασε ποτέ παρά μια φορά μόνο όταν είδε κάποιον να κλέβει μια γλάστρα και είπε την εξής φράση: Το ένα χώμα κλέβει το άλλο.

Ευαγγελική περικοπή

«Ἦν δέ τις ἀσθενῶν Λάζαρος ἀπὸ Βηθανίας, ἐκ τῆς κώμης Μαρίας καὶ Μάρθας τῆς ἀδελφῆς αὐτῆς. Ἦν δὲ Μαριὰμ ἡ ἀλείψασα τὸν Κύριον μύρῳ καὶ ἐκμάξασα τοὺς πόδας αὐτοῦ ταῖς θριξὶν αὐτῆς, ἧς ὁ ἀδελφὸς Λάζαρος ἠσθένει. Ἀπέστειλαν οὖν αἱ ἀδελφαὶ πρὸς αὐτὸν λέγουσαι• Κύριε, ἴδε ὃν φιλεῖς ἀσθενεῖ.

Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν• Αὕτη ἡ ἀσθένεια οὐκ ἔστι πρὸς θάνατον, ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ δι’ αὐτῆς. Ἠγάπα δὲ ὁ Ἰησοῦς τὴν Μάρθαν καὶ τὴν ἀδελφὴν αὐτῆς καὶ τὸν Λάζαρον. Ὡς οὖν ἤκουσεν ὅτι ἀσθενεῖ, τότε μὲν ἔμεινεν ἐν ᾧ ἦν τόπῳ δύο ἡμέρας• ἔπειτα μετὰ τοῦτο λέγει τοῖς μαθηταῖς• Ἄγωμεν εἰς τὴν Ἰουδαίαν πάλιν. Λέγουσιν αὐτῷ οἱ μαθηταί• Ραββί, νῦν ἐζήτουν σε λιθάσαι οἱ Ἰουδαῖοι, καὶ πάλιν ὑπάγεις ἐκεῖ; Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς• Οὐχὶ δώδεκά εἰσιν ὧραι τῆς ἡμέρας; Ἐάν τις περιπατῇ ἐν τῇ ἡμέρᾳ, οὐ προσκόπτει, ὅτι τὸ φῶς τοῦ κόσμου τούτου βλέπει• ἐὰν δέ τις περιπατῇ ἐν τῇ νυκτί, προσκόπτει, ὅτι τὸ φῶς οὐκ ἔστιν ἐν αὐτῷ.

Ταῦτα εἶπε, καὶ μετὰ τοῦτο λέγει αὐτοῖς• Λάζαρος ὁ φίλος ἡμῶν κεκοίμηται• ἀλλὰ πορεύομαι ἵνα ἐξυπνήσω αὐτόν• εἶπον οὖν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ• Κύριε, εἰ κεκοίμηται, σωθήσεται. Εἰρήκει δὲ ὁ Ἰησοῦς περὶ τοῦ θανάτου αὐτοῦ• ἐκεῖνοι δὲ ἔδοξαν ὅτι περὶ τῆς κοιμήσεως τοῦ ὕπνου λέγει. Τότε οὖν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς παρρησίᾳ• Λάζαρος ἀπέθανε, καὶ χαίρω δι’ ὑμᾶς, ἵνα πιστεύσητε, ὅτι οὐκ ἤμην ἐκεῖ• ἀλλ’ ἄγωμεν πρὸς αὐτόν. Eἶπεν οὖν Θωμᾶς ὁ λεγόμενος Δίδυμος τοῖς συμμαθηταῖς• Ἄγωμεν καὶ ἡμεῖς ἵνα ἀποθάνωμεν μετ’ αὐτοῦ.

Ἐλθὼν οὖν ὁ Ἰησοῦς εὗρεν αὐτὸν τέσσαρας ἡμέρας ἤδη ἔχοντα ἐν τῷ μνημείῳ. Ἦν δὲ ἡ Βηθανία ἐγγὺς τῶν Ἱεροσολύμων ὡς ἀπὸ σταδίων δεκαπέντε. Καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐληλύθεισαν πρὸς τὰς περὶ Μάρθαν καὶ Μαρίαν ἵνα παραμυθήσωνται αὐτὰς περὶ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτῶν. Ἡ οὖν Μάρθα ὡς ἤκουσεν ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἔρχεται, ὑπήντησεν αὐτῷ• Μαρία δὲ ἐν τῷ οἴκῳ ἐκαθέζετο. Eἶπεν οὖν ἡ Μάρθα πρὸς τὸν Ἰησοῦν• Κύριε, εἰ ἦς ὧδε, ὁ ἀδελφός μου οὐκ ἂν ἐτεθνήκει. Ἀλλὰ καὶ νῦν οἶδα ὅτι ὅσα ἂν αἰτήσῃ τὸν Θεὸν, δώσει σοι ὁ Θεός. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς• Ἀναστήσεται ὁ ἀδελφός σου. Λέγει αὐτῷ Μάρθα• Οἶδα ὅτι ἀναστήσεται ἐν τῇ ἀναστάσει ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ. Εἶπεν αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς• Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή. Ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ, κἂν ἀποθάνῃ, ζήσεται• καὶ πᾶς ὁ ζῶν καὶ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ μὴ ἀποθάνῃ εἰς τὸν αἰῶνα. Πιστεύεις τοῦτο; Λέγει αὐτῷ• Ναί, Κύριε, ἐγὼ πεπίστευκα ὅτι σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ ὁ εἰς τὸν κόσμον ἐρχόμενος. καὶ ταῦτα εἰποῦσα ἀπῆλθε καὶ ἐφώνησε Μαρίαν τὴν ἀδελφὴν αὐτῆς λάθρᾳ εἰποῦσα• Ὁ διδάσκαλος πάρεστι καὶ φωνεῖ σε.

Έκείνη ὡς ἤκουσεν, ἐγείρεται ταχὺ καὶ ἔρχεται πρὸς αὐτόν. Οὔπω δὲ ἐληλύθει ὁ Ἰησοῦς εἰς τὴν κώμην, ἀλλ’ ἦν ἐν τῷ τόπῳ ὅπου ὑπήντησεν αὐτῷ ἡ Μάρθα. Οἱ οὖν Ἰουδαῖοι οἱ ὄντες μετ’ αὐτῆς ἐν τῇ οἰκίᾳ καὶ παραμυθούμενοι αὐτήν, ἰδόντες τὴν Μαρίαν ὅτι ταχέως ἀνέστη καὶ ἐξῆλθεν, ἠκολούθησαν αὐτῇ, λέγοντες ὅτι ὑπάγει εἰς τὸ μνημεῖον ἵνα κλαύσῃ ἐκεῖ. Ἡ οὖν Μαρία ὡς ἦλθεν ὅπου ἦν Ἰησοῦς, ἰδοῦσα αὐτὸν ἔπεσεν αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας λέγουσα αὐτῷ• Κύριε, εἰ ἦς ὧδε, οὐκ ἄν ἀπέθανέ μου ὁ ἀδελφός. Ἰησοῦς οὖν ὡς εἶδεν αὐτὴν κλαίουσαν καὶ τοὺς συνελθόντας αὐτῇ Ἰουδαίους κλαίοντας, ἐνεβριμήσατο τῷ πνεύματι καὶ ἐτάραξεν ἑαυτόν, καὶ εἶπε• Ποῦ τεθείκατε αὐτόν; Λέγουσιν αὐτῷ• Κύριε, ἔρχου καὶ ἴδε. Ἐδάκρυσεν ὁ Ἰησοῦς. Ἔλεγον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι• Ἴδε πῶς ἐφίλει αὐτόν• τινὲς δὲ ἐξ αὐτῶν εἶπον• Οὐκ ἐδύνατο οὗτος, ὁ ἀνοίξας τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ, ποιῆσαι ἵνα καὶ οὗτος μὴ ἀποθάνῃ;

Ἰησοῦς οὖν, πάλιν ἐμβριμώμενος ἐν ἑαυτῷ, ἔρχεται εἰς τὸ μνημεῖον• ἦν δὲ σπήλαιον, καὶ λίθος ἐπέκειτο ἐπ’ αὐτῷ. Λέγει ὁ Ἰησοῦς• Ἄρατε τὸν λίθον. Λέγει αὐτῷ ἡ ἀδελφὴ τοῦ τεθνηκότος Μάρθα• Κύριε, ἤδη ὄζει• τεταρταῖος γάρ ἐστι. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς• Οὐκ εἶπόν σοι ὅτι ἐὰν πιστεύσῃς, ὄψει τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ; Ἦραν οὖν τὸν λίθον οὗ ἦν ὁ τεθνηκὼς κείμενος. Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἦρε τοὺς ὀφθαλμοὺς ἄνω καὶ εἶπε• Πάτερ, εὐχαριστῶ σοι ὅτι ἤκουσάς μου. Ἐγὼ δὲ ᾔδειν ὅτι πάντοτέ μου ἀκούεις• ἀλλὰ διὰ τὸν ὄχλον τὸν περιεστῶτα εἶπον, ἵνα πιστεύσωσιν ὅτι σύ με ἀπέστειλας. Καὶ ταῦτα εἰπὼν φωνῇ μεγάλῃ ἐκραύγασε• Λάζαρε, δεῦρο ἔξω. Καὶ ἐξῆλθεν ὁ τεθνηκὼς δεδεμένος τοὺς πόδας καὶ τὰς χεῖρας κειρίαις καὶ ἡ ὄψις αὐτοῦ σουδαρίῳ περιεδέδετο. Λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς• Λύσατε αὐτὸν καὶ ἄφετε ὑπάγειν. Πολλοὶ οὖν ἐκ τῶν Ἰουδαίων, οἱ ἐλθόντες πρὸς τὴν Μαρίαν καὶ θεασάμενοι ἃ ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν» (Ιωάν. 12: 1-45).

Ἀπολυτίκιον - Ἦχος α΄

«Τὴν κοινὴν Ἀνάστασιν πρὸ τοῦ σοῦ πάθους πιστούμενος,
ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τὸν Λάζαρον, Χριστὲ ὁ Θεός•
ὅθεν καὶ ἡμεῖς ὡς οἱ παῖδες,
τὰ τῆς νίκης σύμβολα φέροντες,
σοὶ τῷ Νικητῇ τοῦ θανάτου βοῶμεν•
Ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις,
εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος, ἐν ὀνόματι Κυρίου».

Μετάφρασις

«Θέλοντας Χριστέ και Θεέ μας να δείξεις,
προ της σταυρικής Σου Θυσίας,
ότι είναι βέβαιο πράγμα η ανάσταση όλων των νεκρών,
ανέστησες εκ νεκρών τον Λάζαρον •
Για τούτο και εμείς,
μιμούμενοι τα παιδιά που σε υποδέχθηκαν
κατά την είσοδό Σου στην Ιερουσαλήμ,
κρατούμε στα χέρια μας τα σύμβολα της νίκης,
τα βάϊα και βοώμεν προς Εσένα,
τον νικητή του θανάτου:
Βοήθησέ μας και σώσε μας,
Συ που ως Θεός κατοικείς στα ύψιστα μέρη του ουρανού,
ας είσαι ευλογημένος Συ,
που έρχεσαι απεσταλμένος από τον Κύριο»

Αναδημοσίευση κειμένου από: xfe.gr
Περισσότερα...

Πέμπτη 2 Απριλίου 2015

Το κομποσχοίνι


Στην ανάρτηση αυτή θα αναφερθούμε στο κομποσχοίνι, το μεγάλο αυτό όπλο της προσευχής εναντίον του δια- βόλου.

Το κομποσκοίνι που έχουν όλοι οι Ορθόδοξοι μοναχοί και το χρησιμοποιούν και πολλοί ορθόδοξοι λαϊκοί, είναι συνήθως μάλλινο και πλεγμένο σε διάφορα μεγέθη. Από πολύ μικρό, που φοριέται στο δάχτυλο, έως πολύ μεγάλο: 33άρι (με 33 κόμπους), 50άρι (με 50 κόμπους), 100άρι, 500άρι κ.λπ.


Σύμφωνα με την παράδοση, ο Όσιος Παχώμιος το 320 μ.Χ., ίδρυσε με την βοήθεια του Αγίου Αντωνίου το πρώτο μοναστήρι στην Θηβαϊδα της Αιγύπτου. Άρχισε να αναζητεί τρόπο που θα βοηθούσε τους μοναχούς στην αυτοσυγκέντρωση της προσευχής και στην αρίθμηση των ευχών. Κατά την παράδοση πάντα, ο Αρχάγγελος Γαβριήλ επισκέφθηκε στον ύπνο του τον όσιο Παχώμιο και του έδειξε πώς θα φτιάξει το εργαλείο που θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες της προσευχής. Το εργαλείο αυτό ήταν το κομποσκοίνι.

Στην προσευχή με κομποσκοίνι, που βοηθά πολύ στη συγκέντρωση του νου, ακολουθείται συγκεκριμένη τεχνική μέθοδος. Σε κάθε κόμπο που περνά ανάμεσα στα δάχτυλά του ο προσευχόμενος, λέει αλληλοδιαδόχως τις ευχές: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με, Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς, Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ πρεσβεύσατε ὑπέρ ἠμῶν. Είναι δυνατόν να λέγεται και μόνη η ευχή Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με. Το κομποσκοίνι έχει σχεδιαστεί για προσευχή, και όχι για να παίζει ρόλο βραχιολιού στον καρπό του χεριού.

Στο κομποσκοίνι, κάθε τμήμα του έχει κάποια συμβολική σημασία. Είναι πλεγμένο κυρίως από μαλλί για να θυμίζει στα μέλη της Εκκλησίας ότι είναι τα λογικά πρόβατα του Ιησού Χριστού (Ιωάν. 10:11). Έχει χρώμα μαύρο που συμβολίζει το πένθος των αμαρτιών αφού "Οὐδεὶς ἀναμάρτητος" (πρβλ. Γ' Βασ. 8:46, Ιώβ 4:17, Ρωμ. 3:9-12 κ.ά.). Πάνω του το κομποσκοίνι έχει τον σταυρό για να φέρνει στη μνήμη "ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν Χριστὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανε" (Ρωμ. 5:8). Συνήθως το κομποσκοίνι καταλήγει σε μία φούντα που ο σκοπός της είναι το σκούπισμα των δακρύων ("τοῖς δάκρυσιν ἔβρεξέ μου τοὺς πόδας" Λουκ. 7:44).

Οι 33 κόμποι συμβολίζουν τα χρόνια του Ιησού Χριστού, οι 99 κόμποι είναι το 33 πολλαπλασιασμένο με τον αριθμό των τριών Προσώπων της Αγίας Τριάδας, και ο κάθε κόμπος αποτελείται από 9 πλεγμένους σταυρούς, που συμβολίζουν τα εννέα τάγματα των αγγέλων. Παρόλα αυτά, ενώ ο αριθμός σταυρών που αποτελούν τον κάθε κόμπο παραμένει πάντα σταθερός, ο αριθμός των κόμπων που αποτελούν το κομποσκοίνι εξαρτάται από τον αριθμό των προσευχών για τον οποίο θα χρησιμοποιηθεί. 

Πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχουν κομποσκοίνια φτιαγμένα και από άλλα υλικά εκτός του μαλλιού, π.χ. ακρυλικά, όπως και διαφόρων χρωμάτων.

Αναδημοσίευση κειμένου από: i-m-patron.gr
Περισσότερα...